Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17.1.25

Τρέχων ανάγνωσμα

Ανεμοδαρμένα Ύψη το τρέχων ανάγνωσμα αυτό τον καιρό για παρεμβολή και διάλειμμα ανάμεσα στα τρέχοντα, τα καθιερωμένα, τα πεζά. 

Γιατί μου είχε λείψει η κλασική λογοτεχνία τόσο πολύ και ήθελα διακαώς να ξαναμπώ στην αγκαλιά της. 

Γιατί χρειαζόμουν μια βουτιά στο ακραίο, το απεγνωσμένο, σπαραχτικό δράμα και τους ανεκπλήρωτους έρωτες πάνω στους ανεμοχτυπημένους παγερούς λόφους της επαρχιακής Αγγλίας μιας αλλοτινής εποχής. 

Για αυτή την Αγγλία που ολοένα βρέχει και μια απόκοσμη ομίχλη, σαν παρούσα από πάντα, να σκεπάζει τις απογυμνωμένες κοιλάδες και τις προκαθορισμένες ζωές των ηρώων που χορεύουν ανηλεώς μέσα στη δίνη των ανέμων και των συναισθημάτων τους, μέχρι να φτάσει να τις εξαϋλώσει, να τις καταραστεί, να τις διοχετεύσει στις σφαίρες του απραγματοποίητου, του ονειρικού, του τετελεσμένου, του ηρωικού. 

Για το μαγευτικό αντάμωμα πίσω στους ρομαντικούς παρελθόντες χρόνους με τα απόκοσμα καθηλωτικά τοπία και τους αιώνια καταδικασμένους έρωτες που δεν θα ξεχαστούν ποτέ από τους βιβλιόφιλους απανταχού της γης, αλλά θα ζουν αιώνια και παντοτινά. 

Και γιατί, όπως θα σχολιάσει και η Ουρ. Τουτουντζή στην εισαγωγή του βιβλίου, εκείνοι που είναι φτιαγμένοι από θύελλα, σε θύελλες πάντοτε θα ανήκουν. 

Όπως η Κάθι. Όπως ο Χίθκλιφ. Όπως η Έμιλι. Όπως τα Ανεμοδαρμένα Ύψη.

Με αγάπη,

Εύα 💗

13.1.16

James Joyce - ο 'Καζαντζάκης' της Ιρλανδίας



Σήμερα θα κάνω μία αναδημοσίευση για το σαν σήμερα της ημέρας. Σαν σήμερα, λοιπόν, το 1941 πεθαίνει ο ιρλανδός συγγραφέας Τζέιμς Τζόυς. Αν δηλαδή πεθαίνουν ποτέ λογοτέχνες αυτού του μεγέθους. 

Το διασημότερο βιβλίο του Οδυσσέας, ένας τόμος 816 σελίδων στην ελληνική του έκδοση, περιμένει στωικά εδώ και χρόνια στο ράφι της βιβλιοθήκης μου να διαβαστεί. Είναι από τα έργα καταλύτες της παγκόσμιας λογοτεχνίας που φοβίζουν με το μέγεθος και τη σημασία τους, ζητάει ώριμους αναγνώστες, επαγγελματίες σχεδόν θα μπορούσε να πει κανείς. Απαιτεί να είσαι έτοιμος όταν πάρεις την απόφαση να βουτήξεις στο σύμπαν του, με όλες τις προκλήσεις, επιλογές και διλήμματα που τοποθετούνται επί τάπητος, έτοιμος να έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με το πιο παράξενο βιβλίο στην ιστορία της λογοτεχνίας, όπως έχει χαρακτηριστεί, αλλά και με τον ίδιο σου τον εαυτό. 

Θα γίνει κι αυτό... ελπίζω.

Το κείμενο που ακολουθεί ανήκει στον Γ.Ι. Μπαμπασάκη. 

******

Η μοίρα των καινοτόμων είναι η περιπέτεια. Όχι μονάχα να ζούνε περιπέτειες αλλά να τις προκαλούν. Αναστατώνουν τα πάντα και τους πάντες γύρω τους, ακόμα κι αν δεν το επιδιώκουν. Αλλάζουν το τοπίο της τέχνης τους. Μεταβάλλουν δραστικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα. Συνθέτουν ανήκουστες μελωδίες με τις λέξεις, με τα χρώματα, με τις νότες, ακόμα και με το πώς ανάβουν το τσιγάρο τους ή αγγίζουν την αγαπημένη τους. Είναι αυτοί που ανατρέπουν τους κανόνες του παιχνιδιού και επιβάλλουν αναίμακτα τους δικούς τους. Είναι αυτοί που μετά το πέρασμά τους από τούτον τον πλανήτη τίποτα πια δεν είναι όπως ήταν πριν. Είναι αυτοί που παράγουν νέα κριτήρια. 

Τέτοιος άνθρωπος, τέτοιος καινοτόμος ήταν ο Τζέιμς Τζόυς. Πάντα Ιρλανδός, μα και πάντα εξόριστος. Πάντα Δουβλινέζος και Παριζιάνος, μα και πάντα Ευρωπαίος, παγκόσμιος, πέρα από τα όρια του χώρου και, μέσα από το πολυσχιδές έργο του, πέρα από τα όρια του χρόνου. Ο Τζόυς μπόρεσε να κάνει κέντρο του κόσμου μια μικρή κάμαρα, και τον ίδιο του τον μεγαλοφυή εαυτό. Κι από κει, βραδυφλεγώς, να αναστατώσει το σύμπαν, να κατακρημνίσει συμπαγείς πεποιθήσεις και στέρεες βεβαιότητες. Κάθε του βιβλίο ήταν κάτι πέρα και πάνω από τυπωμένες σελίδες, κάτι πέρα και πάνω από λογοτεχνία: ήταν ανάσα, βρυχηθμός, σπασμός, ουρλιαχτό, ψίθυρος, εξέγερση, μουσική των κορμιών, κλείσιμο αμετάκλητο ενός κύκλου και υπαινιγμός για το άνοιγμα χιλίων άλλων. «Αυτή η ξέφρενη Σύνοψη των πιο δελεαστικών παιχνιδιών, αυτή η Ποιητική τέχνη σε δέκα χιλιάδες μαθήματα, δεν είναι δημιουργία της τέχνης αλλά αυτοψία του πτώματός της», έγραψε εύστοχα και ανησυχητικά κάποιος θεωρητικός για το περιλάλητο Finnegans Wake. Δεν είναι καθόλου λίγο να καταφέρνεις να συμπυκνώσεις όλο το νόημα, όλο το μεγαλείο και όλη την τραγωδία της Μοντέρνας Τέχνης σε ένα μυθιστόρημα! Καθόλου λίγο! 

Το Δουβλίνο είναι πια ο Τζόυς, είναι το «Δουβλίνο του Τζέιμς Τζόυς», όπως το Παρίσι είναι το Παρίσι του Ζακ Πρεβέρ. Απαθανάτισε την πόλη όπου είδε, τις 2 Φεβρουαρίου του 1882, το πρώτο φως, όπου περιπλανιόταν ατέρμονες ώρες ρουφώντας το παγερό φως πάνω στη θάλασσα, στην άμμο, στα φουσκωμένα κύματα, παίζοντας ακατάπαυστα με τους λεκτικούς αντικατοπτρισμούς που χόρευαν στο μυαλό του από την εφηβεία και σ’ όλη του τη ζωή. Ταλαιπωρημένος από τους Ιησουίτες του Κολεγίου Κλόνγκουζ Γουντ, όπου τον έστειλε ο πατέρας του για να τον προικίσει με την καλύτερη παιδεία, ο Τζόυς θα τους χαρακτηρίσει « ένα τάγμα άκαρδων ανθρώπων που φέρουν το όνομα του Ιησού κατ’ αντίφρασιν», θα αποφασίσει να αμαρτήσει με μια γυναίκα που θα εκστασιαζόταν μαζί του μέσα στην αμαρτία, θα θελήσει να γίνει ένας περιπλανώμενος τροβαδούρος, ένας ανέστιος ποιητής της ζωής, ένας μεθοδικά ανέμελος παρίας. Το κύριο μέλημά του ήταν να δουλεύει ξανά και ξανά τις συλλαβές μέχρι να μοιάσουν με «αναρίθμητα πολύχρωμα πρίσματα». Ο Ερρίκος Ίψεν και, φυσικά, ο Βάρδος, ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, μαζί με το σύνθημα «Μακριά απ’ το να σε λυπούνται» θα γίνουν οι στύλοι για το γαϊτανάκι των περιπετειών του Τζόυς, θα γίνουν οι προσηλώσεις και τα σημεία αναφοράς του. Η πνευματική νάρκη που άπλωναν τα εκκλησιαστικά δόγματα του ήταν απεχθής. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο με σάρκα και οστά, και μετά να τον μετατρέψει σε ένα πολυκύμαντο, βουερό, παλλόμενο έργο τέχνης.

Όπως τόσοι άλλοι λάτρεις των λέξεων και της ζωής, έτσι και ο Τζόυς θα ονειρευτεί το Παρίσι, ναι, κυριολεκτικά, το είδε στον ύπνο του και ήταν «ένα φως μέσα στο δάσος του κόσμου για τους εραστές». Και φυσικά θα πάει στο Παρίσι. Και θα γίνει εκεί ο βαθύτερος εαυτός του. Ο ίδιος του ο μύθος με σάρκα και οστά. Το γαλάζιο θα γίνει το αγαπημένο του χρώμα, θα έχει γι’ αυτόν μαγικές ιδιότητες φυλαχτού. Θα κάνει παρέα με γλεντζέδες φοιτητές, γλεντζές κι ο ίδιος, και θα φωτογραφίζεται μιμούμενος τις πόζες του Αρθούρου Ρεμπώ, σαν άσωτος μποέμ μ’ ένα μακρύ παλτό και αγέρωχο βλέμμα. Είναι ήδη ένας ανυπότακτος, ένας μοναδικός. Στο Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία, ο Τζόυς θα συνοψίσει , με την πάντα συγκλονιστική λιτότητα των ανθρώπων που ξέρουν τι λένε και τι κάνουν, που λένε αυτό που κάνουν και κάνουν αυτό που λένε, το πιστεύω του, το non serviam, το ου δουλεύσω, δεν θα υποταχτώ: «Δεν θα υπηρετήσω κάτι στο οποίο δεν πιστεύω πια, είτε αυτό λέγεται σπίτι μου είτε πατρίδα μου είτε εκκλησία. Θα προσπαθήσω να εκφράσω τον εαυτό μου με κάποιον τρόπο ζωής ή τέχνης όσο μπορώ πιο ελεύθερα και πιο ολοκληρωμένα, χρησιμοποιώντας για άμυνά μου τα μόνα όπλα που επιτρέπω στον εαυτό μου – σιωπή, εξορία, πονηρία».

Συνεπής στα λόγια του ήρωά του, ο Τζόυς θα ζήσει εκτός πατρίδας, εκτός εκκλησίας, εκτός οικογένειας, και, κατά πολλές έννοιες, εκτός λογοτεχνίας. Θα καταπιεί τόμους ολόκληρους, θα ελιχθεί στο αχανές ορυχείο της μυθιστοριογραφίας και της ποίησης, θαρρείς για να απορρίψει εντέλει τους πάντες και τα πάντα και να γίνει ο ίδιος ένα έργο τέχνης, ελισσόμενος ανάμεσα στα κολοσσιαία αριστουργήματα χωρίς να γίνει υποτακτικός τους, όπως ακριβώς ελισσόταν στα μπαρ όπου ήταν πασίγνωστος, «ένας υπεροπτικός νεαρός», όπως γράφει όμορφα η Έντνα Ο’ Μπράιεν, «με τριμμένα ρούχα, λαστιχένια παπούτσια και ναυτικό καπέλο, ικανός να ξεγλιστράει και να προσποιείται, να συζητάει για τον Ευκλείδη, τον Ακινάτη και τη Νέλλυ την Πουτάνα και να προειδοποιεί τους εχθρούς του ότι θα τους κουρελιάσει με τους σατιρικούς του στίχους». Είναι καλό να υπενθυμίζουμε ότι, παρ’ όλα όσα λένε, στην  επιστήμη της εξέγερσης η συνείδηση έρχεται πάντα πολύ νωρίς, κι ότι ο Τζόυς από πολύ νεαρός είχε κατασταλάξει σε θέσεις που άλλοι χρειάζονται δεκαετίες για να υιοθετήσουν όταν πια είναι πολύ αργά. Πίστευε, και το έλεγε μεγαλόφωνα, μεθυσμένος από ιρλανδέζικο ουίσκι και σιγουριά, ότι το ταλέντο του θα καίγεται πάντα με την «αρραγή έκσταση μιας ακατέργαστης πολύτιμης πέτρας», ότι η βία και ο πόθος είναι η αναπνοή της λογοτεχνίας, ότι αν κιοτέψεις έστω και μια στιγμή στη ζωή ή στην τέχνη είναι αναπόφευκτη η ολέθρια ολίσθηση στο βδέλυγμα των βδελυγμάτων: στη μετριότητα!

Θα γνωρίσει τη Νόρα Μπάρνακλ, και θα την ερωτευτεί παράφορα, αδιαφορώντας όπως κάθε γνήσιος άντρας αν αξίζει ή όχι τις περιποιήσεις, τις ικεσίες, τις καντάδες, τους καβγάδες, τον πόνο που συνοδεύουν κάθε τρελό έρωτα – καίτοι το «τρελός» όταν μιλάμε για τον Έρωτα είναι ένας φαιδρός πλεονασμός: κάθε έρωτας είναι τρελός ειδεμή πρόκειται για ανώδυνο και άτονο, για άχρωμο και άοσμο προσκοπισμό! Η κρίσιμη συνάντησή τους στις 16 Ιουνίου του 1904, πριν από ακριβώς έναν αιώνα, θα αναχθεί – και ιδού η ακαταμάχητη δύναμη του ερωτευμένου άντρα – όχι μονάχα σε μία από τις πλέον εμβληματικές ημερομηνίες της λογοτεχνίας αλλά και σε παγκόσμια γιορτή: ο Τζόυς την έκανε πρωταγωνίστρια στο αριστούργημά του, τον Οδυσσέα και έκτοτε όλος ο κόσμος ονομάζει «Μπλούμζντεη», «Μέρα του Μπλουμ», τη 16η Ιουνίου, και στο Δουβλίνο συρρέουν κάθε χρόνο πλήθη για να την τιμήσουν! Πρόκειται για μια από τις ευγενέστερες εκδικήσεις της λογοτεχνίας και του έρωτα το να ξεφαντώνει κάθε χρόνο μια πόλη γεμάτη προσκυνητές από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης επειδή ένας συγγραφέας αντάμωσε με την αγαπημένη του!

O πλάνης Τζόυς θα ζήσει στην Τεργέστη, διδάσκοντας και διαβάζοντας, πίνοντας και γράφοντας, όπως έκανε σχεδόν σε όλη του τη ζωή, κι εκεί θα γεννηθεί ο γιος του, ο Τζόρτζιο και η θυγατέρα του, η Λουτσία. Θα συνθέσει τους περίφημους Δουβλιζένους, θα μετακομίσει στη Ρώμη, θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος, θα επιστρέψει στην Τεργέστη, θα δανείζεται διαρκώς, πνιγμένος πάντα στα χρέη, και θα έχει τη φαεινή, πλην παταγωδώς αποτυχημένη ιδέα, να γίνει εισαγωγέας πυροτεχνημάτων και πράκτορας υφασμάτων!



Ενώ θα μένει προσηλωμένος στη Νόρα,  ο ρομαντικός Τζέιμς Τζόυς δεν έμεινε αλώβητος από τα βέλη του έρωτα (ποιος μένει, άλλωστε; Μονάχα οι δειλοί!) Θα ξετρελαθεί με την Γερτρούδη Κέμπφερ, μια νεαρή γιατρό και συνάμα ασθενή – έπασχε από φυματίωση και βαθιά μελαγχολία. Θα παρασυρθεί σε αφροσύνες για τα μάτια αντιλόπης και τη χαρούμενη τραγουδιστή φωνή της Αμαλίας Πόππερ, μιας φοιτήτριάς του. Θα σαγηνευτεί από την αριστοκρατική ομορφιά της Μάρθας Φλάισμαν, θα την βομβαρδίζει με παθιασμένες ερωτικές επιστολές προτού καν μάθει το όνομά της – τις άφηνε ο ίδιος στο διαμέρισμά της και μετά στεκόταν έξω στο δρόμο  και την απολάμβανε την ώρα που εκείνη διάβαζε τις πυρωμένες και απρεπείς ικεσίες του. Η Φλάισμαν θα απαθανατιστεί,  θα γίνει η Ναυσικά του στον Οδυσσέα, υπέρτατη τιμή για μια γυναίκα που διάβαζε άψυχα μυθιστορήματα, που άλλαζε διάθεση ανάλογα με το φεγγάρι, που κύριο μέλημά της ήταν η ενδυματολογία.Κι ανάμεσα στη Νόρα και τους έρωτές του, ανάμεσα στους κανονιοβολισμούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την καταφυγή του στη Ζυρίχη και στην ουδετερότητα της Ελβετίας,  ο Τζόυς θ’ αρχίσει να συνθέτει τον Οδυσσέα, έχοντας πια την οικονομική υποστήριξη της διορατικής ευεργέτισσάς του, της εύπορης Χάριετ Σω Γουήβερ. Θα τον ολοκληρώσει στο Παρίσι όπου εγκαταστάθηκε το 1920 και έμελλε να μείνει άλλα είκοσι χρόνια, έως λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του.

 Αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, κάτι πέραν του μυθιστορήματος, κάτι σχεδόν πέραν της λογοτεχνίας, όπως και ό,τι άλλο θέλησε να συνθέσει ο Τζόυς, είναι συνάμα ιερουργία και βεβήλωση, είναι τραγούδι και ουρλιαχτό, είναι φιλοσοφική πραγματεία και πονεμένες αναμνήσεις, είναι εκ βαθέων εξομολόγηση και πείραμα, οχετός και ψαλμωδία. Στις 2 Φεβρουαρίου του 1922, την ημέρα των τεσσαρακοστών γενεθλίων του, εκδίδεται στο Παρίσι ο Οδυσσέας, από τον εκδοτικό οίκο Shakespeare & Co, της Αμερικανίδας Σύλβια Μπητς. Η έκρηξη έχει συντελεστεί, και η ιστορία της λογοτεχνίας παίρνει άλλη τροπή. Φυσικά, στις πουριτανικές Ηνωμένες Πολιτείες, το βιβλίο απαγορεύεται ως «πορνογράφημα», και θα χρειαστεί να κυλήσουν δύο ολόκληρες δεκαετίες ώσπου ο περίφημος πια δικαστής Γούλζυ με μιαν ακόμα πιο περίφημη αγόρευση αποφασίσει την ανάκληση της απαγόρευσης. Στο ρόλο άριστου λογοτεχνικού κριτικού, ο Γούλζυ θα μιλήσει  για «την οθόνη της συνείδησης με τις διαρκώς μεταλλασσόμενες καλειδοσκοπικές της εντυπώσεις, για πλαστουργημένα παλίμψηστα όχι μόνο της ζωής όπως την παρατηρεί καθένας γύρω του, αλλά και της ζώνης του λυκόφωτος, με τα ιζήματα από προηγούμενες αποτυπώσεις όπου κυριαρχεί το ασυνείδητο».

Στον Οδυσσέα οι λέξεις είναι ζωντανές, συνδυάζονται μαγικά, στροβιλίζονται, πάλλονται, σκιρτούν. Ο Σάμιουελ Μπέκετ επεσήμανε ότι, φέρ’ ειπείν , όταν μιλάει ο Τζόυς για μια χοροεσπερίδα, οι λέξεις δεν περιγράφουν το χορό αλλά χορεύουν οι ίδιες, κι αυτό είναι επίτευγμα του ποιητή, είναι απόλυτος σεβασμός αλλά και απέραντη μουσική ευαισθησία προς την πρώτη ύλη σου, τις λέξεις. Ο ίδιος ο Τζόυς, σε μιαν επιστολή του, χαρακτηρίζει τη γραφή του, το στιλ του, «ένα μουδιασμένο, στουμπωμένο, πατικωμένο, γοργονοειδές, μαρμελαδιαστό, νανουριστικό γράψιμο με κάτι από λιβάνι, μαριολατρεία, αυνανισμό, μύδια βραστά, την παλέτα ενός ζωγράφου, παπαρδέλες, κτλ, κτλ». Καινοτόμος δίχως χιούμορ είναι κάτι σαν εσπρέσο ντεκαφεϊνέ! Αλλά οι κακοήθεις και οι εξουσιαστές δεν έχουν χιούμορ, καθώς φαίνεται. Μετά την έκρηξη που προκάλεσε αυτός ο κυκεώνας των λέξεων, αυτός ο ορυμαγδός των συγκινήσεων, θα αρχίσει και η καταλαλιά: ο Τζόυς θα χαρακτηριστεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μισάνθρωπος, κοκαϊνομανής, υποχονδριακός κολεγιόπαις που τον τρώνε τα σπυριά του (αυτό από την Βιρτζίνια Γουλφ!), δευτέρας διαλογής (της ιδίας!!!), κόλακας και με το αζημίωτο συνοδός δουκισσών, μπολσεβίκος προπαγανδιστής, κατάσκοπος στην υπηρεσία της Αυστρίας, ενώ κάποιος παράφρων γραφειοκράτης θα πει ότι το κείμενο του Οδυσσέα ήταν ένας κώδικας για να επικοινωνεί ο Τζόυς με τη βρετανική Ιντέλιτζενς Σέρβις! Πολλοί συνάδελφοί του θα επιτεθούν στο στυλ του, θα το καταγγείλουν ως πεποιημένο, εξεζητημένο, αναληθοφανές. Αλλά όπως σημειώνει η Έντνα Ο’ Μπράιεν, «Από το σχεδόν υπό πολιορκία φυλάκιό του, ο Τζόυς είπε ότι η δεν είχε σημασία αν η τεχνική του ήταν αληθοφανής ή όχι, σημασία είχε ότι του χρησίμευσε ως γέφυρα για να περάσουν από κάτω τα δεκαοκτώ επεισόδια του Οδυσσέα. Τα στρατεύματά του είχαν περάσει, και οι αντίπαλοί του μπορούσαν να τινάξουν τη γέφυρα στον αέρα. Δεν τον ένοιαζε πια».

Παγερά αδιάφορος, ο Τζόυς θα προσηλωθεί στη συγγραφή του περιβόητου Finnegans Wake, διακηρύσσοντας σκασμένος στα γέλια ότι καταπιάνεται με ένα έργο που θα κάνει τους φιλολόγους να σπαζοκεφαλιάζουν τους επόμενους δύο αιώνες. Το έργο αυτό, ένα λεκτικό επίτευγμα άνευ προηγουμένου,  το έφτιαξε από το τίποτα εντελώς, με κεραυνούς και αστροπελέκια, δουλεύοντας εξαντλητικά επί δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, δημιουργώντας μια νέα γλώσσα στο χωνευτήρι του μυαλού του, πλάθοντας έναν κυκεώνα από «λεξισκουπίδια», από «γλωσσομολυβδοπελεκήματα» όπως έλεγε ο ίδιος μια λεκτική ροή των όπως έρχονται λέξεων, και γελώντας βροντερά μες στα άγρια χαράματα, καθώς ήξερε πολύ καλά ότι πετυχαίνει να σπάσει το φράγμα ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο, να φέρει στο πεδίο της εγρήγορσης αυτό που άλλοι κάνουν στον ύπνο τους.

Το 1939, θα εκδοθεί το Finnegans Wake, αυτός ο μεγαλειώδης θρίαμβος της λογοτεχνίας και της ίδιας της ζωής. Την ίδια χρονιά, ο Σάμιουελ Μπέκετ θα τον βοηθήσει να μαζέψει τα χαρτιά και τα μολύβια του, και να εξοριστεί για μιαν ακόμα φορά. Οι ναζί εισέβαλαν στη Γαλλία, το Παρίσι έπεσε, και ο Ιρλανδός βρέθηκε και πάλι στη Ζυρίχη. Ο Τζόυς, σχεδόν τυφλός, με κλονισμένη την υγεία, θα καταρρεύσει στις 13 Ιανουαρίου του 1941, τρεις εβδομάδες πριν κλείσει τα πενήντα εννιά του χρόνια. Στη λιτή κηδεία του, ο τενόρος Μαξ Μιελί τραγούδησε την άρια «Addioterraaddiocielo» του Μοντεβέρντι. Ένα Βρετανός υπουργός είπε ότι η Ιρλανδία θα εκδικείται εις το διηνεκές την Αγγλία γεννώντας μεγαλοφυείς συγγραφείς που παράγουν λογοτεχνικά αριστουργήματα. Πιο μεστή και πιο… τζοϋσική, η Νόρα Τζόυς, μούσα αλλά και θύμα της ασύγκριτης πένας του Τζέιμς Τζόυς, θα του επιφυλάξει τον καλύτερο, και τόσο ζηλευτό, επιτάφιο: «Ο καημένος μου ο Τζιμ», θα γράψει στην αδελφή της, «ήταν σπουδαίος άνθρωπος.» 

26.7.12

Δεσμοί Αίματος - το πρώτο μου μυθιστόρημα

Γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ποιήματα, μικρές ιστορίες, άρθρα σε διάφορα έντυπα, εδώ, στο μπλογκ μου.. Όλα όμως ήταν μικρής έκτασης. Η μεγαλύτερή μου ιστορία (η οποία μάλιστα βραβεύτηκε και σε διαγωνισμό διηγήματος παίρνοντας την τρίτη θέση) δεν ξεπερνούσε τις τριάντα σελίδες.

Όμως, δεν με κάλυπτε εξ' ολοκλήρου. Στην άκρη του μυαλού μου υπήρχε πάντα μια λαχτάρα να γράψω κάτι μεγαλύτερο. Ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα, σαν κι αυτά που διάβαζα τόσα χρόνια, μια ιστορία με ήρωες καθημερινούς ανθρώπους που όμως η ζωή τους τους βάζει μπροστά σε καταστάσεις όπου καλούνται να φτάσουν στα όρια των αντοχών και του χαρακτήρα τους, να διανύσουν το εύρος και το βάθος της προσωπικότητάς τους από το ένα άκρο ως το άλλο μέσα από ανατροπές και αναθεωρήσεις.

Δεν τολμούσα να το κάνω πράξη. Μερικές φορές, όταν έχεις διαβάσει πολλά και σημαντικά πράγματα από μεγαθήρια του πνεύματος, αυτό μπορεί να σου γυρίσει και μπούμερανγκ. Εννοώ, ότι σε σύγκριση με όλους αυτούς και τα έργα τους, θεωρείς αστείο ακόμα και να επιχειρήσεις να κάνεις κάτι από μόνος σου. Τα αντιμετώπιζα με τόσο δέος που αισθανόμουν τη δική μου φωνή να εξαφανίζεται από τον χάρτη του δημιουργικού μου κόσμου και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι' αυτό.

Το συζήτησα με έναν καθηγητή μου, με τον οποίο ακόμα επικοινωνώ μετά από τόσα χρόνια, το συζήτησα με κάποιους φίλους κοντινούς που είχαν κάποια σχέση με τον χώρο με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, αφού είχε γίνει ένα σαράκι που μου έτρωγε τα σωθικά. Ήθελα να γράψω και δεν μπορούσα! Φοβόμουν...

Μερικές φορές, αυτό που λένε, ότι πρέπει να συμπέσουν οι συγκυρίες για να πάρει κάτι μπροστά, έχει πράγματι ισχύ. Αυτό έγινε σε μένα. Το συζητούσα με κάποιον φίλο, λέγοντάς του πόσο φοβόμουν μήπως αρχίσω να γράφω βλακείες και η απάντηση κεραυνός που εισέπραξα μου έφτασε για να ξεκινήσω: "Ε, και;" Αυτό μου είπε. "Το πρόβλημά σου δεν είναι τι θα γράψεις, αλλά να ξεκινήσεις να γράφεις. Θέλεις να γράψεις μυθιστόρημα, έτσι δεν είναι; Ε, ο μόνος τρόπος για να γράψεις ένα μυθιστόρημα είναι να καθίσεις κάτω και να το γράψεις."

Με σόκαρε η απλότητα της σκέψης του, που όμως αποκαλύφθηκε ως η μεγάλη κρυμμένη αλήθεια που αναζητούσα. Αν ήθελα να γράψω, έπρεπε να καθίσω να γράψω. Τι πιο απλό! Καλοκαίρι ήταν όπως και τώρα. Καθόμουν στη βεράντα και η ησυχία ήταν τόσο απόλυτη γύρω μου που μπορούσα να ακούσω την εσωτερική μου φωνή με μεγάλη ευκρίνεια. 'Ο μόνος τρόπος για να το γράψεις, είναι να καθίσεις και να το γράψεις.' Κι έτσι όπως μου έρχονταν σαν αποκάλυψη αυτές οι λέξεις σηκώθηκα, πήγα στο γραφείο μου, άνοιξα τον υπολογιστή μου σε ένα έγγραφο word και ξεκίνησα να γράφω. Έτσι απλά. Ξεκίνησα και μετά δεν είχα σταματημό. Στην αρχή έκανα κάποιους άγαρμπους χειρισμούς, κάπου μου έφευγε κάπου με τράβαγε, όμως μετά από λίγο άρχισε να κυλάει σα νερό, πολλές φορές σαν χείμαρρος, μέχρι που το τελείωσα πριν καλά-καλά το καταλάβω. Σχεδόν μόνο του με οδήγησε προς τα εκεί. Και τι λύτρωση όταν έφτασα στην πιο πολυπόθητη λέξη απ' όλες, τη λέξη ΤΕΛΟΣ. Το είχα τελειώσει!

Για περισσότερο από έναν χρόνο το μυθιστόρημά μου καθόταν κλεισμένο στο συρτάρι του γραφείου μου. Μια όμορφη ιδέα που ήρθε από τον e-φίλο Gyro με έκανε να αλλάξω γνώμη και να το βγάλω προς τα έξω. 'Η τέχνη είναι για να μοιράζεται' μου είπε και θυμήθηκα τον εαυτό μου να γράφει την ίδια φράση σε κάποιο σχόλιό μου που απαντούσε στην απορία ενός αναγνώστη στους Εαπίλεκτους γιατί κάθομαι και ασχολούμαι με τα του ΕΑΠ, αφού δεν υπάρχει καμία απολαβή για μένα. Το μόνο που διέφερε ήταν το ουσιαστικό. Αντί για τέχνη είχα γράψει γνώση, μικρή όμως η διαφορά, αφού και η τέχνη και η γνώση είναι για να μοιράζονται. Μετέτρεψα λοιπόν τους Δεσμούς Αίματος με οδηγό τις οδηγίες του σε ηλεκτρονική μορφή και σας το παρουσιάζω! :)

Με αυτή την ανάρτηση σας αποχαιρετώ για το καλοκαίρι. Σας εύχομαι να περάσετε καλά, να περάσετε τέλεια, είτε φύγετε είτε μείνετε. Εγώ φεύγω αύριο, για λίγο. Για μετά, βλέπουμε.
Θα περνάω να σας βλέπω όποτε επιστρέφω στο σπίτι.

Εύχομαι σε όλους σας Καλό Καλοκαίρι!


Book reviews:

α) από Gyro


β) από maria



Νέα Ενημέρωση:


Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας και τα καλά σας λόγια!


Έχετε δίκιο για το δύσκολο της ανάγνωσης μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. Κι εγώ της ίδιας άποψης είμαι, κι εγώ θέλω να μπορώ να το κρατάω στα χέρια μου, να έχω φυσική επαφή με το βιβλίο που διαβάζω, να ακούω τις σελίδες στο γύρισμά τους, να μυρίζω τη μυρωδιά του, να σημειώνω πάνω του..


Όμως, είμαι πολύ ντροπαλή για να αποφασίσω να το τρέξω σε εκδοτικούς οίκους, δεν μου πηγαίνει καθόλου αυτό το κομμάτι της προώθησης της δουλειάς, το βλέπω σαν εφιάλτη. Γι' αυτό και δεν βγήκε από το συρτάρι παρά μόνο όταν ο Gyro μου υπέδειξε και αυτή την εναλλακτική της ηλεκτρονικής παρουσίασης, την οποία δεν είχα σκεφτεί ως τότε. 

Το να το βγάλω σε ηλεκτρονική μορφή ήταν η αμέσως επόμενη δυνατή επιλογή για μένα που γενικά δεν έχω καθόλου καλές σχέσεις με προωθήσεις, marketings και τα λοιπά συναφή.
Εννοείται πως ο απώτερος σκοπός είναι να βρεθεί εκδότης και το βιβλίο να εκδοθεί κανονικά, σε έντυπη μορφή και να πάρει το δρόμο του στα ράφια των βιβλιοθηκών μέσω της κλασικής, παραδοσιακής έντυπης οδού. Στο εξωτερικό αυτά τα κάνουν αντζέντηδες, εδώ όλα πρέπει να τα κάνουμε μόνοι μας, σνιφ.... 

:)


Σας ευχαριστώ και πάλι!


19.7.12

Λογοτεχνία και πάλι!


Συνήθως διαβάζω πρώτα το βιβλίο και ύστερα πηγαίνω και βλέπω την ταινία, σ' αυτή την περίπτωση όμως έγινε το αντίστροφο. Είχα δει την ταινία με μια ανεπανάληπτη και πανέμορφη Julia Roberts, είχε μεσολαβήσει και ένα βιντεάκι με μια ομιλία της συγγραφέως Elisabeth Gilbert που μου έκανε εντύπωση και μετά πήγα και αγόρασα το βιβλίο. Μου άρεσε η θεματική του, ένα τριπλό εξωτερικό ταξίδι με στάσεις στη Ρώμη, την Ινδία και το Μπαλί και παράλληλα ένα εσωτερικό ταξίδι συγχώρεσης και αυτογνωσίας.

Διαβάζω στο οπισθόφυλλο:

"Είναι τρεις το πρωί και η Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ έχει γονατίσει στο πάτωμα του μπάνιου της κλαίγοντας με λυγμούς. Είναι τριάντα χρονών, είναι παντρεμένη, έχει ένα ωραίο σπίτι και με τον άντρα της προσπαθούν να αποκτήσουν παιδί. Τίποτα απ' όλα αυτά όμως δεν είναι αυτό που θέλει. Ύστερα από ένα θυελλώδες διαζύγιο κι έναν εξίσου θυελλώδη ερωτικό δεσμό, νιώθει ερείπιο και συνειδητοποιεί πως είναι καιρός να κάνει το δικό της ταξίδι, αναζητώντας τα τρία πράγματα που της λείπουν: την απόλαυση, την πίστη και την ισορροπία.
Από τη Ρώμη με την εκλεκτή κουζίνα και την αλέγκρα κουλτούρα πηγαίνει στην Ινδία, όπου, ύστερα από τέσσερις μήνες ασκητικής ζωής με γιόγκα και διαλογισμό, καταφέρνει να βρει την εσωτερική της πίστη. Τέλος, φτάνει στο εξωτικό Μπαλί, όπου θα ανακαλύψει ένα καινούριο μονοπάτι προς τη γαλήνη. Η ευτυχία αρχίζει να της χαμογελά.."

Το γράψιμο έχει την κλασική γρήγορη ροή της αμερικανικής γραφής, ενώ η συγγραφέας σε βάζει αμέσως με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό στο κλίμα, τονίζοντας πολλές φορές ότι πρόκειται για αυτοβιογραφία. Ίσως αν δεν προσπαθούσε τόσο πολύ να πείσει για την εγκεφαλικότητα του χαρακτήρα της, να με είχε κερδίσει περισσότερο ως αναγνώστρια. Αυτό βέβαια είναι η προσωπική μου αίσθηση, αφού 4,5 εκατομμύρια αναγνώστες που έχουν κάνει το βιβλίο διεθνές best seller, προφανώς θα έχουν αντίθετη άποψη.

Όπως και να' χει, πρόκειται για ένα οδοιπορικό ψυχής, μια πορεία προς την αλήθεια μέσα από την ανήσυχη ματιά μιας σύγχρονης Αμερικανίδας. Μια αλήθεια που ερμηνεύεται διαφορετικά από τον κάθε άνθρωπο, ίσως εξαιτίας της μοναδικότητας και της πολυπλοκότητάς του ως οντότητα. Πρόκειται για ένα ταξίδι σε δυο παράλληλες πορείες, την πραγματική από τη μιά, τη νοητή από την άλλη, σε μέρη γεμάτα ομορφιά, πολιτισμό και κουλτούρα, γεμάτα εξωτισμό, φτιάχνονας ένα τέλειο σκηνικό για την εξέλιξη της ιστορίας της ηρωίδας, αλλά και το ιδανικότερο φόντο για μια καλοκαιρινή βουτιά μέσα σε εύπεπτες και ευχάριστα αναγνώσιμες λογοτεχνικές σελίδες που τόσο μου έχουν λείψει όλο αυτόν τον καιρό, λόγω των υποχρεώσεών μου στη σχολή.. 


9.10.11

Τα χρόνια της αθωότητας

Age of innocence by eve.ps
Age of innocence, a photo by eve.ps on Flickr.

Γεννημένη το 1862, η Edith Wharton είναι μία από τις πιο σημαντικές αμερικανίδες συγγραφείς των αρχών του 20ου αιώνα. Με το διάσημο φλεγματώδες της ύφος εξετάζει κριτικά τις αξίες της υψηλής κοινωνίας (στην οποία ανήκε και η ίδια) και της επικρατούσας ηθικής φωτίζοντας με την πένα της όλους τους συμβιβασμούς και υποκρισία τους.

Τις θέσεις της τις υποστήριξε και έμπρακτα, αφού έγινε η πρώτη γυναίκα που κέρδισε το βραβείο Pulitzer για τη νουβέλα της 'Τα χρόνια της αθωότητας' το 1920, σπάζοντας με το προσωπικό της παράδειγμα τα ηθικά δεσμά της εποχής.

Ακολούθησαν πολλές βραβεύσεις ακόμα, ενώ τα περισσότερα έργα της έγιναν best-sellers. Το 1923 τιμήθηκε με το Honorary Doctorate of Letters του Πανεπιστημίου Yale και το 1930 εκλέχθηκε στην Αμερικανική Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών. Πέθανε επτά χρόνια αργότερα σε ηλικία 75 χρονών.


14.9.11

Σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο μουσείο Ηρακλειδών


Καταξιωμένοι λογοτέχνες θα πραγματοποιήσουν στον υπέροχο χώρο του μουσείου Ηρακλειδών στο Θησείο σειρά σεμιναρίων για όσους αγαπούν τη λογοτεχνία και ενδιαφέρονται να γνωρίσουν την διαδιακασία της συγγραφής εκ των έσω. Τα σεμινάρια ξεκινούν από αρχές Οκτώβρη, όσοι επίδοξοι συγγραφείς, σπεύσατε!

Για περισσότερα διαβάστε εδώ:

PaintBox magazine: Σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο μουσείο Ηρακλειδ...: Σε μια εποχή, που η αναζήτηση των χαμένων αξιών και η ανάγκη της δημιουργικής έκφρασης έχουν καταστεί περισσότερο επιτακτικές από ποτέ,...

***

21.8.11

Ο γέρος και η θάλασσα

Old man and the sea by eve.ps
Old man and the sea, a photo by eve.ps on Flickr.

"Ήταν γέρος και ψάρευε μόνος με μια βάρκα στο Γκολφ Στρημ και είχαν κι όλας περάσει ογδόντα τέσσερες μέρες χωρίς να πιάσει ούτ’ ένα ψάρι. Τις πρώτες σαράντα, ήταν μαζί του κι έν’ αγόρι. Μα ύστερα από σαράντα μέρες χωρίς ούτ’ ένα ψάρι, οι γονείς τ’ αγοριού τού είπαν πως ο γέρος ήταν πια οριστικά και τελειωτικά salao, που στα ισπανικά είναι η χειρότερη λέξη για τον άτυχο, και τ’ αγόρι υπακούοντας στους γονείς του, πήγε σε μια άλλη βάρκα που την πρώτη κιόλας βδομάδα έπιασε τρία καλά ψάρια. Τ’ αγόρι λυπόταν να βλέπει το γέρο να’ ρχεται κάθε μέρα με άδεια τη βάρκα του, και κατέβαινε πάντα για να τον βοηθήσει να κουβαλήσει τις τυλιγμένες πετονιές ή το γάντζο και το καμάκι, και το πανί που ήταν τυλιγμένο γύρω απ’ το κατάρτι. Το πανί ήταν μπαλωμένο με σακιά από αλεύρι και έτσι, όπως ήταν μαζεμένο, έμοιαζε με σημαία παντοτινής ήττας.

Ο γέρος ήταν λιγνός και κοκαλιάρης, με βαθιές ρυτίδες στο σβέρκο του. Τα μάγουλά του ήταν ηλιοκαμένα απ’ την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στην τροπική θάλασσα. Αυτά τα ηλιοκάματα διέτρεχαν όλο του το πρόσωπο, και τα χέρια του είχαν βαθιές χαρακιές, απ’ τις πετονιές που τραβούσε τα ψάρια. Μα καμιά απ’ αυτές τις χαρακιές δεν ήταν καινούργια. Ήταν παλιές, σα φαγωμένα βράχια σε μια νεκρή θάλασσα.

Όλα σ’ αυτόν ήταν γερασμένα, εκτός απ’ τα μάτια του, που είχαν το ίδιο χρώμα με τη θάλασσα κι ήταν ζωηρά και ακατάβλητα."


Ernest Hemingway

 ***


Μια θαλασσινή ιστορία απλή και σινάμα ηρωική: η προσωπική πάλη ενός γέρου ψαρά να πιάσει και να σκοτώσει τον μεγάλο ξιφία και να τον φυλάξει από τους καρχαρίες στο δρόμο του γυρισμού. Και πίσω από το μύθο, ένα μάθημα ζωής: πώς να μάχεται κανείς διατηρώντας άθικτα την πίστη, την αξιοπρέπεια, τη μεγαλοψυχία και συμπόνοια του για όλα τα πλάσματα της γης μέχρι το τέλος, όσο τραγικό κι αν μπορεί να είναι αυτό.

Το διήγημα Ο γέρος και η θάλασσα του Έρνεστ Χέμινγουει είναι ένα ανεπιτήδευτο αριστούργημα 119 σελίδων που καθηλώνει με την αμεσότητα της γραφής και τις αλήθειες που προβάλλει, χαρίζοντας στον συγγραφέα το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1954.

Η φωτογραφία βέβαια δεν τραβήχτηκε στο Γκολφ Στρημ, αλλά στο ταπεινό Τολό Αργολίδας :)

25.7.11

Η Ελλάδα έφταιγε για όλα

DC kid by eve.ps
DC kid, a photo by eve.ps on Flickr.

Ναι η Ελλάδα έφταιγε για όλα. Είναι άλλωστε πολύ δύσκολο να παραδεχτεί κανείς, μόνος με τον εαυτό του, σκληρός, αλύπητος, να παραδεχτεί πως το κακό βρίσκεται κυρίως μέσα, πως η ψυχή δεν είταν αρκετά δυνατή. Είναι τόσο δύσκολο, ώστε καλύτερα να μην συλλογίζεται κανείς.

Η Ελλάδα λοιπόν. Μίζερη, πικρόχολη, μοχθηρή, κακιά χωρίς περηφάνεια, ταπεινή χωρίς ομορφιά, κιτρινιάρα, βλοσυρή, φαρμακωμένη, με τις πιο παλαβές φιλοδοξίες και με συναισθήματα ενός φθονερού υπηρέτη, η Ελλάδα με τα μικρά λιμάνια, τα μικρά καράβια, τα μικρά σπίτια, τα μικρά ζητήματα, τα μικρά πάθη, τις μικρές, μικρούτσικες ζωές, η Ελλάδα της μικρότητας – ω φρίκη!

Πώς είτανε μπορετό να ζήσει εδώ μέσα η μεγάλη ορμή; Και σε τι χρησίμευαν, τι νόημα είχαν οι μεγάλες ορμές εδώ μέσα;

Του φαινότανε τώρα, εκ των υστέρων, πως η νεανική του εξόρμηση δεν είτανε παρά ένα φιάσκο, μια κοροϊδία του εαυτού του και των άλλων. Και κανείς δεν μπορούσε δα να τους κοροϊδέψει αληθινά τους φθονερούς αυτούς υπηρέτες μιας ερειπωμένης αρχοντιάς, που ξέρανε καλά τον τρόπο που εξευτελίζουνε τα πάντα, εξευτελισμένοι καθώς είτανε, ως τα τρίσβαθα της ψυχής τους, από την ίδια τους την αθλιότητα.

Η Ελλάδα λοιπόν. Κι όλη αυτή η δήθεν ελεύθερη ζωή, που είχε φτιάσει νομίζοντας πως αγωνιζότανε εναντίον της κοινωνίας, η ζωή που συνοψιζότανε στη δήθεν λογοτεχνική του σταδιοδρομία και στους κοσμικούς έρωτές του [...] όλη αυτή η ζωή δεν είτανε παρά μια ρουτίνα εξ ίσου πνιγερή και ανυπόφορη, όσο και κείνη που πίεζε το Λίνο και τον ανάγκασε μια μέρα να τα σπάσει όλα. Αυτός τουλάχιστο ξεκίνησε για μια αληθινή περιπέτεια, για ένα αληθινό ταξίδι, χωρίς τα χωρατά. Χώρισε τις τύχες του από τη μικρότητα της Ελλάδας. Και τον εκδικήθηκε βέβαια η ζηλιάρικη μικρότητα, τον τσάκισε και πάει. [...]

Ενώ ο Νικηφόρος Νοταράς πώς να χωρίσει και πώς να φύγει και να πάει πού; Δεν είτανε κύριος των τυχών του αυτός. Τα είχε παίξει όλα μια και καλή από την αρχή, είχε εκτεθεί στα μάτια του εαυτού του, δεν μπορούσε πια να αλλάξει δρόμο. Και δεν επρόκειτο γι’ αυτόν, να κάνει τη ζωή του, δεν είταν αυτό το ζήτημα. Επρόκειτο (τι παιδιαρίσματα!) για το Έργο, το Έργο αυτό, που τον πίεζε νύχτα – μέρα από μέσα, ανίκανο να βγει στο φως, και δηλητηρίαζε όλην την ύπαρξή του, το Έργο που θα ήτανε (ω ειρωνεία!) η βαθύτερη ουσία της Ελλάδας, η καινούργια δόξα της Ελλάδας...

- Φτάνει πια η Ελλάδα, φώναξε ξαφνικά, φτάνει!

[...]





Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Αργώ του Γ. Θεοτοκά.


12.6.11

Η Γενιά του 1880


ΕΝΝΟΙΕΣ - ΚΛΕΙΔΙΑ
  • Επαρχία - Άστυ
  • Ρεαλισμός
  • Σάτιρα
  • Λαογραφία
  • Γλωσσικό Ζήτημα
  • Ηθογραφία
  • Παρνασσισμός
  • Συμβολισμός
  • Ποιητής Μύστης
  • Νατουραλισμός
  • Κοινωνική κριτική
  • Γυναικεία πεζογραφία
  • Ψυχολογικό / Ιδεολογικό μυθιστόρημα
ΟΡΙΣΜΟΣ

Η λογοτεχνική "Γενιά του 1880" περιλαμβάνει μια μεγάλη και σημαντική ομάδα λογοτεχνών που δραστηριοποιούνται τόσο στην πεζογραφία όσο και στην ποίηση και διαμορφώνουν με το έργο τους τις λογοτεχνικές τάσεις της περιόδου 1880 - 1910 περίπου. Οι δημιουργοί επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές εξελίξεις τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και στην υπόλυπη Ευρώπη. Συνδέεται με το πέρασμα από τον Ρομαντισμό στον Ρεαλισμό, ο οποίος ως ρεύμα είναι αποτέλεσμα των εξελίξεων στο φιλοσοφικό και στο επιστημονικό πεδίο: του θετικισμού (Κόντ: εξέφρασε στη φιλοσοφία την ιδέα της εξέλιξης στην ανθρώπινη σκέψη, μέω της επιστημονικής μεθόδου ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει γνώση για τον κόσμο που τον περιβάλλει -- Ται: ανάλυση ψυχολογίας των ατόμων, εφικτή η διατύπωση νόμων μέσα από συσχετισμούς των πορισμάτων. Το σύστημά του βασίζεται στην έρευνα, τη συγκέντρωση δεδομένων και την αντικειμενική ανάλυση και το αξίωμα που διατύπωσε έγινε άξονας της νατουραλιστικής θεωρίας, τα άτομα υποβάλλονται στην επίδραση του περιβάλλοντος, της κληρονομικότητας και της στιγμιαίας συγκυρίας) => υποβάθμιση ελεύθερης βούλησης (δηλαδή ρομαντισμού) => ρεαλισμός και στην ακραία του μορφή, νατουραλισμός) και των ανακαλύψεων των φυσικών επιστημών (Δαρβίνος: συνεχής αγώνας για επιβίωση του ικανότερου).


ΙΣΤΟΡΙΚΟ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Ο ελληνικός χώρος αποκτά αστικό χαρακτήρα «εξαστισμός» και προσγειώνεται σε πιο ρεαλιστικές απαιτήσεις.
Σε ό,τι αφορά το ιδεολογικό υπόβαθρο, κυριαρχεί το αλυτρωτικό πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας και επειδή έχει προηγηθεί η επιτυχία της Επανάστασης και αυτό το ζήτημα στέφεται με αισιοδοξία για την πραγμάτωσή του (ρομαντικό κατάλοιπο). Οι εδαφικές επεκτάσεις έδιναν έναν αέρα αισιοδοξίας. Περίοδος που κυριαρχεί η ιδέα του έθνους-κράτους και η προσπάθεια υλοποίησής της.
Σημείο αναφοράς: η Αθήνα -- πολιτισμικό κέντρο εξέλιξης λογοτεχνικών ρευμάτων, σημείο αναφοράς για τους λογοτέχνες.
Σε κοινωνικό – λογοτεχνικό επίπεδο: πρωτοκαθεδρία του τύπου που αποκτά κοινωνικό ρόλο, γίνεται βιοποριστικό μέσον και βήμα έκφρασης των λογοτεχνών. Εμφανίζεται πληθώρα συγγραφέων και έργων. Το λογοτεχνικό περιεχόμενο – ενδιαφέρον, στρέφεται στην οικογενειακή αστική ζωή ή στη ζωή της υπαίθρου. Η ηθογραφία κινείται σε δίπολο. Από τη μία έχουμε την δυναστευτική κυκλικότητα της αγροτικής ζωής. Ο άλλος πυλώνας είναι τα δυναμικά στοιχεία του κοινωνικού γίγνεσθαι.

ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ


Δημοτικιστές και υποστηρικτές της καθαρεύουσας.
Κυρίαρχο ρόλο παίζει ο Ψυχάρης, που καθιερώνει τον όρο «διγλωσσία» μέσα από το έργο «Το ταξίδι μου», στο οποίο προωθεί ως υπέρτατη αξία την καθιέρωση της καθημερινής γλώσσας των απλών ανθρώπων. Στο έργο κατακεραυνώνει τους δασκάλους και τον λογιοτατισμό.
Επηρεασμένος από "το ταξίδι" και ο Α. Καρκαβίτσας, ο οποίος γράφει τον Ζητιάνο σε δημοτική εγκαταλείποντας για πάντα την καθαρεύουσα. Το παράδειγμά του ακολουθούν κι άλλοι. Οι περισσότεροι, ωστόσο, λογοτέχνες προσπαθούν να διατηρήσουν μια μετριοπαθή στάση ως προς το ζήτημα της γλώσσας.
Το διχαστικό αυτό κλίμα φτάνει ως το 1970 δείχνοντάς μας τη σημαντική επιρροή του πάνω σε αυτό το θέμα.
Παρά τις ακρότητες ένθεν κακείθεν, το πνεύμα αλλαγής της γλωσσικής έκφρασης έχει εισχωρήσει στο λογοτεχνικό πεδίο. Αρχικά στον πεζό λόγο: διαμέσου των διαλόγων και σταδιακά και στην αφήγηση.
Πιο εύκολη η αλλαγή στην ποίηση, λόγω της παράδοσης του δημοτικού τραγουδιού, του παραδείγματος του Σολωμού, αλλά και της καταλυτικής επίδρασης του Παλαμά.


12.1.11

Ο νομπελίστας Ορχάν Παμούκ στο Μέγαρο Μουσικής


Χθες το βράδυ, στο Μέγαρο Μουσικής, ο Τούρκος νομπελίστας μίλησε από την πλευρά του συγγραφέα αλλά και του αναγνώστη. «Τι γίνεται στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα;». Αυτό ήταν το θέμα της διάλεξής του, που εξελίχτηκε σε συζήτηση, με ερώτηση και απάντηση, ανάμεσα στον Ελληνα συγγραφέα Τάκη Θεοδωρόπουλο και τον Ορχάν Παμούκ.

«Ο μυθιστοριογράφος είναι σαν τον ζωγράφο, με τα πινέλα του δημιουργεί τα συναισθήματα των ηρώων του», είπε. Ο αναγνώστης, πιστεύει ο Παμούκ, διαβάζει τις λέξεις και τις μετατρέπει σε εικόνες, διαφορετικές για τον καθένα. Ο καλύτερος τρόπος για να απολαύσει ο αναγνώστης ένα μυθιστόρημα είναι να ανακαλύψει το «μυστικό, συγκαλυμμένο κέντρο» του, το οποίο και αποτελεί και το «τέχνασμα» του συγγραφέα. Ο ίδιος ο Παμούκ νιώθει περισσότερο «εικαστικός μυθιστοριογράφος».

Η οικογένεια τον προόριζε για πολιτικό μηχανικό - παππούς, πατέρας, θείοι ήταν μηχανικοί σιδηροδρόμων. Εκείνος πήγε στην αρχιτεκτονική, την παράτησε στο τρίτο έτος, στράφηκε στη ζωγραφική και στα 23 του τον κέρδισε για πάντα η λογοτεχνία.

Αυτό που τον κάνει ευτυχισμένο ως συγγραφέα και ως αναγνώστη είναι να νιώθει, όπως είπε, «τα συναισθήματα και την πνευματικότητα των ηρώων μέσα από τα αντικείμενα γύρω τους». Λαμπρό παράδειγμα η «Αννα Καρένινα» του Τολστόι. Το πλαίσιο του δικό του είναι η Ισταμπούλ. «Οταν, στα 40 μου, έγινα γνωστός και στο εξωτερικό άρχισε να μου μένει ο χαρακτηρισμός ''συγγραφέας της Κωνσταντινούπολης''». Πειραματίστηκε, αναμειγνύοντας στα βιβλία του την τουρκική παράδοση, τη διεθνή λογοτεχνική παράδοση και τη νεωτερικότητα, γιατί πιστεύει ότι «η τέχνη του μυθιστορήματος είναι μια τέχνη ζωντανή. Το μυθιστόρημα είναι μέσο επικοινωνίας ανάμεσα σε χώρες».

Ο 59χρονος Ορχάν Παμούκ, κοσμοπολίτης και εκπρόσωπος της εκσυγχρονιστικής Τουρκίας, μεταφρασμένος σε 50 γλώσσες, έχει αγαπηθεί πολύ από το ελληνικό κοινό που έχει διαβάσει το «Σπίτι της σιωπής», το «Λευκό κάστρο», το «Μαύρο βιβλίο», το «Χιόνι» κ.ά. (όλα από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα). Χθες γέμισε ασφυκτικά την Αίθουσα Τριάντη του Μεγάρου. Ενα ετερόκλητο κοινό, που κυριαρχούσαν οι νέοι και απουσίαζε το λογοτεχνικό σινάφι.

Ο Παμούκ απέφυγε χθες τις πολιτικές ερωτήσεις. Στην ερώτηση αν το μέλλον της Τουρκίας βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ενωση απάντησε ως εξής: «Η ΕΕ αντιμετωπίζει τα δικά της προβλήματα. Η σχέση πια Τουρκίας και ΕΕ έχει κάπως αμβλυνθεί. Δεν υπάρχει το ίδιο ενδιαφέρον με παλιότερα».

Ο Ορχάν Παμούκ, ως γνωστόν, είχε παραπεμφθεί σε δίκη για προσβολή της τουρκικότητας, με αφορμή δηλώσεις του στον ελβετικό Τύπο για το αρμενικό και κουρδικό ζήτημα.

«Το δυσκολότερο ήταν να εξηγήσω γιατί μια χώρα, η οποία είχε επισήμως υιοθετήσει μια πολιτική που θα την οδηγούσε στην ΕΕ, ήθελε να καταδικάσει σε φυλάκιση, ''κάτω από το βλέμμα της Δύσης'', έναν συγγραφέα τόσο γνωστό στις χώρες της Ευρώπης...», γράφει στο βιβλίο «Αλλα Χρώματα» (2006), το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στα Ελληνικά από την «Ωκεανίδα». Περιλαμβάνει κείμενα αυτοβιογραφικά, δοκίμια για τον πολιτισμό και την πολιτική, αλλά και τον λόγο του στην απονομή του Νόμπελ, με τίτλο «Βαλίτσα του πατέρα μου».

Χθες διάβασε αποσπάσματα από χαριτωμένο κείμενο για την κόρη του, η οποία, όπως ο ίδιος, σε μικρή ηλικία δεν αγαπούσε το σχολείο.

«Ενας ευφυής συγγραφέας πρέπει να πειραματίζεται, να εισάγει τη νεωτερικότητα αλλά και την παράδοση απεριόριστα. Οσα περισσότερα αναμειγνύει, τόσο καλύτερα δημιουργεί έναν ηλεκτρισμό, κάτι καινοτόμο».

«Πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι ο πολυτιμότερος θησαυρός που συνέλεξε η ανθρωπότητα στην προσπάθειά της να καταλάβει τον εαυτό της», έλεγε ο Ορχάν Παμούκ το 2006, στην τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας, του πρώτου στην Τουρκία. // e-go.gr


6.9.10

Εκατόν σαράντα χρόνια από τον θάνατο του Καρόλου Ντίκενς


Σαν σήμερα, το 1870, έφυγε από τη ζωή ο Charles Dickens, ένας από τους πιο διάσημους άγγλους μυθιστοριογράφους του 19ου αι., ο οποίος άφησε πίσω του κλασικά έργα που έχουν μεγαλώσει γενιές αναγνωστών. Μερικά από τα διασημότερα έργα του, στην πλειοψηφία των οποίων κυριαρχεί το θέμα της κοινωνικής μεταρρύθμισης, είναι τα: Όλιβερ Τουίστ, η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, η Ιστορία των Δύο Πόλεων, Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, Μεγάλες Προσδοκίες κ.α. Η δημοτικότητά του ποτέ δεν μειώθηκε στη διάρκεια της ζωής του και θεωρείται ένας από τους καλύτερους συγγραφείς του 19ου αιώνα παγκοσμίως.

Ο Charles John Huffam Dickens γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1812, στο Πόρτσμουθ της Αγγλίας, δεύτερο παιδί από τα οχτώ της οικογένειας Dickens. Ήταν γιος του Ιωάννου Ντίκενς, ενός δημοσίου υπαλλήλου με μικρό μισθό, ώστε ποτέ δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στα έξοδά του. Όταν τέλος οι δανειστές του τον κυνήγησαν και τον έριξαν στη φυλακή για τα χρέη του, ο νεαρός Κάρολος πληγώθηκε τόσο βαθιά, ώστε πήρε την απόφαση να αγωνιστεί για να γλυτώσει από τη φτώχεια και τα χρέη.

Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο και να εργαστεί σε εργοστάσιο βερνικιών για να συντηρήσει την οικογένειά του. Το ωράριο ήταν εξαντλητικό και η αποζημίωση ελάχιστη, αλλά αυτή η εμπειρία έστρεψε την προσοχή του μετέπειτα συγγραφέα στην κοινωνική κατάσταση και τις εργασιακές συνθήκες που επικρατούσαν στη χώρα του.

Μια απροσδόκητη κληρονομιά ήρθε να βγάλει τον Ιωάννη Ντίκενς από τη φυλακή και να απαλλάξει τον Κάρολο από τη δουλειά που μισούσε. Κατάφερε να συνεχίσει τις σπουδές του στο μέτριο Wellington House Academy, συνεχίζοντας να εργάζεται σε δικηγορικό γραφείο, ως στενογράφος στο Κοινοβούλιο, καταλήγοντας εν τέλη στη δημοσιογραφία.

Σε ηλικία 21 ετών εμφανίστηκε στο λονδρέζικο περιοδικό Monthly Magazine η πρώτη του ιστορία, A Dinner at Poplar Walk και λίγο αργότερα προσελήφθη ως πολιτικός ανταποκριτής της Morning Chronicle. Στις διαθέσιμες ώρες του έγραφε διηγήματα, βάζοντας μέσα τα πρόσωπα που γνώριζε, τους ανθρώπους που συναντούσε στο δρόμο και τους τύπους που δημιουργούσε με τη γόνιμη φαντασία του, εμφυσώντας στον καθένα τη γνώριμη πνοή του Ντίκενς.

Το πρώτο του έργο, με τίτλο "Σκιαγραφήματα του Μποζ", τυπώθηκε το 1836. Την ίδια χρονιά, ένα άλλο από τα διηγήματά του δημοσιεύθηκε και τον έμπασε στην καριέρα που επρόκειτο να δικαιώσει τη βαθειά πεποίθηση που είχε από τα πρώτα του παιδικά χρόνια ότι επρόκειτο να γίνει μεγάλος. Το Μάρτιο του 1836 κυκλοφόρησαν τα "Χαρτιά Του Πίκγουικ", που έγιναν ανάρπαστα από το αναγνωστικό κοινό. Μετά βγήκε ο "Όλιβερ Τουίστ", εμπνευσμένος από όσα είχε δει και γνωρίσει ο Ντίκενς στις περιοδείες του ως ανταποκριτής εφημερίδος.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων αυτών επιτυχιών του, ο Ντίκενς είχε παντρευτεί την Αικατερίνη Χόγκαρθ και η οικογένειά του μεγάλωσε με γοργό ρυθμό καθώς απέκτησε εννέα παιδιά. Τα οικονομικά του επίσης βελτιώθηκαν πολύ και συνεχώς άλλαζε σπίτι, το ένα πιο μεγάλο από το άλλο.

Η δημοτικότητα του Ντίκενς μεγάλωνε κι αυτή. Έγινε γνωστός στην Αμερική όσο ήταν και στην Αγγλία. Το 1842 διέσχισε τον Ατλαντικό και οι Αμερικανοί τον υποδέχθηκαν με τον χαρακτηριστικό ενθουσιασμό τους. Κι όμως, του νεαρού Ντίκενς οι Αμερικανοί τού φάνηκαν ακαλλιέργητοι και θορυβώδεις, μασούσαν καπνό, είχαν δούλους και δεν σέβονταν την ξένη πνευματική ιδιοκτησία. Δεν δίστασε καθόλου να εκφράσει τις απόψεις του και γυρίζοντας στην Αγγλία έγραψε τις όχι και τόσο κολακευτικές εντυπώσεις από την Αμερική στα "Αμερικάνικα Σημειώματα" (1842) και στο "Μάρτιν Τσάζλγουϊκ" (1843-1844).

Το 1843 είχε εκδόσει τα "Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα" που γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία, ενώ αργότερα ακολούθησε ο "Δαβίδ Κόπερφιλντ". Ο "Δαβίδ Κόπερφιλντ" (1849-1850) είναι σχεδόν η αυτοβιογραφία του Ντίκενς. Στο έργο αυτό αποθανατίζει τον πατέρα του στο πρόσωπο του κ. Μικόμπερ, και τον εαυτό του στο πρόσωπο του Δαβίδ. Το 1860-1861 εξέδωσε σε σειρές τις "Μεγάλες Προσδοκίες".

Το 1867 μια πολύ δελεαστική προσφορά από την Αμερική τον έκανε να διασχίσει πάλι τον Ατλαντικό. Οι Αμερικανοί τον υποδέχθηκαν μ' ένα ενθουσιασμό άνευ προηγουμένου. Ξέχασαν τα όσα είχε γράψει κάποτε γι' αυτούς, αλλά κι αυτός αναίρεσε εκείνα τα λόγια του. Σ' ένα συμπόσιο που έκανε προς τιμήν του το Τυπογραφείο Ντελμόνικο της Νέας Υόρκης, έκανε μια πολύ εύγλωττη έκκληση για τη φιλία των δύο αγγλόφωνων λαών.

Το 1868 ο Ντίκενς επέστρεψε στην Αγγλία και δύο χρόνια αργότερα, το 1870, πέθανε στο Ρότσεστερ. Η σωρός του τάφηκε στο Αββαείο του Γουεστμίνστερ, αφού η μοίρα του επληρώθηκε αφήνοντας στον κόσμο τα αθάνατα έργα που είχε δημιουργήσει και που θα είναι αιώνια μνημεία του μεγαλείου του.


3.6.10

Στοιχεία αξιολόγησης ενός λογοτεχνικού κειμένου


Αυτά είναι τα στοιχεία που πρέπει να αξιολογούμε όταν καλούμαστε να μελετήσουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο:

1. Το περικείμενο, δηλαδή τι προηγείται, τι έπεται.
2. Το περιεχόμενο του αποσπάσματος.
3. Πώς το απόσπασμα ταιριάζει με τα γενικότερα θέματα του έργου, στο οποίο ανήκει, π.χ. η συνομιλία Έκτορα-Ανδρομάχης τι δείχνει για τον χαρακτήρα του επικού ήρωα.
4. Σκεπτόμαστε το λογοτεχνικό είδος στο οποίο ανήκει το κείμενο, από όπου προέρχεται το απόσπασμα, εντοπίζουμε κι αξιολογούμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε είδους, π.χ. στο δράμα στοιχεία παράστασης, σε αφηγηματικά κείμενα στοιχεία πλοκής και αφηγηματικής εξέλιξης κ.α.
5. Τη δομή, την επιχειρηματολογία και την ικανότητα να πείθει ιδιαίτερα ένα ρητορικό κείμενο.
6. Τη διακειμενικότητα, δηλ. τη σχέση του με κάποιο άλλο κείμενο, παλαιότερο ή νεότερο.
7. Αναγνωρίζουμε αν τυχόν ο χαρακτήρας του κειμένου καθορίζεται από κάποια λογοτεχνική σύμβαση, π.χ. αν είναι προοίμιο, σκηνή ικεσίας, κτλ.
8. Ρητορικά σχήματα, π.χ. αποστροφή, ρητορική ερώτηση κ.α.
9. Σχήματα λόγου, π.χ. μεταφορές, προσωποποιήσεις, κ.α.
10.Ύφος του λόγου, π.χ. λόγιο, λαικό, επίσημο, πομπώδες κ.α, αναφορά σε σχετικό λεξιλόγιο, σύνταξη κτλ.
11. Η σειρά των λέξεων.
12. Μετρική μορφή ενός ποιητικού κειμένου από το πρωτότυπο (μέτρο, διασκελισμός, στιχομυθία, παρήχηση, κτλ)
13. ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΥΜΕ ΚΑΙ (ΟΣΟ ΜΠΟΡΟΥΜΕ) ΕΞΗΓΟΥΜΕ. Π.χ. εντοπίζουμε μία παρομοίωση, αναλύουμε τα δύο της μερη, και εξηγούμε γιατί υπάρχει εκεί, ποια είναι η λειτουργία της.

23.1.10

Το σκάφανδρο και η πεταλούδα


Ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων που έγιναν ταινία, όμως είχε γίνει πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο ήδη από την πρώτη μέρα έκδοσής του. Πρόκειται για μια αυτοβιογραφία με τίτλο Το σκάφανδρο και η πεταλούδα, γραμμένη από τον γάλλο εκδότη του περιοδικού Elle, Ζαν-Ντομινίκ Μπομπί. Η ιδιαιτερότητά του; Γράφτηκε… με το βλέφαρο ενός ματιού!

Το θέμα του βιβλίου δεν είναι ο κόσμος της μόδας, όπως θα περίμενε ίσως κανείς, κι αυτό καθορίστηκε από ένα τραγικό συμβάν που άλλαξε ριζικά τη ζωή του επιτυχημένου 42χρονου Ζαν-Ντομινίκ, όταν ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο τον βύθισε ξαφνικά σε κώμα. Όταν συνήλθε, και ενώ είχε πλήρη συναίσθηση του εαυτού του και του κόσμου γύρω του, ωστόσο το σώμα του είχε υποστεί καθολική παράλυση, δεν μπορούσε να κινήσει τίποτε, παρά μόνο το αριστερό του βλέφαρο. Εγκλωβισμένος μέσα στην ακινησία του σώματός του – το σκάφανδρο, όπως αναφέρεται συμβολικά και στον τίτλο του βιβλίου – αποφασίζει να αφήσει την φαντασία να πετάξει ελεύθερη μέσα στις σελίδες αυτής της αυτοβιογραφίας, που γράφτηκαν αποκλειστικά χάρη στο βλεφάρισμα του αριστερού του ματιού, αφού αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας του με τον κόσμο.

Αρωγός σε αυτή την ηρωική προσπάθεια, η Κλοντ Μεντιμπίλ, μια νεαρή λέκτορας γλωσσολόγος, που επινόησε ένα ειδικό σύστημα επικοινωνίας, ένα πινακάκι με τα γράμματα της αλφαβήτου κατανεμημένα σύμφωνα με τη συχνότητα χρήσης τους στη γαλλική γλώσσα. Εκείνη του απαριθμούσε τα γράμματα ένα-ένα και εκείνος επιβεβαίωνε με ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού του το γράμμα που ήθελε, το οποίο εκείνη το κατέγραφε σε ένα τετράδιο. Ένα ανοιγοκλείσιμο σήμαινε «ναι», δύο σήμαιναν «όχι». Έτσι, γράμμα-γράμμα, λέξη-λέξη, φράση-φράση, γράφτηκαν μέσα σε τρεις μήνες 140 σελίδες, μέσα στις οποίες σχηματοποιήθηκε σαν ψηφιδωτό όλος ο εσωτερικός του κόσμος, όλες οι σκέψεις και οι αγωνίες του που πετούσαν σαν πεταλούδες μέσα στο σκάφανδρο του ακινητοποιημένου από την παράλυση κορμιού του.

Στα 42 του χρόνια και ενώ τα είχε όλα, δόξα, χρήμα, γυναίκες, επαγγελματική καταξίωση, οικογένεια, χάρη σε ένα καπρίτσιο της μοίρας, του αρπάζονται ξαφνικά όλα μέσα από τα χέρια του. Απλές απολαύσεις, όπως ένα χαμόγελο ή ένα νεύμα, είναι πλέον ανέφικτες για κείνον. Παγιδευμένος σε ένα σώμα που καταλάβαινε τα πάντα, άκουγε, ένιωθε, θυμόταν, αλλά που δεν μπορούσε να αντιδράσει, δεν σταμάτησε να ζει εντός του και να φτάσει να πάρει τη μεγάλη απόφαση να καταγράψει αυτό που του συνέβαινε, σε μια προσπάθεια να δώσει μια διέξοδο στην απόγνωσή του, την οποία και μεταλλάσει σε δύναμη δημιουργίας. Μέσα από το τελευταίο του παράθυρο στον κόσμο κάνει έναν απολογισμό ζωής στην προσπάθειά του να βρει έναν τρόπο προκειμένου να αντιμετωπίσει και να αποδεχτεί αυτό που του συνέβη, άλλοτε με καυστικό μαύρο χιούμορ, άλλοτε με οργή ή θλίψη, πάντα όμως με παραδειγματική επιμονή και αισιοδοξία, στέλνοντας τελικά ακριβώς αυτό το αισιόδοξο μήνυμα: μην εγκαταλείπεις, μη σταματάς να πολεμάς, αγάπα τη ζωή, σε εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο.

Η ταινία που γυρίστηκε με αφορμή αυτό το βιβλίο, πήρε το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Καννών (Τζούλιαν Σνάμπελ) και προτάθηκε για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Απέσπασε διθυραμβικές κριτικές ως μία από τις καλύτερες παραγωγές της χρονιάς, ενώ θεωρήθηκε ως η πειστικότερη μεταφορά μυθιστορηματικής βιογραφίας, τεχνικά και αισθητικά. Προχωρώντας σε όλα όσα δεν δίνει σημασία ένας αρτιμελής από τη ζωή, αναπαράγει την εσωτερική κάθαρση στη μάχη που δίνει ένα υγιές πνεύμα που βρίσκεται ξαφνικά αιχμάλωτο μέσα σε ένα σώμα ανάπηρο, και, κατ’ επέκταση, την σκληρή αναμέτρηση που συντελείται ανάμεσα στο Θέλω και Μπορώ και την ανθρώπινη φύση της αμαχητί παράδοσης μπροστά στις αναποδιές της ζωής. Το κοινό ταυτίζεται και συμπάσχει με την έλλειψη ελευθερίας και αναζητά βήμα-βήμα μαζί με τον πρωταγωνιστή - τον εξαιρετικό στον ρόλο του Ματιέ Αμαρλίκ - δρόμους για να πετάξει το πνεύμα, σαν πεταλούδα που μόλις έβγαλε φτερά. Η μεταμόρφωση συντελείται και είναι πλήρης όταν οι δυνάμεις που κρατούν το πνεύμα στατικό και ακίνητο και εγκλωβισμένο από την πίστη στον υλισμό και τον ατομικισμό απελευθερώνονται χάρη στην ανεξάντλητη δύναμη της δημιουργίας που πηγάζει από την ίδια την πηγή της ανθρώπινης ψυχής, προσφέροντας στον θεατή μια πολυεπίπεδη σε μηνύματα, βαθιά και αξέχαστη εμπειρία που συγκινεί και προβληματίζει.

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου - 25.000 αντίτυπα - εξαντλήθηκε την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του στη Γαλλία (14 Μαρτίου 1997). Μέσα σε μια εβδομάδα πωλήθηκαν 150.000 αντίτυπα. Έκτοτε, το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα συνεχίζει τις αλλεπάλληλες εκδόσεις και μεταφράζεται σε όλο και περισσότερες γλώσσες. Έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά. Ο Ζαν-Ντομινίκ Μπομπί πέθανε τρεις μέρες μετά την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του έργου του.
***

2.1.10

"Μια αληθινή πρόταση..."


Όταν γυρίσαμε στο Παρίσι ο καιρός ήταν αίθριος, κρύος και ευχάριστος. Η πόλη είχε προσαρμοστεί στο χειμώνα, οι ξυλέμποροι και οι ανθρακέμποροι στο δρόμο μας πουλούσαν καλής ποιότητας ξύλα και υπήρχαν μαγκάλια έξω από τα περισσότερα καλά καφέ, ώστε να μπορείς να κάθεσαι έξω στη βεράντα χωρίς να τουρτουρίζεις. Τώρα πια δεν σε ξένιζε η θέα των γυμνών δέντρων κόντρα στον ουρανό, όταν περπατούσες στα φρεσκοπλυμένα λιθόστρωτα μονοπάτια των Κήπων του Λουξεμβούργου μέσα στον καθαρό, τσουχτερό αέρα κι όλες οι αποστάσεις μας φαίνονταν τώρα κοντινές μετά την παραμονή μας στο βουνό.

Εξαιτίας της αλλαγής του υψόμετρου, δεν μου προκαλούσαν πια δέος οι κορυφογραμμές των λόφων αλλά αγαλλίαση, όπως αγαλλίαση ένιωθα σκαρφαλώνοντας ως τον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου όπου έγραφα, σ’ ένα δωμάτιο με θέα όλες τις στέγες και τις καμινάδες του ψηλότερου λόφου της συνοικίας. Το τζάκι τραβούσε μια χαρά στο δωμάτιο και η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και ευχάριστη για δουλειά. Έφερνα μανταρίνια και ψητά κάστανα στο δωμάτιο μέσα σε χαρτοσακούλες, ξεφλούδιζα κι έτρωγα τα μικρά πορτοκαλόχρωμα εσπεριδοειδή και τρώγοντάς τα πετούσα τα φλούδια κι έφτυνα τα κουκούτσια τους στο τζάκι κι έψηνα κάστανα όταν πεινούσα περισσότερο. Ήμουν διαρκώς πεινασμένος με τόσο περπάτημα, κρύο και δουλειά. Εκεί πάνω στο δωμάτιό μου είχα κι ένα μπουκάλι κιρς που το είχαμε φέρει από το βουνό, κι έτσι έπινα λίγο κιρς όταν κόντευα να τελειώσω κάποιο διήγημα ή όταν τέλειωνα τη δουλειά της ημέρας. Όταν σταματούσα να δουλεύω έχωνα το τετράδιο ή το χαρτί στο συρτάρι του γραφείου, μαζί με όσα μανταρίνια απόμεναν στην τσέπη μου. Θα πάγωναν αν τα άφηνα έξω στο δωμάτιο όλη νύχτα.

Ήταν υπέροχο να κατεβαίνω όλα εκείνα τα σκαλιά ξέροντας ότι θα είχε αίσιο αποτέλεσμα η εργασία μου. Δούλευα πάντα ώσπου να ολοκληρώσω κάτι και πάντα σταματούσα όταν ήμουν σίγουρος για το τι θα γινόταν μετά. Έτσι μπορούσα να είμαι βέβαιος για το πώς θα συνέχιζα την επόμενη μέρα. Καμιά φορά, ωστόσο, όταν ξεκινούσα ένα καινούργιο διήγημα και δεν ήξερα πώς να το προχωρήσω, καθόμουν μπροστά στη φωτιά, έσπρωχνα τις μανταρινόφλουδες ως την άκρη της φλόγας και χάζευα τις γαλάζιες αναλαμπές τους. Στεκόμουν και κοίταζα τις στέγες του Παρισιού και σκεφτόμουν: Μην ανησυχείς. Στο παρελθόν έγραφες διαρκώς, θα γράψεις πάλι τώρα. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να γράψεις μια αληθινή πρόταση. Γράψε την πιο αληθινή πρόταση που ξέρεις. Έτσι, τελικά, έγραφα μια αληθινή πρόταση κι αποκεί και πέρα συνέχιζα. Μετά ήταν εύκολα τα πράγματα, γιατί πάντα υπήρχε μια αληθινή πρόταση που είτε ήξερα είτε είχα διαβάσει είτε είχα ακούσει από κάποιον. Αν ξεκινούσα να γράφω επιτηδευμένα ή σαν κάποιον που ανακοινώνει ή παρουσιάζει κάτι, ανακάλυπτα ότι μπορούσα άνετα να περικόψω τα βαρύγδουπα στολίδια, να τα πετάξω και να ξαναρχίσω με την πρώτη εκείνη την αληθινή, την απλή, ξεκάθαρη πρόταση που είχα γράψει. Ψηλά σ’ εκείνο το δωμάτιο αποφάσισα ότι θα γράψω μια ιστορία για κάθε πράγμα που γνωρίζω. Προσπαθούσα να το κάνω αυτό όλη την ώρα που έγραφα, και ήταν μια καλή και αυστηρή πειθαρχία.

Σ’ εκείνο το δωμάτιο ήταν που έμαθα να μη σκέφτομαι τίποτε απ’ ό,τι έγραφα από τη στιγμή που θα σταματούσα να γράφω ως τη στιγμή που θα ξανάρχιζα την άλλη μέρα. Έτσι θα δούλευε το υποσυνείδητό μου και ταυτόχρονα θα άκουγα τους άλλους ανθρώπους και θα παρατηρούσα τα πάντα, όπως έλπιζα. Θα μάθαινα, όπως έλπιζα. Και θα διάβαζα, ώστε να μη σκέφτομαι τη δική μου δουλειά και καταντήσω τελικά ανίκανος να την κάνω. Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, αφού είχα εργαστεί καλά – κι αυτό χρειαζόταν τύχη αλλά και πειθαρχία – είχα ένα υπέροχο συναίσθημα κι ένιωθα ελεύθερος να πάω οπουδήποτε στο Παρίσι…

Ernest Hemingway, Μια κινητή γιορτή


***


Οι αναμνήσεις του Χέμινγγουεϊ από την περίοδο της παραμονής του στο Παρίσι τη δεκαετία του ’20, όταν ακόμα ήταν ένας άγνωστος δημοσιογράφος, είναι το βασικό θέμα αυτού του βιβλίου-χρονικού που ο νομπελίστας συγγραφέας έγραψε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Εκτός όμως από αυτοβιογραφικό χρονικό, το Μια κινητή γιορτή είναι ταυτόχρονα και χρονικό μιας ολόκληρης (ανέμελης αλλά και εξαιρετικά γόνιμης από λογοτεχνική άποψη) εποχής, στο οποίο παρελαύνουν μεγάλα λογοτεχνικά ονόματα όπως αυτά του Τζέιμς Τζόις, του Έζρα Πάουντ, του Σκοτ Φιτζέραλντ, της Γερτρούδης Στάιν.

***