Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εύβοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εύβοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19.2.26

τρελά νερά


Έτσι συνηθίζουμε να τα λέμε εμείς οι Ευβοιώτες, 'από πού είσαι;' 'από τα τρελά νερά', εννοώντας την Χαλκίδα. Είναι η αλλόκοτη στροφή στο ρεύμα του Ευβοϊκού στο σημείο της γέφυρας της Χαλκίδας, έξι ώρες προς τη μία κατεύθυνση, έξι ώρες προς την άλλη και μία ώρα όπου τα νερά μένουν στάσιμα. 

Δεν ξέρω αν γνωρίζετε πως ο Αριστοτέλης ήταν κατά το ήμισυ Ευβοιώτης. Ναι, και είμαστε πολύ περήφανοι γι' αυτό. Ευβοιώτης από την πλευρά της μητέρας του, την Φαιστίδα (ή Φαιστιάδα). Η Φαιστίς ήταν από εύπορη οικογένεια και πέθανε σε σχετικά μικρή ηλικία, αφήνοντάς τον μικρό Αριστοτέλη ορφανό από μητέρα, αλλά και πατέρα λίγο αργότερα. Όταν η δημοκρατική τότε Αθήνα τον εξόρισε ως ολιγαρχικό, ο φιλόσοφος επέστρεψε πίσω στη γενέτειρά του, στα κτήματα που του είχε αφήσει η μητέρα του στην περιοχή της Χαλκίδας. Εκεί έζησε ως το τέλος την ζωής του, αφήνοντας το πνεύμα του εδώ, στην ευβοϊκή γη που έχει ευλογηθεί από ήρωες, ανθρώπους του πνεύματος, της τέχνης και της επιστήμης, φιλόσοφους και αγίους μέσα στους αιώνες. 

Οι ιστορικοί τον θέλουν να μελετούσε με εμμονή αυτό το υδάτινο φαινόμενο στα νερά του Ευβοϊκού κόλπου που, σε συνδυασμό με τη μαγνητικότητα της σελήνης, προκαλεί αυτό το αποτέλεσμα των "τρελών νερών" που βλέπουμε μέχρι σήμερα. Ορισμένοι από αυτούς τον θέλουν να πέφτει από απροσεξία την ώρα της έρευνάς του και να πνίγεται μέσα στα τρελά νερά του Ευβοϊκού.

19.8.21

Η σιωπή του φετινού καλοκαιριού

Ένα καλοκαίρι που δύσκολα θα ξεχάσει κανείς 

ποτέ στη ζωή του

φωτιά

κάρβουνο

απώλεια

και δάκρυ βουβό που κολλά 

χωρίς να κυλά

στην πίσω πλευρά του μάγουλου

στην άλλη όψη της ζωής

σαν το ρετσίνι που μόλις έσκασε

πάνω στην πληγωμένη χαρακιά 

ενός ακόμη 

αμάραντου πεύκου

που δεν θα ξαναδώ ποτέ.

Ένας τόπος

ένας κόσμος

μια πληγή

και κάπου εκεί ανάμεσα

ένα ίχνος στο ζοφερό σκοτάδι

από ελπίδα

δυο ξωκκλήσια αλώβητα

φρεσκοασβεστωμένα 

λες και βαφτήκαν μόλις χτες

αναμεσίς στις φλόγες.

Να,

κι άλλο ένα λίγο πιο πέρα

κι ένα μοναστήρι

ανέγγιχτο απ' το κακό

με την καμπάνα να χτυπά

εμβατήρια νίκης

μες στην κοιλάδα του θανάτου.

Θεός και άγιοι όλοι εδώ

και μια ανάσα πιο κάτω

άνθρωποι απλοί, 

χαροκαμένοι

και ηρωικοί

βαστούν γερά

πάνω στα δυο τους πόδια

σ' αυτή τη μάνα γη, 

Εύβοια, Μάνη, Αττική, 

Μεσσήνη, Αρκαδία,

τη μαύρη

την πυρπολημένη.

Αναμμένοι  λύχνοι 

που μετά βίας μπορείς να διακρίνεις

μες στην πηχτή ομίχλη

το τράνταγμα

και το σκοτάδι

που ολοένα πυκνώνει

ολοένα σιμώνει

θέρος το θέρος

σιωπή τη σιωπή

ολοένα περισσότερο..



Με αγάπη,

Εύα 💗

7.8.21

Η κατάρα του πεύκου

 Εύβοιά μου, μην κλαις...


«Γιάννη, γιατί ἔκοψες τὸν πεῦκο;
Γιατί; Γιατί;»
Ἀγέρας θὰ ’ναι, λέει ὁ Γιάννης
καὶ περπατεῖ.

Ἀνάβει ἡ πέτρα, τὸ λιβάδι
βγάνει φωτιά.
Νὰ ’βρισκε ὁ Γιάννης μία βρυσοῦλα,
μία ρεματιά!

Μὲς τὸ λιοπύρι, μὲς στὸν κάμπο
νὰ ἕνα δεντρί...
Ξαπλώθη ὁ Γιάννης ἀποκάτου,
δροσιὰ νὰ βρεῖ.

Τὸ δέντρο παίρνει τὰ κλαριά του
καὶ περπατεῖ!
Δὲν θ΄ ἀνασάνω, λέει ὁ Γιάννης,
γιατί, γιατί;

«Γιάννη, ποῦ κίνησες νὰ φτάσεις;»
«Στὰ δύο χωριά.»
«Κι ἀκόμα βρίσκεσαι δῶ κάτου;
Πολὺ μακριά!»

«Ἐγὼ πηγαίνω, ὅλο πηγαίνω.
Τί ἔφταιξα ἐγώ;
Σκιάζεται ὁ λόγκος καὶ μὲ φεύγει,
γι' αὐτὸ εἶμαι δῶ.

Πότε ξεκίνησα; Εἶναι μέρες...
γιὰ δύο, γιὰ τρεῖς...
Ὁ νοῦς μου σήμερα δὲ ξέρω,
τ' εἶναι βαρύς».

«Νὰ μία βρυσοῦλα, πιε νεράκι
νὰ δροσιστεῖς».
Σκύβει νὰ πιεῖ νερὸ στὴ βρύση,
στερεύει εὐθύς.

Οἱ μέρες πέρασαν κι οἱ μῆνες,
φεύγει ὁ καιρός,
Στὸν ἴδιο τόπο εἲν' ὁ Γιάννης,
κι ἂς τρέχει ἐμπρός...

Νὰ τὸ χινόπωρο, νὰ οἱ μπόρες,
μὰ ποῦ κλαρί;
Χτυπιέται ὀρθὸς μὲ τὸ χαλάζι,
μὲ τὴ βροχή.

«Γιάννη, γιατί ἔσφαξες τὸ δέντρο,
τὸ σπλαχνικό,
ποῦ 'ριχνεν ἴσκιο στὸ κοπάδι
καὶ στὸ βοσκό;»

Ὁ πεῦκος μίλαε στὸν ἀέρα
- τ' ἀκοῦς, τ' ἀκοῦς;-
καὶ τραγουδοῦσε σὰ φλογέρα
στοὺς μπιστικούς.

«Φρύγανο καὶ κλαρὶ τοῦ πῆρες
καὶ τὶς δροσιὲς
Καὶ τὸ ρετσίνι του ποτάμι
ἂπ΄ τὶς πληγές.

Σακάτης ἤτανε κι ὁλόρθος,
ὡς τὴ χρονιά,
Πού τὸν ἐγκρέμισες γιὰ ξύλα,
Γιάννη φονιά!»

«Τὴ χάρη σου ἐρημοκλησάκι,
τὴν προσκυνῶ,
Βόηθα νὰ φτάσω κάποιαν ὥρα
καὶ νὰ σταθῶ...

Ἡ μάνα μου θὰ περιμένει
κι ἔχω βοσκή...
Κι εἶχα καὶ τρύγο... Τί ὥρα νάναι
καὶ τί ἐποχή;

Ξεκίνησα τὸ καλοκαῖρι
-νὰ στοχαστεῖς-
Κι ἦρθε καὶ μ' ἧβρε ὁ χειμῶνας
μεσοστρατίς.

Πάλι Ἁλωνάρης καὶ λιοπύρι!
Πότε ἦρθε; Πῶς;
Ἅγιε, σταμάτησε τὸ λόγκο,
ποῦ τρέχει ἐμπρός.

Ἅγιε, τὸ δρόμο δὲν τὸν βγάνω
-μὲ τί καρδιά;-
Θέλω νὰ πέσω νὰ πεθάνω,
ἐδῶ κοντά.»

Πέφτει σὰ δέντρο ἂπ΄ τὸ πελέκι...
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε τὸ δάσος,
πολὺ μακριά.

Ἐκεῖ τριγύρω οὔτε χορτάρι,
φωνὴ καμιά.
Στ΄ ἀγκάθια πέθανε, στὸν κάμπο,
στὴν ἐρημιά.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940)

(πηγές από εδώ και εδώ.)

29.8.11

Στην Κύμη, την πατρίδα του λατινικού αλφαβήτου

Μετά από τις απανωτές αποδράσεις μου που η χαρά τους όλη ήταν στο απροσδόκητο του πράγματος, επέστρεψα με τις αποσκευές γεμάτες υπέροχες αναμνήσεις. Σας δίνω μια γεύση από Κύμη, την πόλη που ανακαλύφθηκαν οι πρώτοι λατινικοί χαρακτήρες! Τα αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν στην αρχαία πόλη της Κύμης (περιοχή Βιγλατούρι) έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το ιδιότυπο χαλκιδικό αλφάβητο, στο οποίο το Σ γραφόταν ως C, το Δ ως D, το Ξ ως Χ, το Ρ ως R και το Υ ως U, εξήχθη από τους Ευβοείς αποίκους στην Ιταλία, για να αποτελέσει αργότερα το λατινικό αλφάβητο.


Στα ανατολικά του νομού δεν είχε τύχει να ξαναπάω και η αίσθηση του ανοιχτού Αιγαίου ξύπνησε όλες τις αισθήσεις. Ανταριασμένο από τα αυγουστιάτικα μελτέμια με τα αφρισμένα κύματα να χτυπούν βίαια πάνω στην προκυμαία ήταν χάρμα οφθαλμών..



Αφού τελειώσαμε με τις δουλειές στο λιμάνι, χάρη στις οποίες κάναμε αυτή τη διαδρομή αυθής εξαρχής, ανηφορίσαμε τον φιδίσιο δρόμο προς την πόλη της Κύμης. Βόρεια Εύβοια μπορεί να μην ήταν (αν δεν παινέψεις το σπίτι σου.. :)) είχε ωστόσο τον δικό της ιδιαίτερο χαρακτήρα.



Συνωστισμένα σπίτια και υπηρεσίες σε άτακτη ρυμοτομία ολόγυρα στην κεντρική πλατεία που φαινόταν πως ήταν το κέντρο δραστηριοποίησης των κατοίκων της.



Αγροτόσπιτα πνιγμένα στο πράσινο...



Προσεγμένες πέτρινες προσόψεις και πολλά αρχοντικά του προηγούμενου αιώνα που έδιναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στην πόλη



Και στο κεντρικότερο σημείο της πόλης ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Αθανασίου, μια τρίκλιτη βασιλική χτισμένη στα τέλη του 19ου αιώνα και σε άριστη κατάσταση.



Ο εσωτερικός διάκοσμος ιδιαίτερα προσεγμένος και καλαίσθητος



Εδώ, μια λεπτομέρεια του πανύψηλου τρούλου με τον Παντοκράτορα που όλα τα βλέπει και όλα τα συγχωρεί..



Λιβάδια και χαμηλοί λόφοι στεφανωμένοι από μισογκρεμισμένα πέτρινα απομεινάρια άλλων εποχών και τρεχούμενα νερά, ποταμάκια που έρρεαν ήσυχα παράλληλα με τον δρόμο, κυπαρρίσια και καλλιεργήσιμες εκτάσεις - με ελιές κυρίως - και ρεματιές γεμάτες πλατάνια.. Τίποτα δεν συνηγορούσε με τις πληροφορίες που είχα ότι από Χαλκίδα και κάτω η Εύβοια είναι ξερότοπος. Δεν είχε την πυκνή χλωρίδα που υπάρχει στα βόρεια, ξερότοπο όμως δεν μπορείς να την χαρακτηρίσεις.




Δεν καθίσαμε τελικά στο λιμάνι της Κύμης για μεσημεριανό, μιας και τελικά δεν βρήκαμε την ταβέρνα του Σπανού.. άσε που ήταν και νωρίς βέβαια :)  


Βρήκαμε παρόλα αυτά τον Λούη με τα ωραιότατα καλαμαράκια του στην πόλη της Αμαρύνθου!



Κερνάω λίγο Αιγαίο ακόμα, μιας και σήμερα είναι τα γενέθλιά μου :)

***

Καλό φθινόπωρο σε όλους!