Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17.2.26

Αντίο, κυρία Αρβελέρ...

Ήταν η αγαπημένη μου ακαδημαϊκός από τότε που την μελετούσαμε στο πανεπιστήμιο, την θεωρούσα πρότυπο, πολύ την αγαπούσα. Όλη της η ζωή αφιερωμένη σε έναν ανώτερο σκοπό, να βγάλει μια χιλιετία ένδοξης ελληνικής ιστορίας από την αφάνεια, να την αναδείξει, να την τιμήσει, να την συνδέσει με το χτες μας ενώνοντας ως άρρηκτος σύνδεσμος την αρχαιότητα με τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Πόσοι επιχείρησαν να το κάνουν αυτό, έχοντας όλη την υφήλιο απέναντι σε μια τέτοια εκδοχή; Απειροελάχιστοι. Σε αυτούς τους απειροελάχιστους ανήκει κι εκείνη.

Οι Ευρωπαίοι, και γενικά όλος ο δυτικός κόσμος, θέλησαν να πετάξουν το Βυζάντιο στα σκουπίδια, απαξιώνοντάς το με τα πιο μελανά χρώματα. Οι Έλληνες, αιώνιοι μιμητές των άλλων, υιοθέτησαν την ίδια αντίληψη, κάνοντας ό,τι τους λέγανε. Όχι όμως η κ. Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ. Βούτηξε μέσα στην επιστήμη της και έδωσε τον αγώνα της, όχι μόνο μέσα από τα αδιάψευστα ιστορικά τεκμήρια του ιστορικού μας παρελθόντος κατορθώνοντας το ακατόρθωτο, αλλά το μετέφερε και σε μία ακόμα διάσταση, κοινωνικής φύσεως αυτή τη φορά. Βούτηξε μέσα στην γυναικεία ιδιοσυγκρασία βγάζοντας από την αφάνεια θησαυρούς γένους θηλυκού, τη γυναικεία γνώση, την γυναικεία διαίσθηση, το γυναικείο πείσμα και επιμονή και πνεύμα, την γυναικεία αντοχή και θάρρος και ηρωισμό και παλικαριά στον μέγιστο βαθμό.

Η κ. Αρβελέρ, Ελληνίδα και γυναίκα, κατέκτησε τη Γαλλία, την πνευματική πρωτεύουσα της σύγχρονης Ευρώπης, κυριαρχώντας πάνω στα γαλλικά γράμματα και κουλτούρα, μέσα από την πρυτανεία της στο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της Γαλλίας, κατακτώντας απάτητες κορφές με αμέτρητες τιμητικές διακρίσεις. 

Της τα έδωσαν όλα, όλη την ευθύνη να ηγηθεί της γαλλικής παιδείας. Και αναρωτιέμαι. Αν αυτή η γυναίκα έμενε στην Ελλάδα, θα είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά; Θα της εμπιστεύονταν τέτοιες θέσεις χωρίς να την φάνε ζωντανή; χωρίς να την ρίξουν στους καρχαρίες; Θα την άφηναν να μεταμορφώσει τα ελληνικά πράγματα στα ελληνικά πανεπιστήμια, διαμορφώνοντας την ελληνική παιδεία του σήμερα, ανοίγοντας τον δρόμο σε πραγματική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, αυτήν που αξίζουμε και που δεν έχουμε; Γαλουχώντας την ελληνική νεολαία για μια φορά προς κάτι το ανώτερο; το ουσιώδες; το υψηλό; Το άριστο; Αυτό που διαμόρφωσε την παγκόσμια σκέψη και που, για κάποιον μυστήριο λόγο, χάθηκε μέσα στους αιώνες; Αυτό το κάτι που θα μπορούσε να εμπνεύσει τους σημερινούς Έλληνες να ανακαλέσουν την χαμένη αγάπη για τα γράμματα, την παιδεία, τη λογική ανάλυση; τη σοφία; Να ξαναβρούν το χαμένο τους μυαλό, που δεν ξέρουμε πού έχει πάει αυτούς τους τελευταίους αιώνες και έχει κρυφτεί στην κρυψώνα του και δεν λέει να βγει από εκεί; Όπως λέει η ίδια, η παιδεία είναι το μόνο πράγμα που μένει, όταν όλα τα άλλα έχουν ξεχαστεί. Σε εμάς αυτό, δυστυχώς, έχει συμβεί εδώ και καιρό, όλα έχουν ξεχαστεί, με πρώτη την παιδεία.

Δε νομίζω να την είχαν αφήσει... λέξη δεν θα την είχαν αφήσει να ξεστομίσει, όχι από θέση ισχύος, τουλάχιστον... Δυστυχώς, γιατί το γυναικείο μυαλό μπορεί να ανοίγει διαστάσεις εκεί που το ανδρικό συχνά αδυνατεί να πλησιάσει. Σήμερα την θαυμάζουμε, επειδή απλά την θαυμάζουν εκείνοι, οι δυτικοί. Πόσο μάλλον τώρα, που δεν ζει πια ανάμεσά μας. Διθυρράμβους θα στήσουν οι πάντες τώρα, είναι πραγματικά τραγικό...

Μια θλίψη με έχει καταβάλει από χθες που άκουσα την είδηση του θανάτου της. Μια γυναίκα αυτού του βεληνεκούς δεν υπάρχει πια. Και παρόλο που λοιδορήθηκε αρκετές φορές μέσα στα χρόνια, εκείνη παρέμεινε αγέρωχη, μια γυναίκα σύμβολο, που ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Άλλωστε, κατά κανόνα, λοιδορείς κάποιον ή όταν δεν μπορείς να τον καταλάβεις, ή όταν απειληθείς από αυτόν, μόλις αρχίζεις να  συνειδητοποιείς ότι δεν μπορείς να τον φτάσεις. Αυτό τουλάχιστον, την λοιδορία απέναντι στους καλύτερους από εμάς, έχουμε μάθει να το κάνουμε καλά. 

Στη Νέα Πέραμο άρχισε να βρέχει. Το μετεωρολογικό δελτίο δίνει έντονες βροχές και δυνατούς ανέμους που θα φτάσουν τα δέκα μποφόρ. Έρχεται καταιγίδα. Θυμάμαι τα λόγια που είχατε πει κάποτε: "Να έχετε τα πόδια σας στέρεα στη γη και τα μάτια στον ουρανό." Τα ακούω. Τα ακολουθώ. Αντίο, κυρία Αρβελέρ, το αστέρι σας θα λάμπει για πάντα.

---  Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο άλλο μου blog εδώ.

---  Φωτογραφία από εδώ.

Με αγάπη,

Εύα 💗

7.1.25

Θλίψη μόνο..

 

Δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω την εκπομπή-αφιέρωμα στην δρ. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, ωστόσο έχω διαβάσει βιβλία της και την έχω διδαχτεί στο πανεπιστήμιο. Για την κα Γλύκατζη μόνο τα καλύτερα έχω να πω, γυναίκα πρωτοπόρος, η πρώτη πρύτανις γυναίκα και η πρώτη Ελληνίδα διευθύντρια ερευνών στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης και το κέντρο επιστημονικών ερευνών της Γαλλίας αντίστοιχα, με αμέτρητους τιμητικούς τίτλους και περγαμηνές, με βαθειά γνώση του αντικειμένου της, αναγνωρισμένη παγκοσμίως για το έργο, τη συνεισφορά και την προσωπικότητά της. 

Κι όμως, κάποιοι, Έλληνες δυστυχώς, αμφισβητούν αυτή της την ελληνικότητα. Ο λόγος; Επειδή ασχολήθηκε με το Βυζάντιο και, κατ' εκείνους, τα χίλια χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κακώς έπρεπε να υφίστανται, έπρεπε να διαγραφούν. Γιατί; Γιατί είναι κολλημένοι στην ειδωλολατρεία και το δωδεκάθεο. Και γιατί, αν ήξεραν καλύτερα, δεν θα μίλαγαν, δεν θα έβριζαν, μάλλον, αφού χάρη στο Βυζάντιο ξέρεις σήμερα εσύ, δωδεκαθεϊστή, αντίχριστε δηλαδή άνθρωπε, την αρχαιοελληνική γραμματεία για την οποία παινεύεσαι, και τον ηθικό χριστιανικό κώδικα με το οποίο σε μεγάλωσαν οι γονείς σου και οι παππούδες σου και οι ήρωες που πολέμησαν και θυσιάστηκαν για να έχεις εσύ σήμερα το δικαίωμα να βρίζεις και να κατηγορείς.

Ναι, εννοείται ότι έγιναν ευτράπελα στα χρόνια του Βυζαντίου, και κάποιοι αρχαιοελληνικοί ναοί καταστράφηκαν, και αγάλματα συνθλίφτηκαν, και άνθρωποι πέθαναν, εντάξει, συμφωνούμε, κάποιες σελίδες δεν ήταν ροζ με ωραία ηλιοβασιλέματα. Σήμερα δεν συμβαίνουν αυτά; Εσύ, που είσαι προοδευτικός και επαναστατείς ενάντια στον Θεό και Δημιουργό σου για να προασπίσεις ψεύτικους θεούς φτιαγμένους από μάρμαρο, ξύλο ή πηλό, που ακυρώνεις την έννομη τάξη με το να καταστρέφεις δημόσια περιουσία κάθε φορά που τα σπας σε μια επέτειο και σπάζεις στο ξύλο κάποιον μετανάστη ή τη γυναίκα σου και το παιδί σου, ή όποιον άλλον δεν συμφωνεί μαζί σου, να ακυρώνεις δηλαδή κάθε έννοια σεβασμού και αξιοπρέπειας και ισοκρατίας προς τον συνάνθρωπο και να προκαλείς το χάος και την αποσάρθρωση και τον μηδενισμό και την ακύρωση στο όνομα αυτής σου της προοδευτικότητας, πόσο Έλληνας αλήθεια εξακολουθείς να αυτοθεωρείσαι; 

Όμως, ήρθε ο Χριστιανισμός, η ενανθρώπιση του αληθινού Θεού χάρη στον Ιησού Χριστό που καταδέχτηκε και περπάτησε στη γη, ανάμεσα στους ειδωλολάτρες και τους έκπτωτους, μόνο για να σωθεί το ανθρώπινο γένος, για να σωθείς εσύ. Το γεγονός αυτό ήταν συνταρακτικό σε παγκόσμια κλίμακα. Το αληθινό φως νίκησε το μάρμαρο και το ξύλο, και το άφθαρτο ήρθε και αντικατέστησε το φθαρτό, τους φθαρτούς μαρμάρινους θεούς, τις ανθρωποθυσίες, τις ζωοθυσίες, τα όργια, για να σώσει εσένα. Η ιστορία έπρεπε να προχωρήσει γιατί τα δεδομένα άλλαξαν, το κοντέρ του χρόνου μηδενίστηκε και ξεκίνησε ξανά από την αρχή γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να γνωρίσει τον αληθινό Θεό και όχι τις απομιμήσεις του, αγαπητέ δωδεκαθεϊστή, αρχαιοελληνιστή, αναρχικέ, προοδευτικέ και όπως αλλιώς θέλεις να αυτοαποκαλείσαι.

Ο Θεός, σε μια συγκεκριμένη στιγμή στην ιστορία κατέβηκε στη γη, για να Τον γνωρίσουμε. Κι εμείς, τι; Θα Του γυρίσουμε την πλάτη; Επειδή κάποτε ήμασταν δωδεκαθεϊστές; Και αρχίζουμε να χλευάζουμε έναν άνθρωπο που σκύβει πάνω σε μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή της ιστορίας, όπου ο Θεός συναντιέται με τον άνθρωπο; Ακυρώνοντας την ελληνικότητα αυτής της μεγάλης Ελληνίδας, επειδή μόνο αυτοί που τα λένε έτσι είναι οι Έλληνες και οι άλλοι που λένε ίσως κάτι διαφορετικό από σένα να πάνε να πνιγούν; Δεν πάει έτσι.

Πόσο Έλληνας είσαι, αλήθεια, όταν εκ πεποιθήσεως απορρίπτεις το παρελθόν σου; Γιατί παρελθόν δεν είναι μόνο ο χρυσός αιώνας, είναι και το Βυζάντιο. Είναι και η υποδούλωση στους οθωμανούς για τετρακόσια χρόνια. Τα διαγράφουμε κι αυτά; Είσαι σίγουρος ότι μετά από τετρακόσια χρόνια άγριας υποδούλωσης σε έναν αλλόθρησκο, απολίτιστο λαό, συνεχίζεις να είσαι σίγουρος ότι το dna σου είναι 100%  ελληνικό; και όχι τουρκικό; όχι σλαβικό; όχι αλβανικό; Ότι δεν είσαι νοθευμένος; μιγάς; μισοπολιτισμένος - μισοβάρβαρος; Γιατί αυτό μου δείχνει η συμπεριφορά σου, και οι πεποιθήσεις σου, βεβαίως. Ένας αληθινός Έλληνας δεν θα απέρριπτε κανένα κομμάτι του παρελθόντος του. Δεν θα εξύβριζε ποτέ συνάνθρωπό του. Δεν θα έβγαινε στα μίντια να βρίσει μια γυναίκα που το μόνο που έχει κάνει μέχρι τώρα είναι να προσφέρει τις γνώσεις της πάνω στην Ελλάδα, προβάλλοντάς μας, όλους εμάς τους Έλληνες, ανά τον κόσμο. Αυτό κάνει ο αληθινός Έλληνας, αγαπητέ/ αγαπητή μου. Και, δει, ένας Έλληνας Χριστιανός.

Απορρίπτεις το Βυζάντιο, δεκτό, σε έναν πολιτισμένο κόσμο όλες οι απόψεις είναι δεκτές. Απορρίπτεις όσους ασχολούνται με αυτή την περίοδο υβρίζοντας και υποτιμώντας κάποιον που δεν σε έχει πειράξει, την άποψή της εκφράζει και μάλιστα με επιστημονική τεκμηρίωση, και, ως δωδεκαθεϊστής, απορρίπτεις τον Χριστιανισμό και τον Τριαδικό Θεό. Οκέι, όλα δεκτά. Όμως, θέλεις να κάνεις και Χριστούγεννα, ε; Θέλεις να σουβλίσεις και το αρνάκι σου το Πάσχα. Θέλεις να γιορτάζεις και την ονομαστική σου γιορτή, που ακούει μάλιστα και σε όνομα βυζαντινής αυτοκράτειρας στην προκειμένη, ή αγίου, ή χριστιανικής γιορτής και επετείου, και να παντρέψεις ή να βαπτίσεις το παιδί ή το εγγόνι σου, και να κάνεις ένα μνημόσυνο στον αποθανόντα συγγενή σου, και έναν αγιασμό στο καινούργιο σου σπίτι ή αυτοκίνητο ή επιχείρηση ή στο σχολείο του παιδιού σου. 

Άρα, τα θέλεις όλα. 

Όμως, δεν πάει έτσι.

----

Οι φωτογραφίες είναι σελίδες από το τετράδιο σημειώσεών μου στην Αγία Γραφή. 

Με αγάπη,

Εύα 💗

24.4.08

Αρχαιοελληνισμός & Βυζαντινή Τέχνη


Ένας από τους κυριότερους παράγοντες που καθόρισαν τον χαρακτήρα της βυζαντινής τέχνης, ήταν η χριστιανική θρησκεία. Ο δογματικός χαρακτήρας της νέας θρησκείας του βυζαντινού κράτους απαιτούσε την εικαστική στροφή προς την αφαιρετικότητα και προς τεχνοτροπικούς κανόνες ικανούς να αναδείξουν την υπερβατικότητα του θεολογικού σύμπαντος, που πρέσβευε.

Παρά τη χρήση της ως προπαγανδιστικό εργαλείο από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες και ως μέσον επιρροής από τη χριστιανική Εκκλησία, οι αισθητικές αξίες της αρχαιοελληνικής τέχνης και παράδοσης, όπως ο ανθρωποκεντρισμός, ο ανθρωποθεϊσμός και η φυσιοκρατία, άλλοτε περισσότερο ευδιάκριτες κι άλλοτε λιγότερο, παρέμεναν σταθερά παρούσες. Πολλές φορές μάλιστα, η επίδραση των κλασικών αξιών ήταν τόσο εμφανής, ώστε ο μόνος τρόπος διάκρισης ενός αρχαιοελληνικού από ένα βυζαντινό έργο να είναι η θεματολογία του. Ασκητές και άγιοι, που απεικονίζονται ως σκεπτόμενοι φιλόσοφοι, βουκολικά τοπία, που θυμίζουν αγαπημένες ελληνορωμαϊκές συνθέσεις, κίονες και αγγεία, που παραπέμπουν στον διάκοσμο κήπων της Πομπηίας, καταγάλανοι ουρανοί στη θέση του μεταφυσικού χρυσού φόντου, εκφραστικότητα στα πρόσωπα, κίνηση, ρυθμός, χάρη, αρμονία, προοπτική, όλα έχουν άμεσες αναφορές στις εικαστικές κατακτήσεις της αρχαιότητας.

Στη μακραίωνη πορεία της, η βυζαντινή τέχνη ισορρόπησε μεταξύ αφαιρετικότητας και νατουραλισμού, η τεχνοτροπική δύναμη των οποίων δεν ακύρωνε αλλά συμπλήρωνε και πολλές φορές διόρθωνε η μία την άλλη, με αποτέλεσμα να πρωτοπορήσει με τα καλλιτεχνικά της επιτεύγματα, να αποκτήσει ανθεκτικότητα στον χρόνο και να κερδίσει επάξια μία ξεχωριστή θέση στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης.



Η Ανάσταση του Χριστού, 1313-1320 μ.Χ.
Κωνσταντινούπολη, Μονή της Χώρας, παρεκκλήσιο (αψίδα ιερού).


Λεπτομέρεια τοιχογραφίας, με κεντρική μορφή τον αναστηθέντα Χριστό, να αρπάζει με θεϊκή ορμή τον Αδάμ και την Εύα από το χέρι, εγείροντάς τους από τις σαρκοφάγους τους. Χρυσά αστέρια στολίζουν, πίσω του, το ουράνιο φως της Θείας Χάριτος, κάνοντας ακόμη πιο εκτυφλωτικό το λευκό χρώμα του μανδύα που φορά. Στα πόδια του κείτεται ο Άδης, δεμένος χειροπόδαρα, να βολοδέρνει ανάμεσα σε σπασμένες πύλες και διαλυμένους μοχλούς και κλειδαριές, καταδικασμένος στο αιώνιο σκοτάδι. Στα δεξιά, η μορφή του Άβελ,[1] μπροστά από ομάδα προφητών, πατά νικηφόρα επάνω στη σαρκοφάγο της Εύας, ενώ μία δεύτερη ομάδα, βασιλέων και δικαίων, με ηγετική τη μορφή του Προδρόμου, στα αριστερά, παρακολουθεί εκστατικά το θαύμα της Ανάστασης.

Παρόλο που η επιλογή του θέματος εντάσσεται στην πάγια θεματολογία των εικονογραφικών κύκλων που κοσμούσαν τους βυζαντινούς ναούς, ο ζωγράφος έχει καταφέρει να συνδυάσει τη συντηρητικότητα με τον νεωτερισμό, σε ένα φιλόδοξο εικαστικό σύνολο, που εντυπωσιάζει με την ευγένεια του ρυθμού και την τολμηρότητα των χρωμάτων. Το ψυχρό γαλάζιο του ουρανού συγκρούεται χρωματικά με τις θερμές αποχρώσεις των μορφών και του τοπίου, αναδεικνύοντας τη λευκότητα του μανδύα που καλύπτει το σώμα του Χριστού, ο οποίος, τοποθετημένος στον κεντρικό άξονα της πολυπρόσωπης σύνθεσης, εντυπωσιάζει με τη δυναμική στάση και το αυστηρό του βλέμμα.


Όλες οι μορφές έχουν αποδοθεί φυσιοκρατικά, με ήπια πλαστικότητα και αρμονικές αναλογίες, σε ανάλαφρες στάσεις, που τους χαρίζουν αριστοκρατική ευπρέπεια και κλασικίζουσα χάρη. Η σοβαρότητα των προσώπων και η διαύγεια στην έκφραση δημιουργούν την ψευδαίσθηση της ψυχολογικής συμμετοχής τους στα δρώμενα,[2] εντείνοντας την αίσθηση του δράματος και τη συγκινησιακή φόρτιση. Οι συγκλίνοντες βράχοι υπαινίσσονται έναν τρισδιάστατο πραγματικό χώρο, ενώ η σκοτεινή προσωποποίηση του Άδη, που, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες επίγειες και υπέργειες μορφές, παραβαίνει κάθε φυσιοκρατικό κανόνα, επιτυγχάνει, με τη δαιμονοποίηση του Κάτω Κόσμου, τον απαραίτητο σωτηριολογικό συμβολισμό.

Η αναβίωση της κλασικής παράδοσης που χαρακτήρισε το ρεύμα της Παλαιολόγειας αναγέννησης στο οποίο εντάσσεται το έργο, αποτέλεσε για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία την κύκνεια αναλαμπή της, πριν την οριστική κατάλυση από τους Τούρκους. Προκειμένου να θωρακιστεί πνευματικά το εναπομείναν ελληνικό στοιχείο από τις εξωτερικές απειλές και την εσωτερική αβεβαιότητα, άνθρωποι της διανόησης και των τεχνών διαπιστώνουν πως η συσπείρωση, που επιβαλλόταν από τις ιστορικές συγκυρίες, δεν μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο με την άμεση αποκατάσταση της χαμένης λαμπρότητας ενός ένδοξου παρελθόντος, μέσα από τη συστηματική μελέτη και κατανόηση της αρχαίας σκέψης και την επιστροφή σε κλασικά πρότυπα.

Παρά το δυσοίωνο μέλλον που διαγραφόταν στον ορίζοντα, κάποιες μονές είχαν την τύχη να δεχτούν την οικονομική ενίσχυση σημαντικών ανθρώπων μιας εύρωστης αριστοκρατίας, όπως του Θεόδωρου Μετοχίτη, σημαντικότατου Βυζαντινού λογίου και συγγραφέα,[3] οι ουμανιστικές αντιλήψεις του οποίου διοχετεύθηκαν στον εικονιστικό διάκοσμο της Μονής της Χώρας. Τα δυσχερή οικονομικά της αυτοκρατορίας δεν επέτρεπαν πλέον την ευρεία χρήση ψηφιδωτών διακόσμων, ωστόσο, η επιλεκτική χρήση πολύτιμων και δαπανηρών υλικών, όπως ο λαζουρίτης και ο χρυσός, που χρησιμοποιήθηκαν στο έργο, μπορούσαν να επιτύχουν την επιζητούμενη για το θείο λαμπρότητα,[4] ικανοποιώντας, παράλληλα, την ανάγκη για χλιδή και πολυτέλεια, που τόσο αγαπούσαν οι Βυζαντινοί.[5]

Σε μια εποχή, που η Εκκλησία από μόνη της δεν μπορούσε να πείσει ως εγγυητής για την ανθρώπινη λύτρωση και σωτηρία,[6] η πληθωρική τέχνη του όψιμου Βυζαντίου επιτυγχάνει να αναδείξει τα χριστιανικά μηνύματα με τρόπο απλό και διδακτικό, μέσα από τον χρωματικό πλούτο και τη φυσιοκρατική πλαστικότητα των ευγενικών μορφών των αγίων, που ζωντάνευαν στο φως των κεριών και το άκουσμα της θείας Λειτουργίας, εισάγοντας ακόμη και τον πιο αμαθή, σε έναν κόσμο υπερβατικό, αλλά απόλυτα κατανοητό, διαποτισμένο από το ήθος και το πνεύμα της κλασικής Αρχαιότητας.



Ο Δαβίδ παίζει τη λύρα του με συντροφιά τη Μελωδία
φ. 1β, κώδ. gr. 139 (Ψαλτήριο), πρώτο μισό 10ου αι. μ.Χ. Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη

Η σύζευξη μεταξύ Εκκλησίας και τέχνης ξεκίνησε μετά την επικράτηση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του βυζαντινού κράτους. Η ανάγκη να διοχετευθούν συγκεκριμένα πρότυπα και μηνύματα σε ένα πολυποίκιλο συνοθύλλευμα λαών και πολιτισμών, που ζούσαν στον απόηχο των ελληνιστικών βασιλείων, βρήκε έκφραση στα δοκιμασμένα και ευρέως αποδεκτά μοτίβα της Αρχαιότητας, που μπορούσαν, μέσα από συμβολισμούς και αλληγορίες, να ανταποκριθούν στον μεταφυσικό χαρακτήρα της νέας θρησκείας. Υπό αυτές τις συνθήκες, ξεκινά μία αέναη διαλογική σχέση ανάμεσα στη αφαιρετική βυζαντινή τέχνη και την φυσιοκρατική αρχαιοελληνική παράδοση, αφού μπορούσε να περιγράψει με τους κανόνες του αισθητού, το υπεραισθητό, περνώντας στις συνειδήσεις των χριστιανών βυζαντινών πολύπλοκα θεολογικά μηνύματα, με τον πλέον εύληπτο τρόπο.

Μετά το σύντομο διάλειμμα της Εικονομαχίας, η βυζαντινή τέχνη εισάγεται σε μια νέα φάση ανάπτυξης, όπου η ελληνική παράδοση βρίσκει έκφραση μέσα από το ρεύμα της Μακεδονικής αναγέννησης. Σε μία περίοδο που η αυτοκρατορία ξεχείλιζε από σιγουριά και αυτοπεποίθηση, εξαιτίας της ανάκτησης πολλών χαμένων εδαφών και της οικονομικής της ευμάρειας, το αρχαιοελληνικό στοιχείο συνδέεται με τους κύκλους της διανόησης, οι οποίοι μελετούν συστηματικά κάθε τι το ελληνικό, αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για την κλασική αρχαιότητα. Τα εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης, που δέχονται τις χορηγίες κορυφαίων ουμανιστών, παράγουν έργα υψίστης καλλιτεχνικής αξίας ενταγμένα σε αυτό το πνεύμα. Η ευθύνη για την ανάκαμψη της αυτοκρατορίας αποδίδεται στην υπεροχή της αρχαιοελληνικής παράδοσης έναντι αλλοθρήσκων και ομοθρήσκων, και η διαφύλαξή της από τους Βυζαντινούς της μέσης περιόδου, γίνεται αδιαφιλονίκητη προτεραιότητα.

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Δυτικούς, το 1204, αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για την αυτοκρατορία, η οποία μπαίνει σε μία σκοτεινή περίοδο ανασφάλειας. Το αμιγώς ελληνικό στοιχείο των ελάχιστων κέντρων που έχουν απομείνει, θα επαναφέρει στο προσκήνιο την αρχαία ελληνική κληρονομιά, σε μία ύστατη προσπάθεια συνοχής και επιβίωσης. Στη νέα πνευματική και καλλιτεχνική αναγέννηση των Παλαιολόγων, θα βρει έκφραση όλο το πάθος και η αγωνία ενός λαού, που περίμενε καρτερικά το τέλος. Για χίλια και πλέον χρόνια, η βυζαντινή τέχνη έγινε ο θεματοφύλακας των κλασικών αξιών, για να ξαναγεννηθούν, μετά την Άλωση, στη Δύση, μέσα από το ουμανιστικό κίνημα της Αναγέννησης, χάρη στους λογίους και καλλιτέχνες της Βασιλεύουσας.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ




- Beck, H.-G., Η Βυζαντινή Χιλιετία, Αθήνα 2005.


- Λόουντεν, Τζ., Πρώιμη Χριστιανική και Βυζαντινή τέχνη, Αθήνα 2003.


- Ράνσιμαν, Στ., Βυζαντινός Πολιτισμός, Αθήνα 1969.


- Αλμπάνη, Τζ., Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής

Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας – Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Τέχνη, τόμος
Β’, Πάτρα 1999.

- Αχειμάστου – Ποταμιάνου, Μ., Ελληνική Τέχνη – Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Αθήνα 2006.


- Γαλάβαρης, Γ., Ελληνική Τέχνη – Ζωγραφική Βυζαντινών Χειρογράφων, Αθήνα 2006.


- Γλύκατζη – Αρβελέρ, Ε., Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα 2007.


[1] Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Ελληνική Τέχνη-Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Αθήνα 2006, σ.243.

[2] Αλμπάνη, Τζ., ό.π., σ. 30.
[3] Αλμπάνη, Τζ., ό.π., σ. 131.
[4] Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., ό.π., σ. 17.
[5] Γλύκατζη-Αρβελέρ, Ε., ό.π., σ.148.
[6] Beck, H.G., ό.π., σ.421.

26.2.08

Δύση vs Ανατολή: Οι λόγοι που οδήγησαν στην απαξίωση του Βυζαντίου


Η χιλιετής ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι ένα κομμάτι της ιστορίας της ανθρωπότητας, που λόγω της ιδιαιτερότητάς της, δέχτηκε κριτικές, πέρασε από δοκιμασίες, και «αμαυρώθηκε» για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τόσο η προκατάληψη, όσο και το ταραχώδες παρελθόν των δύο τμημάτων της, που ακολούθησαν παράλληλες και συχνά συγκρουόμενες πορείες, εμπόδισαν την στοχαστική και αντικειμενική προσέγγιση ενός λαμπερού πολιτισμού, που συνδέθηκε άμεσα με τον Χριστιανισμό και την Ορθοδοξία. Η θεοκρατία, ο δεσποτισμός και ο σκοταδισμός, ήταν οι χαρακτηρισμοί που δόθηκαν από τους ευρωπαίους ιστοριογράφους του 16ου και 17ου αιώνα στο ανατολικό τμήμα, που απαξιωτικά βαπτίστηκε «Βυζάντιο», σε μία εποχή που η Ευρώπη θα βίωνε μία περίοδο ριζοσπαστικών αλλαγών σε όλους τους τομείς.

Η διάσπαση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε ανατολική και δυτική, με την ίδρυση της νέας πρωτεύουσας στις ακτές του Βοσπόρου από τον Κωνσταντίνο (323 μ.Χ.), εγκαινιάζει μία μακρά και δύσκολη περίοδο στην ιστορία της χριστιανοσύνης, την επίσημη θρησκεία του κράτους. Ο χριστιανικός κόσμος θα υποστεί πολλούς κραδασμούς, που θα κλονίσουν την ενότητά του, και θα απειλήσουν ακόμη και το μέλλον της Αυτοκρατορίας. Με το οριστικό σχίσμα του 1054 μ.Χ. ο Χριστιανισμός δέχεται ένα βαθύ πλήγμα, μέσα από το οποίο θα αναδυθούν όλες οι διαφωνίες και διαφορές που ελόχευαν τόσο σε πολιτικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο, και που αποδείχτηκαν αξεπέραστες μέχρι και σήμερα, παρά τις μετέπειτα απόπειρες για επανένωση των δύο Εκκλησιών.


Εκτός από τον Χριστιανισμό, ο βυζαντινός πολιτισμός στηρίχτηκε σε άλλους δύο πυλώνες: το ρωμαϊκό δίκαιο, προσαρμοσμένο στο νέο περιβάλλον, προκειμένου να γίνει βιώσιμο, και την αρχαία ελληνική παιδεία. Όταν οι Βυζαντινοί λόγιοι και καλλιτέχνες κατέφυγαν στη Δύση μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, μετέφεραν τον διαποτισμένο από τα τρία αυτά στοιχεία πολιτισμό τους, επάνω στον οποίο θα στηρίζονταν το κίνημα της Αναγέννησης, οι θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και το κίνημα που θα σάρωνε την Εσπερία από τα θεμέλιά της και θα συμπαρέσερνε στη δίνη του κάθε έθνος και κάθε λαό, που θα διεκδικούσε την εθνική και πολιτισμική του οντότητα.


Όταν έναν αιώνα μετά το κίνημα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού θα έφτανε και στο υπόδουλο ελληνικό έθνος, θα έβρισκε πρόσφορο έδαφος να ανθίσει και να καρποφορήσει. Στην προσπάθειά τους να αφυπνίσουν την εθνική συνείδηση, οι Διδάσκαλοι του Γένους, αφουγκράστηκαν τα ευρωπαϊκά μηνύματα, και ξαναθυμήθηκαν τις προγονικές τους ρίζες. Στην προσπάθειά τους να απαγκιστρωθούν από την αναχρονιστική Ανατολή, αλλά και να κερδίσουν την εύνοια των Μεγάλων Δυνάμεων της Δύσης, η βοήθεια των οποίων ήταν απαραίτητη για τον επερχόμενο ξεσηκωμό, επιλέγουν να παρακάμψουν, μιμούμενοι τους ευρωπαίους συναδέλφους τους, ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας τους, που ερχόταν αντίθετο με τις επαναστατικές ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και το όραμα για ανεξαρτησία, επιλογή που θα επανεκτιμηθεί στα μέσα του 19ου αιώνα από τους ιστοριογράφους Σκαρλάτο Βυζάντιο, Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ


Ένας από τους τρεις βασικούς «πυλώνες», που στήριξαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε όλη τη διάρκειά της και διαπότισε κάθε πτυχή της βυζαντινής ζωής, ήταν ο Χριστιανισμός. Ξεκινώντας από τα βάθη της Ιουδαίας, ως μία μικρή μονοθεϊστική αίρεση, που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα σε ένα ρωμαϊκό ειδωλολατρικό περιβάλλον, έφτασε με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ., να αναγνωριστεί ως η κύρια και μοναδική θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους. Η πορεία του από τη στιγμή της καθιέρωσής του και μετά, θα ήταν ωστόσο σπαρμένη με αγκάθια, και θα δεχόταν προκλήσεις, που θα κλόνιζαν ανεπανόρθωτα τη συνοχή του χριστιανικού κόσμου. Οι εκκλησιαστικές διαφορές ανάμεσα στα δύο δόγματα της Ορθοδοξίας και του Καθολικισμού, που δημιουργήθηκαν όταν η Αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε δύο τμήματα, δεν θα ήταν παρά το σύμπτωμα μιας βαθύτερης αντίθεσης δύο εν εξελίξει δυνάμεων, με διαφορετικές αντιλήψεις, διαφορετικές κοσμοθεωρίες και επιδιώξεις. Τα εκατέρωθεν αναθέματα, που θα ρίξουν ο πάπας της Ρώμης και ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης κατά το Σχίσμα του 1054 μ.Χ., ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της συγκάλυψης αυτών των διαφορών, κάνοντας κάθε μετέπειτα προσπάθεια για επανασύνδεση των δύο Εκκλησιών μάταιη.


Βασικό μέλημα της χριστιανικής κοινότητας από τα πρώτα της βήματα, ήταν η αποσαφήνιση της σχέσης του Χριστού με τον Θεό[1]. Οι διαφορετικές ερμηνείες, δημιούργησαν διαφορετικά ρεύματα θεολογικής σκέψης, και αντιμαχίες, που προκάλεσαν αναταράξεις στους κόλπους της Εκκλησίας. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, παρά την προσπάθειά τους να δώσουν λύσεις και να καταπολεμήσουν επικίνδυνες για την ενότητα αιρέσεις, όπως ο αρειανισμός, ο νεστοριανισμός και ο μονοφυσιτισμός, δεν κατάφεραν τελικά να αποφύγουν την απόσχιση του τελευταίου, με αποτέλεσμα από τον 7ο αιώνα ένα μεγάλο μέρος του χριστιανικού ποιμνίου να απομακρυνθεί από την Ορθοδοξία. Τον 8ο αιώνα νέα απόσχιση λαμβάνει χώρα, με την συγκρότηση παπικού κράτους στην Μέση Ιταλία[2].


Η διάσπαση του χριστιανικού δόγματος σε Ορθόδοξο και Καθολικό, ήταν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που είχε ήδη δρομολογηθεί από το 323 μ.Χ., με τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη Ρώμη στη νέα πρωτεύουσα του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, την Κωνσταντινούπολη. Την διάσπαση σε διοικητικό επίπεδο ακολούθησε η διάσπαση σε θρησκευτικό. Πέντε πατριαρχεία δημιουργούνται σε Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια και Ιερουσαλήμ, με τον πάπα της Ρώμης να προεδρεύει στις Συνόδους ως πρώτος μεταξύ ίσων. Η απεξάρτηση της Ρώμης από την Αυτοκρατορία της Ανατολής, αλλά και το γεγονός ότι ήταν η μοναδική αποστολική έδρα που υπήρχε στη Δύση, έδωσε την αφορμή στον Πάπα, που ως τότε ήταν πρώτος στα πρεσβεία της τιμής, να θέσει επιτακτικά το ζήτημα του παπικού πρωτείου. Σύντομα οι διεκδικήσεις θα επεκταθούν στην προσθήκη του filioque (και του Υιού) στο Σύμβολο της Πίστεως, που είχε ήδη εμφανιστεί ως θεολογικό ζήτημα από τον 9ο αιώνα[3]. Οι Ανατολικοί προχωρούν σε δογματικές αιτιάσεις, όπως η χρήση άζυμου άρτου στη θεία λειτουργία, και οι Δυτικοί προβάλλουν το αλάθητο του Πάπα, η εξουσία του οποίου παρουσιάζεται ως η μοναδική οικουμενική εξουσία, πάνω από αυτοκράτορες και βασιλείς, προκαλώντας, ως συνέχεια του σχίσματος του 867, το οριστικό του 1054, με αμοιβαία αναθέματα από Πάπα και Πατριάρχη.

Λόγω της πολυπολιτισμικότητας, που χαρακτήριζε την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Ορθόδοξη θρησκεία βρέθηκε σε ένα περιβάλλον, όπου άνθιζαν πολλές ανατολικές μυστηριακές θρησκείες με υψηλό ηθικό περιεχόμενο που, όπως και η ίδια, πρέσβευαν τη σωτηρία της ψυχής και τη μεταθανάτιο ζωή. Οι επιρροές που δέχτηκε από τον μιρθαϊσμό, τον ιουδαϊσμό, τον γνωστικισμό κλπ., αλλά και από τους «εθνικούς», πολλά από τα παγανιστικά στοιχεία των οποίων αναμείχθηκαν με τα χριστιανικά, ήταν τόσες, ώστε να την διαφοροποιήσουν σημαντικά από τον Ρωμαιοκαθολικισμό, που ως κραταιά δύναμη, αλλά και επειδή γεωγραφικά βρισκόταν πολύ μακριά από αυτές τις πολιτισμικές επιρροές, ήταν δύσκολο να διατηρήσει το έντονα πνευματικό υπόβαθρο, μέσα στο οποίο γαλουχήθηκε ακόμη και ο τελευταίος βυζαντινός πιστός[4]. Εκτός από τις επιρροές σε δογματικά και θεολογικά θέματα, οι ανατολικές θρησκείες, δημιουργήθηκαν στον Χριστιανισμό αμφίρροπες τάσεις, που αφορούσαν στην εικονική ή μη αναπαράσταση του θείου. Η αισθησιακή λατρεία των εικόνων και η αναγνώριση των θαυμάτων βρήκαν αντίθετο τον συριακής καταγωγής Λέοντα Γ’ Ίσαυρο, εγκαινιάζοντας μία εβδομηκονταετή σύρραξη εντός θρησκείας, που διήρκησε από το 730 έως το 813 μ.Χ.[5]. Η έκβαση της Εικονομαχίας, που σφραγίστηκε με την επικράτηση των εικονολατρών στην Ανατολική Ρωμανία, έκβαση αναμενόμενη σε μία επικράτεια όπου το ελληνικό στοιχείο, που επί αιώνες λάτρευε τους ανθρωπόμορφους θεούς του, ήταν το επικρατέστερο, θα απομάκρυνε ακόμη περισσότερο τις ανατολικές από τις δυτικές θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Σημαντικό ρόλο στη διαφοροποίηση μεταξύ Ανατολής και Δύσης έπαιξε η γλώσσα. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αναπτύχθηκε σε ένα αμιγώς ελληνικό και ελληνίζον περιβάλλον. Σταδιακά, η λατινική παραγκωνίστηκε, ώσπου να αποβληθεί ολοκληρωτικά από τον Ιουστινιανό τον 7ο αιώνα, με την αντικατάστασή της από την ελληνική. Μετά τον 5ο αιώνα λίγοι στη Δυτική Ευρώπη γνώριζαν την ελληνική, ενώ μετά τον 6ο αιώνα το αντίστροφο συνέβη και στην Ανατολή. Εκτός από την αδυναμία συνεννόησης, η χρήση διαφορετικών γλωσσών έφερε βασικές διαφοροποιήσεις και στον τρόπο σκέψης των δύο περιοχών. Η ελληνική γλώσσα, υπήρξε το εκφραστικό μέσο των μεγάλων φιλοσόφων και ρητόρων της αρχαιότητας, που δημιούργησαν τον ένδοξο αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, τον δεύτερο «πυλώνα» επάνω στον οποίο στηρίχτηκε ο βυζαντινός πολιτισμός. Έχοντας το πλεονέκτημα να μπορεί να εκφράσει και τις πιο λεπτές αποχρώσεις αφηρημένων εννοιών, ευνόησε την καλλιέργεια της πνευματικότητας, που χαρακτήριζε τον βυζαντινό πολιτισμό και τη θρησκεία του, σε αντίθεση με την πραγματιστική λατινική, που ήταν ιδανική για τη νομική σκέψη, που αποτέλεσε τη βάση του ρωμαϊκού δικαίου.


Όσο η Δύση βίωνε την σκοτεινή της περίοδο, που ξεκίνησε τον 5ο αιώνα με τις αλλεπάλληλες επιδρομές από τα βαρβαρικά φύλα των Βησιγότθων, των Οστρογότθων και των Βανδάλων, το Βυζάντιο βίωνε μία περίοδο ευημερίας και ανάπτυξης σε όλους τους τομείς. Τα σύνορά της ήταν θωρακισμένα, οι αυτοκράτορες κυβερνούσαν ελέω Θεού, η κοινωνική αναρρίχηση, ακόμη και ως τον θρόνο, ήταν προσβάσιμη σε όλους, η Βασιλεύουσα έλαμπε μέσα στην αίγλη και τον πλούτο της. Η μεταμόρφωση της άλλωτε ασήμαντης αποικίας των Μεγαρέων σε ένα πραγματικό κόσμημα στο στέμμα της Ανατολικής Ρωμανίας, σύντομα δημιούργησε τον θρύλο της απόρθητης πόλης-κράτους, που εντός της φυλάσσονταν όλοι οι θησαυροί της γης, ένας θρύλος που δεν θα μπορούσε να αφήσει αδιάφορες τις επεκτατικές διαθέσεις των ιταλικών πόλεων της Βενετίας και της Γένοβας, που εξελίσσονταν σε σημαντικές ναυτικές δυνάμεις. Όταν οι χριστιανοί της Δύσης αποφάσισαν, με τις ευλογίες του Πάπα, να απελευθερώσουν τους Ιερούς Τόπους από τους αλλόθρησκους Μωαμεθανούς, τίποτε δεν προϊδέαζε την καταστροφική για τη Βασιλεύουσα εξέλιξη που θα ακολουθούσε. Η Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας ηγήθηκε της 4ης Σταυροφορίας, και το 1204, αλλάζοντας πορεία, στράφηκε εναντίον της πόλης των πόλεων. Επί τρεις μέρες, χριστιανοί έσφαζαν χριστιανούς, οι δολοφονίες, οι λεηλασίες και οι βιασμοί, που διαπράχθηκαν από τους στρατιώτες του Χριστού, ξεπέρασαν σε φρικαλεότητα και την πιο αρρωστημένη φαντασία, επιβεβαιώνοντας τις καχυποψίες των βυζαντινών για επεκτατικές διαθέσεις της Δύσης, από την εποχή που η Βενετία είχε δημιουργήσει εμπορική παροικία εντός της Βασιλεύουσας, και προκλητικά απολάμβανε προνόμια εις βάρος τους. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης έδωσε την ευκαιρία στην απροκάλυπτη έχθρα που σιγόκαιγε επί αιώνες να αναδυθεί και να μην ξεπεραστεί ποτέ. Ούτε οι προσπάθειες στη Λυών το 1274, ούτε στη Φεράρα-Φλωρεντία το 1438-9 θα ήταν αρκετές να ανατρέψουν τις συνέπειες του τελειωτικού αυτού χτυπήματος, που έδειξε ξεκάθαρα τις ιμπεριαλιστιικές διαθέσεις της δυτικής Εκκλησίας, και που ήταν η αρχή του τέλους για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η οριστική ρήξη για τις δύο Εκκλησίες.



ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ




Η κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Οθωμανούς Τούρκους εισήγαγε τον ελληνισμό σε μία μακρά περίοδο υποδούλωσης και παρακμής, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη ξυπνούσε από τον λήθαργο του Μεσαίωνα, και έμπαινε δυναμικά στη σύγχρονη ιστορία της. Ανατροπές συμβαίνουν σε όλους τους τομείς, πάγια δεδομένα και αξίες που είχαν διαποτίσει τις συνειδήσεις του κόσμου αμφισβητούνται και ανατρέπονται. Η κόσμος της Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να παρακολουθεί την παραβίαση των κεκτημένων της από τον ανερχόμενο ουμανισμό, χωρίς να αναλάβει δράση. Και το έκανε. Μετά την Αναγέννηση, μία νέα περίοδος σκοταδισμού βρίσκει την Ευρώπη, τα αποτελέσματα της οποίας θα οξυνθούν από τη φονική επιδημία πανώλης, που εξολόθρεψε μεγάλο μέρος του πληθυσμού της, προκαλώντας ρήγματα στην χριστιανική πίστη. Όταν τον 17ο αιώνα η ευρωπαϊκή διανόηση ανακαλύπτει εκ νέου την αξία του ανθρώπου, τις ικανότητες και τα δικαιώματά του, οι αντιθέσεις ανάμεσα στην θεοκρατική ιδεολογία που πρέσβευε το Βυζάντιο και στις νέες ευρωπαϊκές διεκδικήσεις φάνταζαν απροσπέλαστες. Ο βυζαντινός πολιτισμός εκπροσωπούσε όλα όσα με σθένος η φωτισμένη Ευρώπη αντιμαχόταν, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να ενσωματωθεί, ούτε στην ευρωπαϊκή ούτε στη νεότερη ελληνική ιστορία.

Μία από τις θεμελιώδεις αντιλήψεις, που είχαν οι βυζαντινοί για την αυτοκρατορία τους ήταν ότι από την αρχή της θεωρήθηκε έργο θεόπνευστο[6]. Η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε στο συγκεκριμένο σημείο κατ’ εντολή του Θεού, όπως κατ’ εντολή Του, έπρεπε να κυβερνήσει και ο βυζαντινός αυτοκράτορας. Ως διάδοχος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ήταν ο «εκλεκτός» του Θεού, που όφειλε να προστατέψει την οικουμενική βασιλεία Του επί γης, τόσο από την βαρβαρική Ανατολή, όσο και από την απολίτιστη Δύση. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας ήταν ο απόλυτος μονάρχης, στα χέρια του οποίου συγκεντρώνονταν όλες οι εξουσίες, προσδίδοντας στο πολίτευμα δεσποτικό χαρακτήρα. Ο δεσποτισμός, που ενισχυόταν από την δεύτερη ιεραρχικά εξουσία στην βυζαντινή αυτοκρατορία, την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν μπορούσε να συμβαδίσει με τις νέες αναζητήσεις του Διαφωτισμού, που δεν συμβιβάζονταν με καμίας μορφής αυθεντία, κοσμική ή θρησκευτική.


Ο έντονα θεοκρατικός χαρακτήρας του Βυζαντίου δεν άφηνε περιθώρια για εναλλακτικές γνωστικές αρχές και αναζητήσεις, καλλιεργώντας την πλάνη, τον φανατισμό και την άγνοια, που ο Διαφωτισμός προσπαθούσε να καταπολεμήσει[7]. Έχοντας ανακαλύψει το δρόμο προς τον Ορθολογισμό, καταρρίπτεται κάθε μεταφυσική ερμηνεία του κόσμου. Τα ζητήματα που τους απασχολούν τώρα είναι η ελευθερία του ατόμου και οι προσωπικές επιλογές, εγκαινιάζοντας έναν νέο τρόπο σκέψης, που μπορούσε να μελετήσει τη φύση, και μέσα από τον εμπειρισμό να καταλήξει σε λογικά συμπεράσματα, αποτινάζοντας τα πέπλα της δυσειδαιμονίας που είχαν σκεπάσει κάθε πτυχή της βυζαντινής ανθρώπινης ζωής. Ο θρησκευτικός δογματισμός, που έδινε απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα της φύσης και του ανθρώπου, έδινε τώρα τη θέση του στην επιστημονική γνώση και τον Ορθό λόγο, απελευθερώνοντας το πνεύμα, που θα μπει σε νέες ηθικές και επιστημονικές αναζητήσεις και θα χειραφετηθεί από τα δεσμά της μεσαιωνικής κοσμοθεωρίας. Η αναζήτηση της ευτυχίας παίρνει πιο επίγεια μορφή, μέσα από την απόκτηση νέων εκκοσμικευμένων αξιών, όπως ο πλούτος και η ατομική ευημερία.


Σε διαδικασία αποδέσμευσης από το θείο θα μπει και η πολιτική εξουσία. Στην Ευρώπη των Διαφωτιστών το έθνος ορίζεται ως η μοναδική πηγή εξουσίας, παρόλο που οι ριζοσπαστικές καινοτομίες αφορούσαν κυρίως τον αστικό πληθυσμό[8]. Ο συγκεντρωτισμός και η απολυταρχία παύουν να νομιμοποιούνται «ελέω Θεού», και η σωτηρία του κόσμου δε βρίσκεται στη θεία βούληση, αλλά στην ανθρώπινη λογική. Όταν το Βυζάντιο παλεύει να προστατέψει την οικουμενικότητά του, στην οποία ενσωματώνεται μία πανσπερμία λαών και πολιτισμών μέσα σε ένα ομόθρησκο και ομόδοξο περιβάλλον, ο Διαφωτισμός μάχεται για την ανάδειξη της εθνικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας κάθε έθνους ξεχωριστά. Η ισονομία, ο σεβασμός του υπηκόου, η προστασία της ιδιοκτησίας, η κατάργηση της δουλοπαροικίας και των βασανιστηρίων, η πρόνοια και η έννομη τάξη, γίνονται οι αρχές που πρεσβεύει ο Ορθός Λόγος των Διαφωτιστών[9].


Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει δυναμικά τις εξωτερικές απειλές, το Βυζάντιο επιστρατεύει δίπλα στον Χριστιανισμό την αρχαία ελληνική παιδεία, η οποία λειτουργεί ως συνεκτικός κρίκος και η απόκτησή της δίνει τη δυνατότητα κοινωνικής αναρρίχησης, ακόμη και εντός της Εκκλησίας. Οι αξίες του κλασικισμού, ωστόσο, παρόλο που διαπέρασαν την πολιτική σκέψη του Διαφωτισμού, δεν στάθηκαν ικανές να σβήσουν τη γοητεία που εξέπεμπε η εκλαΐκευση των επιστημονικών γνώσεων μέσα από τους εγκυκλοπαιδιστές, με αποτέλεσμα ο πολιτισμός της αρχαιότητας να φαντάζει υποδεέστερος και απλοϊκότερος[10]. Η νέα «φωτισμένη» διανόηση στρατεύεται υπέρ της ανθρωπότητας, που τώρα εντάσσεται σε ένα ηλιοκεντρικό κοσμικό ιστορικό περιβάλλον, που αποκόβεται από τις ως τώρα βιβλικές πεποιθήσεις περί οικουμενικότητας και κοσμολογικών σχημάτων. Σε αντίθεση με τη βυζαντινή πεποίθηση ότι τα υπερφυσικά μυστήρια της πίστης δεν ήταν δυνατόν να γίνουν αντικείμενο φιλοσοφικής έρευνας, η ευρωπαϊκή φιλοσοφία στράφηκε σε μία ασυμβίβαστη αναζήτηση της πραγματικής γνώσης, με μόνο μέτρο αλήθειας τον ορθό λόγο, που έριχνε άπλετο φως στον σκοταδισμό της βυζαντινής πίστης[11].

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ





Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός άνοιξε τον δρόμο προς την επανεξέταση του παρελθόντος μέσα από μια νέα οπτική. Η απομυθοποίηση όλων των φυσικών φαινομένων από τις νέες επιστήμες, βοήθησαν στην κατανόηση του παρελθόντος με λογικά κριτήρια, απομακρύνοντας από αυτή τη λειτουργία τον θρησκευτικό δογματισμό. Η απομάκρυνση του Θεού από την ερμηνεία του κόσμου συντέλεσε στην αναδιάταξη των αξιών της ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας, στην κλίμακα των οποίων προστίθεται και η έντονη κριτική, που έριξε φως στις τυφλές προκαταλήψεις του παρελθόντος[12]. Η ανάγκη εκκοσμίκευσης της ιστορικής συνείδησης έδωσε στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία το έναυσμα να συνδέσει την περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας με την παρακμή και διαφθορά. Ως πρέσβειρα του σκοταδισμού, της θεοκρατίας και του δεσποτισμού δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως συνέχεια του ένδοξου αρχαιοελληνικού πολιτισμού, με τον οποίο και δεν μπορούσε να συνδεθεί πουθενά.


Αυτή η αντίληψη έγινε γνωστή στην ελληνική διανόηση σε μία εποχή που η ιστορική συνείδηση μεταξύ των νεότερων Ελλήνων μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται. Η ιδεολογική μεταμόρφωση που επέφερε ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και η χειραφέτηση της ανθρώπινης νόησης από κάθε μορφής αυθεντία, έδινε στο κίνημα πολιτική χροιά, που μπορούσε να εξυπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο την έξοδο του υπόδουλου ελληνισμού από τον δικό της σκοταδιστικό μεσαίωνα. Η αποτίναξη του αλλόθρησκου και απολίτιστου δυνάστη με τη βοήθεια της χριστιανικής και πολιτισμένης Δύσης, γίνεται αυτοσκοπός για όλους όσους οραματίζονταν ένα ελεύθερο και ανεξάρτητο ελληνικό έθνος, και ο Διαφωτισμός, ως κίνημα κοινωνικής και πολιτικής ανανέωσης, αναδείχτηκε σε πρόσφορη λύση για τις ανάγκες της μεταβαλλόμενης κοινωνίας της Οθωμανικής Ελλάδας του 18ου αιώνα[13]. Η συμπόρευση, λοιπόν, με τις πεποιθήσεις του ήταν επιτακτική, ακόμη και αν αυτό σήμαινε πως ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής ιστορίας έπρεπε να ξεχαστεί.


Πολλοί Νεοέλληνες διαφωτιστές, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ρήγας Φερραίος, έζησαν στη Δυτική Ευρώπη την εποχή της μεγάλης αφύπνισης και γνώρισαν τις τρεις θεμελιώδεις αρχές του Διαφωτισμού, που ήταν η ελευθερία της σκέψης, ο ορθολογισμός και η πίστη στη νεότερη επιστήμη, πλησιάζοντας το ηθικό του όραμα. Ο Κοραής βίωσε την εφαρμογή των αρχών του ως αυτόπτης μάρτυρας της Γαλλικής Επανάστασης, και ξεκίνησε έναν παθιασμένο αγώνα ανεύρεσης τρόπων, που θα μπορούσαν να βρουν εφαρμογή και στην ελληνική πραγματικότητα, μέσα από την εθνική αφύπνιση και τη μόρφωση. Ο Ρήγας οραματίστηκε ένα διαβαλκανικό χριστιανικό κράτος, το οποίο θα μπορούσε να αποτινάξει τον κοινό δυνάστη, μόνο αν ακολουθούσε τις ευρωπαϊκές αρχές. Οι αρχές αυτές μεταφέρθηκαν στον υπόδουλο ελληνισμό μέσα από ένα εκδοτικό πρόγραμμα, κατά το οποίο έργα σημαντικών Ευρωπαίων Διαφωτιστών, όπως του Βολταίρου, του Ρουσσώ και των εγκυκλοπαιδιστών, μεταφράστηκαν στην ελληνική γλώσσα, περιορίζοντας τα βιβλία θεολογικού περιεχομένου και συμβάλλοντας στην απελευθέρωση της ελληνικής σκέψης, που πραγματοποιούσε σημαντικά βήματα στον δρόμο του Διαφωτισμού.


Την επιτακτική ανάγκη άμεσης σύνδεσης του νέου ελληνισμού με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, πυροδότησε η αποκοπή του από την κοινή καταγωγή των υπόλοιπων χριστιανικών λαών, που οραματίζονταν εδαφικές διεκδικήσεις, όταν θα απαγκιστρώνονταν από την Οθωμανική κυριαρχία. Οι Ρωμιοί, που τώρα μετονομάζονται σε Έλληνες, είναι οι άμεσοι απόγονοι των ένδοξων Ελλήνων που οι Ευρωπαίοι θαύμαζαν και που απομεινάρια του οποίου ήταν διάσπαρτα σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Ο ζήλος της Ευρώπης για τη μελέτη της κλασικής ιστορίας και η νέα αντίληψη της κοσμικής ιστορικής ταυτότητας, μεταλαμπαδεύτηκαν μέσω των διανοούμενων των ελληνικών παροικιών, αλλά και των εμπόρων και ναυτικών που δρούσαν στα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια, στον υπόδουλο ελληνισμό, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι προέρχεται από ένα ένδοξο γένος, με ένα ένδοξο παρελθόν. Από τη στιγμή που απέκτησε επίγνωση της εθνικής του προέλευσης τέθηκε και το πρόβλημα της ιστορικής συνέχειας. Η ανάγκη να αποκατασταθεί η σύνδεση των Νεοελλήνων με τους αρχαίους προγόνους τους έγινε ουσιαστική προϋπόθεση της εθνικής αναβίωσης. Απάντηση σε αυτό έδινε η ελληνική γλώσσα, η οποία παράμενε αδιάλλειπτα το εκφραστικό όργανο των Ελλήνων, και η λαϊκή παράδοση, μέσα στην οποία σωζόταν όλη η ελληνική πνευματική κληρονομιά. Αυτά αναπλήρωναν τον απαξιωμένο από την αλυσίδα της ελληνικής ιστορίας κρίκο του Βυζαντίου, που ακόμα δεν είχε μπει ως δίλημμα στην ελληνική ιστορική συνείδηση[14]. Η βυζαντινή περίοδος συνέδεε την Ελλάδα με τον εκφυλισμό και τη βαρβαρότητα της Ανατολής, πράγμα που δεν εξυπηρετούσε τον ιερό σκοπό της εθνικής απελευθέρωσης από τον οθωμανικό ζυγό.


Η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η βυζαντινή πολιτική ενθάρρυνε τη μοναστική απραξία με την ενίσχυση και πολλαπλασιασμό των μοναστηριών. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή αντίληψη, αυτή η πολιτική επικροτούσε την οκνηρία και τη διαφθορά, υποσκάπτοντας τα ίδια τα θεμέλια της αυτοκρατορίας, επακόλουθο για μία πολιτική κοινότητα, όπου τα μέλη της είναι φυγόπονα και ανενεργά[15]. Όταν ο πατριωτισμός και η δικαιοσύνη μπαίνουν τελευταία στον κατάλογο των αξιών, τότε η παρακμή και η πτώση είναι αναπόφευκτα, ακόμη και για μια αυτοκρατορία, όπως το Βυζάντιο. Εάν ο υπόδουλος ελληνισμός επιθυμούσε να απαγκιστρωθεί από τον δυνάστη του, επιβαλλόταν να απορρίψει το κομμάτι του πολιτισμού του που θα εμπόδιζε την επίτευξη αυτού του σκοπού, και να αναζητήσει τις σωστές αξίες στους αρχαίους προγόνους του.


Η ευρωπαϊκή αντίληψη ότι το Βυζάντιο συνέβαλε στον εκφυλισμό του ελληνικού πολιτισμού έθετε εμπόδιο στην ελληνική εθνική αναβίωση, την οποία η νεοελληνική ιστοριογραφία δεν ήταν σε θέση να καταρρίψει, γιατί δεν διέθετε ακόμη τα επιστημονικά γνωστικά κριτήρια που θα μπορούσαν να εκτοπίσουν τα κατάλοιπα της δεισιδαιμονίας και του σκοταδισμού, αποκαλύπτοντας μέσα στην βυζαντινή παράδοση τους ιστορικούς δεσμούς των Νεοελλήνων με τους αρχαίους προγόνους τους[16]. Όταν ο επιστημονικός ορθολογισμός θα εισβάλει στον χώρο της ιστοριογραφίας στα μέσα του 19ου αιώνα, η σπιλωμένη αξία του βυζαντινού πολιτισμού θα αποκατασταθεί πανηγυρικά.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:


Όταν μία αυτοκρατορία διαρκεί χίλια χρόνια και τον αυτοκρατορικό της θρόνο τον διαδέχονται ογδόντα επτά αυτοκράτορες, όταν ο πολιτισμός της αφήνει μία αδιαμφισβήτητα πλέον ανεκτίμητη παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα, εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι οι συνδετικοί κρίκοι που διατήρησαν τη συνοχή της και χαρακτήρισαν την κοσμοαντίληψή της στάθηκαν τόσο δυνατοί, ώστε ούτε το πλήρωμα του χρόνου, ούτε η απαξιωτική κριτική που δέχτηκε από τους λόγιους της Δύσης και της Ανατολής ως τα μέσα του 19ου αιώνα, θα αρκούσαν να φθείρουν τη λάμψη και την αξία της. Μελετώντας την ιστοριογραφία της Ευρώπης, διερωτάται κανείς πώς μπορεί να συνδεθεί η απαξίωση που δέχτηκε από τους λόγιους του θρησκευτικού περιβάλλοντος και τους υποστηρικτές του Διαφωτισμού και του Κλασσικισμού, με την καταφανή επιρροή της στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Η αδυναμία μετατόπισης του ενδιαφέροντος από τον μοναστικό σκοταδισμό και την μαζική δεισιδαιμονία, στην ανεύρεση των ιστορικών κρίκων που συνέδεαν τους Νεοέλληνες με τον κλασσικό πολιτισμό, αμαύρωσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα έναν από τους πιο λαμπρούς πολιτισμούς της ανθρωπότητας.


Οι ιστορικές συγκυρίες και οι ιδιαίτερες συνθήκες στον ελλαδικό χώρο, θα συνέχιζαν αυτή την απαξίωση. Όταν ζητήθηκε από την νεοελληνική ιστοριογραφία να αντιτάξει μπροστά στην προκατάληψη των ξένων επικριτών τα ελληνικά πολιτισμικά επιτεύγματα, καθώς και ένα πάνθεον πεφωτισμένων Ελλήνων διανοούμενων, που ξεκινάει από τους αρχαίους φιλοσόφους, συνεχίζει με τους βυζαντινούς λογίους και καταλήγει στη διανόηση που άκμασε κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, ήταν αδύνατον να ανταποκριθεί, αφού βρισκόταν σε νηπιακή ηλικία. Ο ανθελληνισμός του Fallmerayer, με τον ισχυρισμό ότι οι Νεοέλληνες κατάγονται από σλαβικά και αλβανικά φύλα, απορρίπτοντας την σύνδεσή τους με τους αρχαίους Έλληνες, θα ήταν ο καταλύτης, που θα την έβαζε σε τροχιά ενηλικίωσης[17].


Με τους Σκαρλάτο Βυζάντιο, Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία πρόβαλε κάτω από ένα διαφορετικό φως, ως το πλαίσιο που διατήρησε την ελληνική εθνότητα και διαφύλαξε την ελληνική παιδεία και χριστιανοσύνη από τις βαρβαρικές επιδρομές και τη φθορά. Όσο το κίνημα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού υποχωρούσε κάτω από την επίδραση του ρομαντισμού, τόσο προχωρούσε η αποκατάσταση του Βυζαντίου, μέχρι να ενταχθεί ολοκληρωτικά ως ο χαμένος κρίκος στην αλυσίδα της ελληνικής ιστορίας, δίνοντας τη συνέχεια του ελληνισμού στον χώρο και στον χρόνο, και βγαίνοντας από το σκοτάδι της υποκειμενικότητας και της προκατάληψης. Με τις βυζαντινές σπουδές να μπαίνουν σε νέα επιστημονική βάση και με αναπτερωμένο το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη περίοδο, η βυζαντινή χιλιετία κέρδισε επάξια τη θέση της στον χάρτη του παγκόσμιου πολιτισμού, αλλά και τη σημασία που έχει στην ανίχνευση της πολιτισμικής ταυτότητας του Νεοέλληνα, αποδεικνύοντας ότι τα εμπόδια της ανθρώπινης προκατάληψης και δεισιδαιμονίας, που φράζουν το δρόμο της αλήθειας είναι δύσκολα, όχι όμως και ανυπέρβλητα[18].



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



- ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ι., ΚΑΤΣΙΑΜΠΟΥΡΑ, Γ., ΚΟΥΚΟΥΖΕΛΗ, Α.,

Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό – Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, τόμος Β, ΕΑΠ, Πάτρα 1999

- ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ, Ε., Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ.

Ψυχογιός, Αθήνα 2007

- ΚΗΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ, Π., Μ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000


- ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, Γ., ΜΑΡΚΕΤΟΣ, ΣΠ., ΜΑΥΡΕΑΣ Κ., ΡΟΤΖΩΚΟΣ, Ν., Ελληνική Ιστορία-

Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τόμος Γ, ΕΑΠ, Πάτρα 1999



[1] Ι. Γιαννόπουλος, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό-Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, ΕΑΠ,

Πάτρα 2000, σ.282
[2] Ι. Γιαννόπουλος, ό.π., σ.300
[3] Ι. Γιαννόπουλος, ό.π., σ.291
[4] Ι. Γιαννόπουλος, ό.π., σ.274
[5] Ι. Γιαννόπουλος, ό.π., σ.286
[6] Ε. Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2007, σ.17
[7] Π.Μ.Κητρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000, σ.13
[8] Γ. Μαργαρίτης, Ελληνική Ιστορία-Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τόμος Γ’, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ.32
[9] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σ.29
[10] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.15
[11] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.58
[12] Π.Μ.Κητρομιλήδης, ό.π., σ.83
[13] Π.Μ.Κητρομιλήδης, ό.π., σ.56
[14] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.105
[15] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.156
[16] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.106
[17] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.483
[18] Ι. Γιαννόπουλος, ό.π., σ.252