Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα my papers. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα my papers. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2.2.08

Οι παράγοντες που οδήγησαν στην επανάσταση του 1821

Ο 18ος είναι για την Ευρώπη ένας αιώνας ορόσημο, με επαναστατικά ρεύματα να μεταβάλλουν θεσμούς, αντιλήψεις και ιδέες, ανοίγοντας τον δρόμο προς τη σύγχρονη ιστορία της. Το εμπόριο γίνεται η κυρίαρχη οικονομική δύναμη και η ανθρώπινη διανόηση φτάνει σε πρωτόγνωρες πνευματικές κατακτήσεις, δημιουργώντας έναν νέο κόσμο, που οδεύει προς την βιομηχανική επανάσταση και την πολιτισμική αναγέννηση. Με τη δημοσίευση της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, η αντίληψη περί κοινωνικής ιεραρχίας αλλάζει και το έθνος ορίζεται ως μοναδική πηγή εξουσίας, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στην εδραιωμένη απολυταρχία και συμπαρασύροντας όλα τα έθνη που ονειρεύονται ένα ανεξάρτητο μέλλον[1]. Η Γαλλική Επανάσταση αφυπνίζει τον εθνικισμό και γίνεται σημείο αναφοράς για όλους τους υπόδουλους λαούς της Ευρώπης, που επιθυμούν την εθνική τους αποκατάσταση.

Σε μία εποχή όπου η Δύση βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, στην Ανατολή οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Ατάραχη μπροστά στις διεθνείς εξελίξεις, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που πια έχει κλείσει τον κύκλο των κατακτήσεών της, βιώνει μία περίοδο παρακμής και αποσύνθεσης. Η οικονομική κρίση στην οποία υπέπεσε λόγω των πολυδάπανων πολέμων εναντίον Περσών και Ευρωπαίων και των απανωτών νομισματικών υποτιμήσεων επιτάχυνε την εσωτερική αποδιοργάνωση σε κεντρική εξουσία, διοίκηση, στρατό, οικονομία και κοινωνία[2]. Με το συνεκτικό ιδανικό του ιερού πολέμου να έχει εκλείψει, με σουλτάνους παραδομένους σε μια πολυτελή και πολυδάπανη ζωή, και με σοβαρά προβλήματα που δεν χρίζουν ουσιαστικής αντιμετώπισης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραμένει πεισματικά ένα μεσαιωνικό κράτος και καθηλώνεται σε μία αναχρονιστική στασιμότητα, που θα είναι τελικά και η καταδίκη της.
Στο μεταίχμιο των δύο αυτών κόσμων ο υπόδουλος ελληνισμός προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την τρέχουσα διεθνή κατάσταση και να χρησιμοποιήσει τις ανοιχτές ευκαιρίες προς όφελός του. Με μεθοδικότητα και ευφυΐα επιχειρεί να απαγκιστρωθεί από τον κατακτητή, συσπειρώνει το ελληνικό στοιχείο γύρω από την εκκλησία, τους Φαναριώτες, τους άρχοντες της υπαίθρου, τους λόγιους της διασποράς, αποκτά υπολογίσιμο στρατό και στόλο, συγκεντρώνοντας έτσι δυνάμεις υλικές και πνευματικές για τον ιερό σκοπό. Με το τέλος του 18ου αιώνα η εθνική ιδέα φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της, εισάγοντας τον ελληνισμό σε μία επαναστατική προοπτική, όπου έχοντας συνειδητοποιήσει την εθνική του ταυτότητα, τολμά να διεκδικήσει τη θέση του ως ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος στον χάρτη της Ευρώπης.
Σε όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς του, το ελληνικό στοιχείο επιχείρησε εξεγέρσεις, που όμως ήταν τοπικού χαρακτήρα και κατέληγαν σε αποτυχία. Από νωρίς έστρεψε τις ελπίδες του για απελευθέρωση στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι τόσο το ομόθρησκο όσο και η στροφή της προς την ελληνική αρχαιότητα θα αρκούσαν για να τους βοηθήσουν στη εκτόπιση των αλλόθρησκων βαρβάρων. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά οικονομικά πλαίσια είχαν ήδη μεταβληθεί έτσι, ώστε ο ελλαδικός χώρος να αποτελεί μία υποψήφια προς αποικιοκράτηση αγορά, όταν θα απομακρυνόταν από την κατοχή της Υψηλής Πύλης[3]. Οι Ευρωπαίοι δεν επιθυμούσαν την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου κράτους στην ανατολική περιφέρεια μακριά από τον έλεγχό της, και φυσικά δεν γινόταν ούτε λόγος για ενίσχυση του Αγώνα. Γρήγορα οι Έλληνες απανταχού της Ευρώπης συνειδητοποίησαν ότι κάθε βοήθεια για απελευθέρωση θα ερχόταν μόνο από τους ίδιους και με καθολική εξέγερση.

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, οι χριστιανοί ορθόδοξοι αποτέλεσαν μία ξεχωριστή κοινότητα με νομική υπόσταση, που κατοχύρωνε την ύπαρξη της Εκκλησίας και των ορθόδοξων ραγιάδων μέσα στο οθωμανικό κράτος[4]. Το μιλέτι των χριστιανών ήταν σε σαφώς καλύτερη μοίρα από τα υπόλοιπα, όπως των Αρμενίων και των Εβραίων, λόγω της συγκροτημένης εκκλησίας της, η οποία διατηρούσε τα βυζαντινά της προνόμια και παρέμεινε μέχρι και την Επανάσταση η κατευθυντήρια δύναμη του ελληνισμού, αποτρέποντας τον εξισλαμισμό και ρυθμίζοντας την πνευματική ζωή του τόπου[5]. Έχοντας την εύνοια του σουλτάνου, εργάστηκε για τη προστασία του χριστιανικού ποιμνίου από τις δοκιμασίες και τους εξευτελισμούς, και υπερασπίστηκε την εθνική ιδέα, που ως αίτημα ταυτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά με την θρησκευτική ελευθερία. Ωστόσο, εκπροσωπώντας την παραδοσιακή ηγεσία του ελληνισμού, θεωρούσε αναγκαία την ειρηνική συνύπαρξη του Γένους με τον κατακτητή, από φόβο ότι ακόμη και μία τοπική εξέγερση θα εξέθετε όλους τους ραγιάδες στην εκδικητική μανία των Τούρκων, με κατάληξη τον αφανισμό τους[6].




Η αδιαλλαξία του κατακτητή προς την υιοθέτηση νέων μορφών οικονομικής δραστηριότητας και η προσπάθεια των σουλτάνων να κρατήσουν τις φιλοδοξίες των ομόθρησκων μακριά από τον σουλτανικό θρόνο, έδωσε την ευκαιρία σε μία νέα κοινωνική τάξη να σχηματοποιηθεί και να επιβληθεί στο διαμετακομιστικό εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Η ελληνική αυτή αριστοκρατία, γόνοι αρχικά βυζαντινών οικογενειών, συσπειρώνεται γύρω από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, που από το 1601 έχει την έδρα του στο Φανάρι. Σταδιακά οι Φαναριώτες καταφέρνουν να αποκτήσουν οικονομική δύναμη και κοινωνική αίγλη. Αγοράζουν τη μίσθωση των κρατικών φόρων, προμηθεύουν την αυτοκρατορική αυλή, συμμετέχουν οικονομικά και πνευματικά στις πλούσιες παραδουνάβιες χώρες[7]. Μαζί με την οικονομική ευμάρεια, η τάξη αυτή, μπορούσε να σπουδάσει και να μάθει ξένες γλώσσες, απαραίτητο προσόν για μία θέση στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Από το τέλος του 17ου αιώνα είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το κύρος της Εκκλησίας, προκειμένου να κατοχυρώσει την πολιτική και κοινωνική της υπεροχή έναντι των υπόδουλων Ελλήνων[8]. Το γεγονός αυτό, μαζί με τη μείωση του ενδιαφέροντος των σουλτάνων για τις κρατικές υποθέσεις, εξασφάλισαν νευραλγικές για την προετοιμασία του Αγώνα θέσεις, όπως αυτές του μεγάλου διερμηνέα (δραγουμάνου) της Υψηλής Πύλης, καθώς και του δραγουμάνου του Στόλου. Οι δραγουμάνοι, ενώ αρχικά παρίσταντο στις συνεδριάσεις ως ακροατές, σταδιακά συμμετείχαν ενεργά στις συζητήσεις, και έφτασαν να εκπροσωπούν σε ταξίδια τους ως και τον ίδιο τον σουλτάνο, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το πεδίο για διπλωματικούς ελιγμούς προς όφελος του ελληνισμού. Οι ολοένα αυξανόμενες εξουσίες και τα συχνά ταξίδια στην Ευρώπη τους έδωσαν έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, μετατρέποντάς τους σε αριστοκρατία του χρήματος, αλλά και σε πολιτική εκπροσώπηση του ελληνισμού[9]. Με τη συμβολή τους στη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας μετατρέπουν τη λανθάνουσα επιθυμία για εθνική απελευθέρωση σε ιερό σκοπό. Με την ψευδαίσθηση ότι η Αόρατη Δύναμη θα ήταν στο πλευρό του ελληνισμού κατά την επανάσταση, αφήνοντας αιχμές ότι επρόκειτο για τη μητέρα Ρωσία, προσπάθησαν να αφυπνίσουν την εθνική συνείδηση των ραγιάδων και να συμβάλουν ουσιαστικά στην οργανωτική προετοιμασία του Αγώνα, παρόλο που τα οράματά τους αποδείχτηκαν μη πραγματοποιήσιμα με τα δεδομένα της στιγμής[10].

Σύμφωνα με την οθωμανική αντίληψη, οι κοινωνικές τάξεις είναι δύο: στην πρώτη ανήκουν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, δηλαδή ο σουλτάνος και οι αξιωματούχοι του, και στη δεύτερη οι παραγωγοί, δηλαδή οι υπόδουλοι χριστιανοί ραγιάδες, συντηρώντας έτσι ένα φεουδαλικό σύστημα, που αδυνατεί να συμβαδίσει με τα κεφαλαιοκρατικά χαρακτηριστικά που έχουν αποκτήσει οι παραγωγικές σχέσεις[11]. Αυτό παρασύρει και την υπόδουλη κοινωνία σε μία αντίστοιχη κεφαλαιοκρατική διαίρεση, η οποία αρχίζει να ξεφεύγει από τον οθωμανικό έλεγχο και να έρχεται σε σύγκρουση μαζί του, λόγω της οικονομικής καταπίεσης που υφίσταται[12]. Το σύστημα της περιφερειακής διοίκησης που τέθηκε αναγκαστικά σε εφαρμογή άφησε χώρο στην τοπική αυτοδιοίκηση να αναπτυχθεί, ενδυναμώνοντας τη θέση των προκρίτων, οι οποίοι ως αντιπρόσωποι των υπηκόων, συμμετέχουν μαζί με τους υπαλλήλους της κεντρικής διοίκησης στην κατανομή και είσπραξη των φόρων, και στη διευθέτηση των τοπικών υποθέσεων ως μεσάζοντες. Με την παραχώρηση διοικητικών ελευθεριών, που βέβαια ποτέ δεν ξεπερνούσαν λόγω θρησκείας εκείνες των μουσουλμάνων, οι πρόκριτοι διαμόρφωσαν μία ελληνική διοικητική ιεραρχία, που λειτουργούσε παράλληλα με την οθωμανική, εκτιμήθηκε από τον σουλτάνο συχνά περισσότερο από την αντίστοιχη τουρκική, και καλλιέργησε σε τοπική κλίμακα την πολιτική συνείδηση του Γένους[13].


Το τεράστιο έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό οδήγησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μία δημοσιονομική πολιτική εξεύρεσης χρημάτων, που αποδιοργάνωσε τη διοίκηση του κράτους. Το στρατιωτικό τιμαριωτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από μία νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, τα τσιφλίκια, τα οποία γίνονται η κύρια αγροτική μονάδα, που ευνοεί τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις σε βάρος των μικροκαλλιεργητών[14]. Στο τέλος του 18ου με αρχές 19ου αιώνα οι μικρομεσαίοι γαιοκτήμονες εξαφανίζονται από την κοινωνική δομή του ελλαδικού χώρου και μεταβάλλονται άλλοι σε αγροτικούς εργάτες, άλλοι σε εμπόρους και οι πιο δύσμοιροι σε κολίγους, αυξάνοντας την απόσταση των κοινωνικών αντιθέσεων[15]. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες μετατρέπονται σε γαιοκτήμονες – εμπόρους και συνειδητοποιούν τις μεγάλες τους οικονομικές δυνατότητες, που τους φέρνουν αντιμέτωπους με τους Τούρκους γαιοκτήμονες, γιατί ενώ διαθέτουν την ίδια οικονομική δύναμη, οι πρώτοι δεν μπορούν να ανήκουν στην τάξη των ισχυρών. Οι επιπτώσεις στην κοινωνική δομή ήταν σοβαρές, αφού όξυνε τις οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις και αντιφάσεις. Οι τσιφλικάδες εξασφάλιζαν την αύξηση της παραγωγής με την εκμετάλλευση ακαλλιέργητων χώρων, οι οποίοι αποκτιόνταν κληρονομικά, με αγορά ή με καταπάτηση[16]. Η σχέση τσιφλικά και ραγιά γίνεται τώρα ιδιωτική. Οι ήδη βεβαρημένοι θεσμικά χριστιανοί ραγιάδες δέχονται επιπρόσθετες πιέσεις, καθώς οι νέοι φόροι που καλούνται να πληρώσουν δεν είναι πια σε είδος αλλά σε χρήμα, οι οποίοι για να φτάσουν μέχρι τον σουλτάνο πρέπει να περάσουν από πολλούς μεσάζοντες, που τώρα παίζουν το ρόλο του εργοδότη και εξουσιαστή τους, διογκώνοντας τους ήδη δυσβάστακτους φόρους[17]. Οι άνθρωποι της υπαίθρου μαστίζονται από την εκμετάλλευση, τη μικρή συγκομιδή, τους επαχθείς φόρους, αλλά και την εξάπλωση των ληστειών. Ο οικονομικός μαρασμός και η ανασφάλεια τους αναγκάζουν να βρουν νέες βιοποριστικές λύσεις, όπως το εμπόριο, η βιοτεχνία, η ναυτιλία, σε πιο ασφαλείς τόπους διαμονής, στις πόλεις ή στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός χωριών να ερημώσει. Με το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «η μεγάλη φυγή», χειροτερεύει η ήδη άθλια κατάσταση όσων έμειναν πίσω, αφού επωμίζονταν υποχρεωτικά και τα χρέη των μεταναστών[18]. Παρόλα αυτά, η κατάσταση των αγροτών του ελλαδικού χώρου δεν είναι αθλιότερη από εκείνη των ευρωπαίων αγροτών. Με την παρουσία τους στις αλλαγές που σημειώνονται στις διαδικασίες παραγωγής, συνειδητοποιούν τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν, αλλά και την αξία του ρόλου τους στην εγχώρια οικονομία[19].


Πολλοί από αυτούς που έμειναν, καταφεύγουν στα βουνά, εκεί που δύσκολα μπορεί να φτάσει ο έλεγχος του κατακτητή, σχηματίζοντας οργανωμένες αντάρτικες ομάδες, τους «νταϊφάδες». Χλευαστικά οι Τούρκοι τους ονομάζουν κλέφτες. Γίνονται ο ανυπότακτος στρατός του υποδουλωμένου έθνους, που χρησιμοποιείται συχνά από τους προεστούς, για να επιβάλουν την εξουσία τους, παρά τις αντιφατικές σχέσεις που είχαν. Τους χρησιμοποιεί ακόμη και η Ρωσία σε περιόδους όπως οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι (1768-1774, 1788-1792), κατά τους οποίους επιχειρώντας να ηγηθεί μίας «Βαλκανικής Αυτοκρατορίας», επικαλέστηκε τα «ιστορικά δικαιώματα» των Ελλήνων στην παλιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία και αναβάθμισε ποιοτικά τις τοπικές εξεγέρσεις, κλονίζοντας την ήδη βεβαρημένη συνοχή των Οθωμανών[20]. Οι τελευταίοι, στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τον χαμένο έλεγχο, αναγκάζονται να τους δελεάσουν με προνόμια, μετονομάζοντάς τους σε αρματολούς. Με αντάλλαγμα μία σχετική ανεξαρτησία και πολλά χρήματα, γίνονται οι φύλακες των εδαφών της αυτοκρατορίας, αλλά συγχρόνως θα αποτελέσουν και σημαντικό φυτώριο πολεμιστών για τον επερχόμενο ξεσηκωμό[21]. Σε αυτούς οφείλεται εν μέρει η βαθμιαία εθνική αφύπνιση, μιας και ενσάρκωναν την ένοπλη δύναμη που αντιστέκεται στον κατακτητή, ο οποίος παράλληλα με τους ανυπότακτους ραγιάδες, καλείται να αντιμετωπίσει και τους δυσαρεστημένους Γενίτσαρους, αλλά και τους ημιανεξάρτητους πασάδες, που έχουν αποκτήσει επικίνδυνες φυγόκεντρες τάσεις.


Με την αποδημία των καταπιεσμένων Ελλήνων δημιουργούνται νέες ελληνικές παροικίες με έντονες εμπορικές δραστηριότητες σε σημαντικά κέντρα της Ευρώπης, που όμως διαφοροποιούνται από εκείνες προηγούμενων εποχών, αφού τώρα αφήνουν πίσω τους το παθητικό και μπαίνουν στο ενεργητικό εμπόριο, απολαμβάνοντας πολλές φορές τα προνόμια των δυτικών υπηκόων[22]. Ο διάσπαρτος σε όλη τη χερσόνησο ελληνικός πληθυσμός αποτελεί κατά τον 18ο αιώνα ένα είδος διαβαλκανικής αστικής τάξης, με έντονες εμπορικές δραστηριότητες, που με τον καιρό την κατέστησαν ανεξάρτητη και την διαφοροποίησαν εθνικά, αλλά και κοινωνικά από τις υπόλοιπες εθνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την ανάπτυξη των παροικιών, οι Έλληνες μαθαίνουν να σκέφτονται ευρωπαϊκά, συναισθάνονται την αυτοδυναμία τους, και διαπιστώνουν ότι οι νέες παραγωγικές σχέσεις που άνθιζαν στην Ευρώπη ήταν αδύνατο να ευδοκιμήσουν κάτω από το οθωμανικό καθεστώς. Μέσα από αυτή την οικονομική και ιδεολογική αφύπνιση, αναπτύσσεται η αίσθηση της ελληνικότητας και η διάθεση απόσπασης από την οθωμανική πραγματικότητα.


Η ακμάζουσα εμπορική δραστηριότητα του 18ου αιώνα προκαλεί την παράλληλη ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας, η οποία περνάει από την τοπική ακτοπλοΐα στη μεσογειακή ναυσιπλοΐα. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), όπου η Ρωσία χρειάζεται μία ναυτική επικοινωνία με τη Δύση, το εμπορικό ναυτικό των Ελλήνων ευνοείται ιδιαίτερα και φτάνει μετά την εξαφάνιση του γαλλικού εμπορίου, λόγω των Ναπολεόντειων Πολέμων και του αγγλικού ναυτικού αποκλεισμού, να γίνει ο κυρίαρχος της Μεσογείου, με 600 ελληνικά πλοία χωρητικότητας 150.000 τόνων[23]. Οι ναυτικοί είναι οι εκπρόσωποι του ελληνισμού σε όλη τη Μεσόγειο και η επαφή με τον έξω κόσμο τους κάνει άμεσους αποδέκτες ιδεών και ρευμάτων. Η οικονομική τους ευμάρεια και ο θαυμασμός που εισέπρατταν από τους Ευρωπαίους ανύψωσε την εθνική τους συνείδηση και υπερηφάνεια, κάνοντας το αναχρονιστικό οθωμανικό καθεστώς πιο δυσβάστακτο και την ανάγκη να απαλλαχθούν από αυτό ακόμη πιο επιτακτική.


Για τους υπόδουλους Έλληνες του 18ου αιώνα, η Ευρώπη εκπροσωπούσε όλα όσα είχαν και έχασαν: ήταν ελεύθερη, πολιτισμένη, φωτισμένη, σοφή. Ήδη από την Αναγέννηση η Ευρώπη εμπνέεται από τα συγγράμματα και τα έργα τέχνης των αρχαίων Ελλήνων, χωρίς όμως να τα συνδέει με τον σύγχρονο τόπο προέλευσης όλου αυτού του πνευματικού πλούτου. Αυτό άρχισε να συμβαίνει κατά τον 17ο αιώνα, όταν περιηγητές από όλη την Ευρώπη επισκέπτονται τον ελλαδικό χώρο για να ανακαλύψουν και να μελετήσουν από κοντά τα μνημεία του αρχαίου κόσμου. Σύντομα όλη η Δύση δοξάζει την αίγλη της αρχαιότητας μέσα από κάθε πτυχή της ζωής της, στις δημόσιες εορτές, στον ρουχισμό, την αρχιτεκτονική, την αντικατάσταση ονομάτων με ελληνικά ή λατινικά[24]. Η μόδα αυτή δεν αργεί να έρθει και στον ελλαδικό χώρο. Τα καράβια δεν έχουν πια μόνο ονόματα αγίων, αλλά και ηρώων του αρχαίου κόσμου. Τα οικογενειακά ονόματα παίρνουν όψη αρχαία και τα παιδιά βαπτίζονται με αρχαιοελληνικά ονόματα. Στην προσπάθειά τους να μιμηθούν τη φωτισμένη Ευρώπη, αρχίζουν και οι ίδιοι να μελετούν, να ταξιδεύουν, να συλλέγουν και να συνειδητοποιούν ότι η συνέχεια του έθνους σταματάει απότομα με την Οθωμανική κυριαρχία. Ο καταπιεσμένος ελληνισμός αντιλαμβάνεται το ηθικό του χρέος να ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξαν οι πρόγονοί του, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες του Αλή πασά, ότι οι Έλληνες «κάτι μαγειρεύουν»[25]. Το φαινόμενο είναι διελληνικό και επιδοκιμάζεται από τους Έλληνες Διαφωτιστές, με κύριους εκπροσώπους τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Αδαμάντιο Κοραή, ενώ καταδικάζεται από τον οικουμενικό Πατριάρχη. Η φύση των εθνικών αιτημάτων, καθώς και το γεγονός ότι διοικητικά η εκκλησία είναι ταυτισμένη με την Υψηλή Πύλη, δεν της επιτρέπουν να αποτελέσει τον κύριο συνεκτικό δεσμό, ρόλο που θα παίξει η αρχαιότητα.


Παράλληλα με τη λογιοσύνη της διασποράς, που δεν σταματά να προωθεί τη συνοχή της παιδείας δια μέσου των αιώνων, παρατηρείται μία ανύψωση των λαϊκών παραδόσεων, στις οποίες ζούσε ακόμα η ελληνική ιδέα[26]. Ο διπλός αυτός προσανατολισμός θα οδηγήσει στην αναζήτηση μίας ενιαίας γλώσσας. Η ύπαρξη πολλών διαλέκτων ήταν ένα σημαντικό εμπόδιο για την εθνική ενότητα, το οποίο για να ξεπεραστεί έπρεπε να ξεκαθαριστεί η γλωσσική ταυτότητα του έθνους. Επιπλέον, σύμφωνα με τους Έλληνες Διαφωτιστές, ο δρόμος προς την απελευθέρωση περνούσε μέσα από τη μόρφωση, και για να φτάσει στο λαό ήταν επιτακτική η χρήση μίας γλώσσας κοινής, απαλλαγμένης από τα αρχαϊκά στοιχεία και ικανής να εκφράσει κάθε γνώση και συναίσθημα[27]. Η ανάγκη να ευθυγραμμιστεί ο νέος ελληνισμός προς τη δυτική πραγματικότητα θα κυριαρχήσει και θα υιοθετηθεί από τους Διδασκάλους του Γένους, που δε σταματούν μέσα από τις φιλολογικές και πολιτικές τους δραστηριότητες, να εγείρουν τα φιλελληνικά αισθήματα της Ευρώπης και να προσπαθούν να μεταλαμπαδεύσουν τα φώτα της στον υπόδουλο ελληνισμό. Οι νέες ευρωπαϊκές θεωρίες αρχίζουν να μεταφράζονται στα ελληνικά, ενώ μειώνονται οι εκδόσεις με θεολογικό περιεχόμενο. Παράλληλα, δημιουργούνται σχολεία (Ιάσιο, Βουκουρέστι) και τυπογραφεία, όπου εκδίδονται ελληνικά βιβλία, που ωθούν την ελευθερία της έρευνας. Ο προσανατολισμός σε εφαρμοσμένες επιστήμες, μαθηματικά, φυσική, χημεία, η ανάδειξη της γεωγραφίας, δείχνουν την τάση για ανανέωση της θεωρητικής σκέψης, που τώρα έρχεται πιο κοντά στον ορθολογισμό[28]. Το θέατρο γίνεται το μεγάλο σχολείο του λαού, ο οποίος βγαίνει από την απομόνωση και δημιουργεί αντιστάσεις βιώνοντας συλλογικά δυνατά συναισθήματα και υψηλά εθνικά φρονήματα[29]. Ο όρος Έλλην αντικαθιστά τον όρο Ραγιάς και αποκτά ξανά το χαμένο του πολιτισμικό, αλλά και εθνολογικό περιεχόμενο, υπογραμμίζοντας τη στροφή που γίνεται προς αναζήτηση της αδιάκοπης συνέχειας του ελληνισμού, ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει τα πάτρια ελληνικά ήθη και την ελληνική γλώσσα και που τώρα καλείται να αναστήσει ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που θα συνεχίσει να δοξάζει τον ελληνικό πολιτισμό[30].


Παρά το καθεστώς δουλείας, ο ελληνισμός σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα παλεύει να βρει τρόπους αντίστασης. Μέσα από την σταδιακή ανάπτυξη των κοινωνικών στρωμάτων, ανάμεσα στους Φαναριώτες και τους γαιοκτήμονες, τους εμπόρους, τους ναυτικούς και τους διανοούμενους της Βιέννης, ανάμεσα στους οπλαρχηγούς και τους απλούς χωρικούς, γεννιέται το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας. Όταν στις αρχές του 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία βαδίζει προς το τέλος της, ο ελληνικός πληθυσμός φτάνει στα τρία εκατομμύρια. Οι τραπεζίτες του εξωτερικού και οι καραβοκύρηδες του Αιγαίου έχουν συγκεντρώσει αρκετό πλούτο για τις επικείμενες ανάγκες του Αγώνα. Οι ένοπλοι αρματολοί και κλέφτες έχουν εξελιχθεί σε υπολογίσιμη δύναμη, όπως και ο στόλος των νησιών, με ναυτικούς, που αντίθετα με τους Οθωμανούς, και παράδοση διαθέτουν και εμπειρία. Η Φιλική Εταιρεία έχει αναπτερώσει το ηθικό και η ξενιτεμένη διανόηση έχει αναστήσει το ξεχασμένο παρελθόν. Όλες οι προϋποθέσεις είναι εκεί και η καθολική εξέγερση είναι πλέον ζήτημα χρόνου.


Ωστόσο, το Συνέδριο του Λάιμπαχ στις 26/1/1821, όπου συμμετείχαν όλα τα μέλη της Ιερής Συμμαχίας (Αγγλία, Γαλλία, Πρωσία, Ρωσία, Αυστρία), επικυρώνει την αποστροφή για οποιαδήποτε μεταβολή στο διεθνές στερέωμα, κάνοντας κάθε ιδέα για επανάσταση να φαντάζει ως παράνοια. Με την «Αρχή της νομιμότητας» σε πλήρη ισχύ, που σήμαινε καταδίκη για όλα τα επαναστατικά κινήματα, η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης θα προκαλούσε την γενική κατακραυγή των Μεγάλων Δυνάμεων[31]. Έχοντας ενάντιους τους ισχυρούς της γης, ο ελληνισμός τολμά να σηκώσει το λάβαρο της Επανάστασης, πάνω στο οποίο θα ορκιστεί για Ελευθερία ή Θάνατο, υπενθυμίζοντας την παρουσία του στην οικουμένη και φουντώνοντας το φιλελληνικό ρεύμα σε Ευρώπη και Αμερική. Σε όλη τη διάρκεια της υποταγής του, ο Ελληνισμός, όχι μόνο δεν αφομοιώθηκε από το μουσουλμανικό στοιχείο, αλλά κατόρθωσε να ξαναβρεί το χαμένο στη λησμονιά παρελθόν του, να διαφυλάξει και να ενισχύσει με όλες τις δυτικές και ανατολικές επιρροές το παρόν του, και να διασφαλίσει την πολυπόθητη πορεία προς το ανεξάρτητο μέλλον του, γράφοντας με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 την πρώτη σελίδα στο βιβλίο της Νεότερης Ιστορίας των Ελλήνων.-




Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α :




- Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα, 1999

- Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τόμος Γ’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 1999
- Αναστ. Λιάσκος, Αγώνες και άρματα, Ιστορικό-Εθνικό Μουσείο Α. Λιάσκου, εκδ. ΕΜ-ΕΣ ΠΡΕΣΣ Α.Ε., Αθήνα, 2005
- Βασίλης Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην Ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα, 1988
- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΑ, Εκδοτική Αθηνών, 1974


[1] Γ. Μαργαρίτης, «Η Ευρώπη των επαναστάσεων» στο Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία,

Ε.Α.Π., τόμος Γ, σελ. 32
[2] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, 1974, τ. ΙΑ, σελ. 100
[3] Βασίλης Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην Ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), εκδ.
ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα 1988, σελ. 27
[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 123
[5] Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα, 1999, σελ. 49
[6] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 126
[7] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 45
[8] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 117
[9] Γ. Μαργαρίτης, «Ο οθωμανικός χώρος και η συγκρότηση του νέου ελληνισμού», ό.π., σελ. 32
[10] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 60
[11] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 46
[12] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 47
[13] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 46
[14] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 114
[15] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 164
[16] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 149
[17] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 46
[18] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 100
[19] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 161
[20] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 59
[21] Αναστ. Λιάσκος, Αγώνες και άρματα, Ιστορικό-Εθνικό Μουσείο Α. Λιάσκου, εκδ. ΕΜ-ΕΣ, Αθήνα,
2005, σελ. 8
[22] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 52
[23] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 54
[24] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 340
[25] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 341
[26] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 21
[27] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 56
[28] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 56
[29] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 345
[30] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 21
[31] Αναστ. Λιάσκος, ό.π., σελ. 9

29.1.08

Δομ. Θεοτοκόπουλος - El Greco / στο μεταίχμιο δύο εποχών και δύο πολιτισμών


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Λατίνους αποδείχτηκε για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία το σημείο καμπής που οριοθέτησε την αρχή του τέλους και ταυτόχρονα αποκάλυψε την ανομολόγητη επιθυμία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας να θέσει τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς της Μεσογείου υπό τον πλήρη έλεγχό της. Προδομένο από τη Δύση και υπό τη συνεχή απειλή της Ανατολής το Βυζάντιο, που τα επόμενα διακόσια χρόνια θα ανακαλύψει καινούργιες έννοιες, η κυριότερη των οποίων εκείνης του ελληνισμού, συσπειρώνεται γύρω από την κρίσιμη για την εθνική ενότητα διαφύλαξη της ελληνικότητας και του πολιτισμού . Η αρχαία ελληνική παιδεία και η χριστιανική ορθοδοξία συνέβαλαν καθοριστικά στην κύκνεια αυτή πολιτισμική αναλαμπή λίγο πριν την οριστική κατάλυση, επί δυναστείας των Παλαιολόγων (13ος – 15ος αι.). Η Παλαιολόγεια Αναγέννηση εισήγαγε τον βυζαντινό πολιτισμό σε ένα νέο πλαίσιο ανασυγκρότησης και επανακαθορισμού των αξιών του, για να δημιουργήσει τις απαραίτητες για την επιβίωσή του προϋποθέσεις, όταν θα ερχόταν η στιγμή να συναντήσει την Ευρώπη της Αναγέννησης. Όταν, μετά την άλωση της Βασιλεύουσας το 1453, το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνισμού πέρασε στην κυριαρχία των Οθωμανών Τούρκων, η Κύπρος, η Κρήτη, καθώς και τα περισσότερα από τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου βρίσκονταν ήδη υπό ενετική κατοχή. Οι αντιτουρκικές δραστηριότητες των Βενετών είχαν οδηγήσει σταδιακά τον υπόδουλο ελληνισμό στη διαπίστωση ότι μάλλον τους ένωνε ο κοινός εχθρός παρά τους χώριζε η παρωχημένη πλέον έχθρα των προηγούμενων εποχών. Οι ενετοκρατούμενες περιοχές έγιναν η αιχμή του δόρατος για τη συνέχιση της ιστορικής πορείας της νεοελληνικής εθνότητας, αλλά και για τη διαφύλαξη του βυζαντινού πολιτισμού, η καρδιά του οποίου εξακολουθούσε να χτυπά μακριά από τον κίνδυνο του αφανισμού και της λήθης.


Κύριος θεματοφύλακας της βυζαντινής κληρονομιάς χρίστηκε η γεωγραφικά ευνοημένη Κρήτη, η οποία λόγω της ενετικής κυριαρχίας, είχε γίνει η ανοιχτή πύλη του ελληνισμού προς τη Δύση . Δεχόμενη τις επιρροές που εισήγαγαν οι Βενετοί, και μέσα σε ένα περιβάλλον θρησκευτικής ανοχής, που οφειλόταν κυρίως στον φόβο των εξεγέρσεων του τοπικού πληθυσμού, αποτέλεσε το ιδανικό περιβάλλον για τη δραστηριοποίηση της Κρητικής Σχολής, της αντιπροσωπευτικότερης μαζί με την Μακεδονική, αγιογραφικής σχολής της υστεροβυζαντινής περιόδου. Κατά τον 16ο αιώνα διακόσιοι περίπου επώνυμοι ζωγράφοι, οργανωμένοι σε συντεχνίες σύμφωνα με το ιταλικό πρότυπο, δρούσαν στο νησί φιλοτεχνώντας εικόνες που ανταποκρίνονταν στις βυζαντινές αξίες . Η ανεξιθρησκία ευνόησε τη δημιουργία πολλών ορθόδοξων μοναστηριών, τα οποία διατηρούσαν την ελληνορθόδοξη παράδοση και καλλιεργούσαν τα γράμματα και τις τέχνες. Στα πιο αξιόλογα από αυτά υπήρχαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, τα σκριπτόρια, όπου Κρητικοί κωδικογράφοι επιδίδονταν στην αντιγραφή χειρογράφων. Η φήμη τους δεν άργησε να ξεπεράσει τα όρια του νησιού και το έργο τους να γίνει περιζήτητο σε όλη την Ευρώπη .

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε μία από τις πιο χαρισματικές προσωπικότητες στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης, το έργο του οποίου παρέμεινε ένας άλυτος γρίφος ως τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν θα επανεκτιμηθεί από τους εκπροσώπους του εξπρεσσιονισμού. Ο ζωγράφος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος δέχεται τα πρώτα του ερεθίσματα στη γενέτειρά του την Κρήτη, τα οποία θα σφραγίσουν το βαθιά πνευματικό του έργο ως το τέλος της ζωής του. Σύντομα θα επιλέξει να ξενιτευτεί στην Ιταλία της Αναγέννησης και του Μανιερισμού, όπου έρχεται σε επαφή με το έργο σημαντικότατων ζωγράφων, για να αποκομίσει τα τεχνοτροπικά εκείνα στοιχεία που θα αποβάλλουν την αυστηρότητα της βυζαντινής νοοτροπίας από τα έργα του, ανοίγοντας τον δρόμο προς την ωριμότητα. Τελευταίος σταθμός θα γίνει η Ισπανία. Εκεί, στην καρδιά της Ρωμαιοκαθολικής Αντιμεταρρύθμισης και του Μπαρόκ, θα φτάσει στην ουσία της τέχνης του, κλείνοντας τον εικαστικό του κύκλο μέσα από την εκ νέου ανακάλυψη της βυζαντινής του παιδείας, την οποία όχι μόνο δεν προδίδει σε καμία χρονική περίοδο της ζωής του, αλλά φιλτραρισμένη από όλες τις επιρροές που έχει δεχτεί, και μέσα από τη μεγαλοφυή του ματιά, θα καταφέρει να την εξαϋλώσει σαν τις ψηλόλιγνες μορφές των έργων του, να την φτάσει στα ουράνια, και μετουσιωμένη να την κληροδοτήσει στην ανθρωπότητα.

Η πορεία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου θα μπορούσε να χωριστεί χρονικά και γεωγραφικά σε τρεις περιόδους, οι οποίες αντιπροσωπεύουν και τους σταθμούς της καλλιτεχνικής του πορείας:

α) Κρητική περίοδος (π.1541 – 1566) …………… 0 – 25 ετών
β) Ιταλική περίοδος (π.1566 – 1570: Βενετία) …... 25 – 29 ετών
(π.1570 – 1577: Ρώμη) …….. 29 – 36 ετών
γ) Ισπανική περίοδος (π.1577 – 1614) …………...... 36 – 73 ετών

Ορισμένες χρονολογίες, καθώς και πολλές πληροφορίες που αφορούν στην προσωπική του ζωή, δεν είναι απόλυτα τεκμηριωμένες, εξαιτίας των ελλιπών πηγών που δεν σταματούν να βγαίνουν στην επιφάνεια ως τις μέρες μας, διατηρώντας ωστόσο ανέπαφο το πέπλο μυστηρίου που τυλίγει τόσο τον ίδιο, όσο και το πολυσήμαντο έργο του.



ΚΡΗΤΗ – ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ



Γεννημένος στην πόλη του Χάνδακα από εύπορους γονείς έναν αιώνα μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, ο Θεοτοκόπουλος κάνει τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα σε ένα ορθόξοξο περιβάλλον που ευημερεί και ακμάζει. Ο Χάνδακας, πρωτεύουσα της ενετοκρατούμενης Κρήτης, αποτελεί το εμπορικό κέντρο του νησιού, που σφίζει από ζωή. Παράλληλα με την οικονομική ανάπτυξη, αποτελεί και μία πνευματική και καλλιτεχνική εστία με έντονη δραστηριότητα, που διατηρούσε ζωντανή την βυζαντινή παράδοση. Σε αυτή την περιοχή η υστεροβυζαντινή τέχνη δέχεται τη συνεχή εισροή καλλιτεχνικών ερεθισμάτων, μέσα από τα αναγεννησιακά έργα Ιταλών, αλλά και Φλαμανδών καλλιτεχνών, που έρχονταν από τη Βενετία για να στολίσουν τις καθολικές εκκλησίες του νησιού, ή να προστεθούν στις ιδιωτικές συλλογές πλούσιων Βενετών και Ελλήνων . Η Κρήτη γίνεται ένα πολιτισμικό σταυροδρόμι όπου τα ρεύματα της Αναγέννησης σμίγουν με τη βυζαντινή τέχνη, που ήδη έχει διαποτιστεί από τις αρχαίες ελληνικές αξίες και το ορθόδοξο πνεύμα. Σε αυτή του τη μορφή ο ύστερος βυζαντινός πολιτισμός θα μεταλαμπαδευτεί στην Ευρώπη, η οποία ζει μία περίοδο κοσμοϊστορικών αλλαγών, από μία σειρά λογίων και καλλιτεχνών, ανάμεσά τους και ο Θεοτοκόπουλος, συμβάλλοντας καθοριστικά την πολιτισμική της εξέλιξη.


Η πρώτη του μύηση στην τέχνη της αγιογραφίας έγινε πιθανώς στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, την πιο σημαντική σχολή τέχνης του νησιού . Σε αυτή την περίοδο ανάγονται η Κοίμηση της Θεοτόκου (π.1567, εκκλησία της Κοίμησης της Παναγίας στην Ερμούπολη της Σύρου), το οποίο αποτελεί το πρώτο σωζόμενο έργο με την υπογραφή του, καθώς και ο Ευαγγελιστής Λουκάς ζωγραφίζει τη Βρεφοκρατούσα Παναγία (1560-67, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα). Και τα δύο έργα αποτελούν μία σημαντική μαρτυρία της πρώιμης τεχνοτροπίας του ζωγράφου, η οποία πιστοποιεί τις εξαίρετες επιδόσεις του στη βυζαντινή αγιογραφία. Ο βυζαντινολόγος Μανόλης Χατζηδάκης θα σχολιάσει: «Μέσα από το νεανικό έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου φανερώνεται ένας εξαίρετος καλλιτέχνης που αναζητεί την πρωτοτυπία μέσα στα πλαίσια της παραδόσεως, αδιαφορώντας για την εικονογραφική «εύρεση» … και στις λεπτομέρειες φανερώνεται μία ξεχωριστή καλλιτεχνική προσωπικότητα και όχι ένας κοινός αγιογράφος» . Είναι η περίοδος που μυείται στα μυστικά και τις τεχνοτροπίες της βυζαντινής τέχνης, αλλά κυρίως στην ουσία της. Σε όλη τη διάρκεια της βυζαντινής χιλιετίας, το ζητούμενο από τη θρησκεία, την τέχνη και το πνεύμα ήταν η αναζήτηση τρόπων επικοινωνίας με τον Θεό, που θα οδηγούσε στην πνευματική ολοκλήρωση, είτε μέσα από θεολογικά κινήματα, όπως ο ησυχασμός, είτε μέσα από την τέχνη. Η καθαρά θρησκευτική αποστολή της τέχνης καθόρισε τους εικαστικούς κανόνες, οι οποίοι ήταν συγκεκριμένοι και απόλυτοι, όπως ήταν και ο σκοπός της. Η αδιαφορία για την εξωτερική απόδοση του φυσικού κόσμου και των μορφών προς αναζήτηση ενός εσωτερικού, πνευματικού περιεχομένου, εξέφραζε ιδανικά τη ματαιότητα των επιγείων, όπως ακριβώς πρέσβευαν οι θείες αλήθειες μέσα από τις χριστιανικές αντιλήψεις.


Λόγω της πολυπολιτισμικότητας που χαρακτήριζε την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η ορθόδοξη θρησκεία βρέθηκε σε ένα περιβάλλον, όπου άνθιζαν πολλές ανατολικές μυστηριακές θρησκείες με υψηλό ηθικό περιεχόμενο που, όπως και η ίδια, πρέσβευαν τη σωτηρία της ψυχής και τη μεταθανάτιο ζωή. Οι επιρροές που δέχτηκε από τον μιρθαϊσμό, τον ιουδαϊσμό, τον γνωστικισμό, κλπ., αλλά και από τους «εθνικούς», πολλά από τα παγανιστικά στοιχεία των οποίων αναμείχθηκαν με τα χριστιανικά, ήταν τόσες, ώστε να την διαφοροποιήσουν σημαντικά από τον ρωμαιοκαθολικισμό, που ως κραταιά δύναμη, αλλά και επειδή γεωγραφικά βρισκόταν μακριά από αυτές τις πολιτισμικές επιρροές, ήταν δύσκολο να διατηρήσει το έντονα πνευματικό υπόβαθρο, μέσα στο οποίο γαλουχήθηκε ακόμα και ο τελευταίος βυζαντινός πιστός . Κατά την Παλαιολόγεια περίοδο, όπου η οικονομική κρίση δεν επέτρεπε την κατασκευή επιβλητικών και πολυδάπανων καλλιτεχνικών έργων, η τέχνη ξαναγεννήθηκε με διαφορετικές τεχνικές βασισμένες στα αρχαία πρότυπα, που έκρυβαν το μυστικό της ζωής και της συγκίνησης, παραμένοντας, ωστόσο, πιστή στην υπερβατικότητα . Η ζωγραφική έγινε πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στον νεωτερισμό και την συντηρητικότητα. Στην πρώτη, που αντιπροσωπεύτηκε από τη Μακεδονική σχολή, η στροφή στα ζωηρά χρώματα τόνιζε τον ρεαλισμό, την κίνηση και την ένταση της ψυχής, αποτέλεσμα των δυτικών αναγεννησιακών επιδράσεων που δέχτηκε. Η δεύτερη βρήκε έκφραση στην Κρητική σχολή, στην οποία θα γαλουχηθεί ο Θεοτοκόπουλος. Εδώ τα πρόσωπα είναι σκοτεινά, με καστανόχρωμες σκιές και συνήθως σκούρο φόντο, για να τονιστεί η ασκητικότητα και η αυστηρότητα.


Υπάρχει η τάση από τους μελετητές του Γκρέκο να παραλείπουν την πρώιμη περίοδο της δημιουργίας του, παρόλο που εκεί θα πρέπει να ανατρέξει κάποιος για να μπορέσει να κατανοήσει τη σημασία του έργου του . Μέχρι τα 25 του χρόνια, οπόταν και θα φύγει για την Βενετία, ο Θεοτοκόπουλος θα απορροφήσει την παιδεία του όψιμου βυζαντινού πολιτισμού, με την πλατειά της έννοια, χωρίς ωστόσο να απορρίψει την υποτυπώδη προοπτική απόδοση του χώρου και τα έντονα χρώματα, που γνώρισε μέσα από τα βενετσιάνικα έργα, που έβλεπε γύρω του. Τις βαθύτερες διαφορές ανάμεσα στα δύο πολιτισμικά συστήματα, το βυζαντινό και το ευρωπαϊκό, θα τις έβλεπε λίγο αργότερα, όταν θα γνώριζε από κοντά την αναγεννησιακή τέχνη της Ιταλίας.



ΙΤΑΛΙΑ – Η ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΑΝΙΕΡΙΣΜΟ



Σε ηλικία 25 ετών, και έχοντας ήδη αποκτήσει τις πρώτες του εικαστικές επιρροές από τη βυζαντινή παράδοση, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος αποφασίζει να αφήσει τη γενέτειρά του, πιθανότατα μετά τον θάνατο του πατέρα του, για να πάει στη Βενετία, με την επιθυμία να γνωρίσει από κοντά τη δυτική τέχνη που είχε αμυδρά διακρίνει από τα χαρακτικά αντίγραφα, τα οποία έφταναν ως την πατρίδα του μέσω των Ενετών κατακτητών. Η εμπορική ευημερία της θαλασσοκράτειρας Βενετίας, που οφειλόταν κυρίως στη σταθερότητα του δημοκρατικού της πολιτεύματος, σύντομα τη μετέτρεψε σε ένα διεθνούς εμβέλειας πνευματικό κέντρο, που δεχόταν την μαζική εισροή κατοίκων από όλες τις ενετοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας, κυρίως για εκπαιδευτικούς λόγους . Η Ιταλία του 1566 ζει την περίοδο της Ώριμης Αναγέννησης. Δεν έχει περάσει καιρός από την εποχή που στο καλλιτεχνικό στερέωμα μεσουρανούσαν ονόματα όπως ο Ραφαήλ, ο Τιντορέτο, ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ο Μιχαήλ Άγγελος και ο Τισιάνο. Η οικονομική ανάπτυξη της πόλης, αλλά και η προστασία των καλλιτεχνών από τους πάπες και από πλούσιους προστάτες των τεχνών, τους μαικήνες, ευνοούσαν ιδιαίτερα τις παραγγελίες εικαστικών έργων, κάνοντας την Βενετία πόλο έλξης για όλους τους φιλόδοξους καλλιτέχνες. Η ανάδειξη των «ευγενών» ιδιοτήτων της τέχνης, που πρόβαλε με επιτυχία μία μικρή ομάδα κορυφαίων καλλιτεχνών, ευνόησε την ελεύθερη έκφραση των υποκειμενικών τους ιδεών μέσα από πειραματισμούς και καινοτομίες, συμβάλλοντας παράλληλα στη σημαντική βελτίωση της κοινωνικής θέσης όλων των ζωγράφων και γλυπτών . Μέσα από τη συστηματική καλλιέργεια δεξιοτήτων, όπως οι μαθηματικές τεχνικές της γραμμικής προοπτικής και των αναλογιών, και συνθέτοντας θεωρητικές μελέτες, συνειδητοποιούν τον ρόλο τους ως καλλιτέχνες, και συμπορεύονται με την ιδέα του ολοκληρωμένου, παγκόσμιου ανθρώπου (homo universalis), ελεύθερου και έτοιμου να αναλάβει την ευθύνη για τη διαμόρφωση της μοίρας και του κόσμου του .


Η εκ νέου ανακάλυψη της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας μέσα από τα κλασσικά χειρόγραφα, που έφεραν μαζί τους οι διανοούμενοι πρόσφυγες μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, συνέβαλε αποφασιστικά στην ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών στη Δύση. Παράλληλα με την πνευματική αναγέννηση σημειώνεται μία καλλιτεχνική έκρηξη σε όλες τις μορφές της. Τα αρχαία αγάλματα που έρχονται συνεχώς στο φως γίνονται ένας ανεξάντλητος θησαυρός από υφολογικές προτάσεις, που γοητεύει το σύνολο των αναγεννησιακών ζωγράφων και γλυπτών . Είναι η εποχή που η προοπτική, η απόδοση δηλαδή του χώρου και της τρίτης διάστασης, με την οποία είχαν τόσο πειραματιστεί οι καλλιτέχνες του 15ου αιώνα, δίνει ακόμη περισσότερες δυνατότητες στους ζωγράφους. Παράλληλα, αναδεικνύεται η δύναμη του χρώματος μέσα από νέες τεχνικές, όπως η φωτοσκίαση (chiaroscuro), μία τεχνική όπου η μεταβίβαση από το ανοιχτό στο σκούρο επιτυγχάνεται μέσα από πολύ λεπτές χρωματικές διαβαθμίσεις, ή το σφουμάτο (ιταλ. καπνισμένο), τεχνική που εγκαινίασε ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, κατά την οποία τα περιγράμματα είναι απαλά σβησμένα και οι σκιές θαμπές, επιτυγχάνοντας ένα ατμοσφαιρικό αποτέλεσμα . Τα έργα γίνονται φωτεινότερα χάρη στη χρήση του λαδιού και οι στάσεις των μορφών, δανεισμένες από την κλασσική αρχαιότητα, γίνονται πιο φυσικές και χαλαρές. Συχνά ενσωματώνονται σε ένα ειδυλλιακό τοπίο, όπου το χρυσό φόντο αντικαταστάται από έναν φωτεινό μπλε ουρανό (η χρήση του ουλτραμαρίν που έφτανε στο λιμάνι της Βενετίας από το σημερινό Αφγανιστάν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στους Βενετσιάνους ζωγράφους), αναδεικνύοντας τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της αναγεννησιακής τέχνης, στην οποία αναβιώνει το αρχαίο ιδεώδες της ομορφιάς, το βασισμένο στην αρμονία και τις μαθηματικές αναλογίες.


Δίπλα στους κυριότερους εκπροσώπους της Αναγέννησης, ο νεαρός Δομήνικος αρχίζει να αποκτά τη συνείδηση των ιδανικών του δυτικού κόσμου, καθώς και την τεχνική δεξιότητα να τα εκφράσει. Μαθητεύει δίπλα στον Τισιάνο, τον τελευταίο κυρίαρχο και διεθνούς φήμης ζωγράφο της όψιμης αναγεννησιακής Βενετίας, και πειραματίζεται με ευρηματικότητα σε νέες τεχνοτροπίες, ανακαλύπτοντας την εκφραστική δύναμη του ελαιοχρώματος, ικανής να υποβάλει και να συγκινήσει, τις δυναμικές στάσεις των προσώπων, και την τόλμη της σύνθεσης. Παρόλο που στη Βενετία η χρωματική του παλέτα τροποποιήθηκε, ωστόσο διατήρησε τα άσπρα «φώτα» της βυζαντινής αγιογραφίας, που σαν αστραπές διαπερνούν τις ακμές στις φόρμες και τις πτυχές των υφασμάτων του θέματος, ανυπάκουο στους φυσικούς νόμους, που με τόση επιμέλεια προσπαθούσαν να εφαρμόσουν στα έργα τους οι Ιταλοί συνάδελφοί του . Η βυζαντινή του κληρονομιά του έδινε το υπόβαθρο να αποδίδει με ευχέρεια την πνευματική υπόσταση των σκηνών του, σε αντίθεση με την εικαστική Δύση, που είχε επιλέξει την πιστή νατουραλιστική απεικόνιση της φύσης, φέρνοντας το θείο πιο κοντά στα ανθρώπινα δεδομένα, μέσα από πίνακες που συχνά ήταν τόσο συνωστισμένοι από μουσικούς, υπηρέτες, ζώα, περίτεχνα βαριά υφάσματα, αρχιτεκτονικές επεμβάσεις και πλήθος λεπτομέρειες, προκειμένου να τέρψουν τις αισθήσεις, που δύσκολα μπορούσε κανείς να εστιάσει στις κεντρικές μορφές, όπως ο Χριστός ή η Παναγία. Με πλήρως διαμορφωμένη την εθνική και θρησκευτική του συνείδηση, και έχοντας δώσει σημαντικά δείγματα της καλλιτεχνικής του παρουσίας, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος εκτιμάται από τον κύκλο των Ιταλών ομοτεχνών του, οι οποίοι, και για λόγους εκτίμησης προς την αρχαία Ελλάδα, του αποδίδουν τον τιμητικό τίτλο «ο Έλληνας». Σύντομα γίνεται γνωστός με το καλλιτεχνικό παρωνύμιο Dominico Greco, ή απλώς El Greco, ο ίδιος όμως δεν θα απαρνηθεί ποτέ την προσωπική του γενέτειρα και θα συνεχίσει να υπογράφει τους πίνακές του πάντα ως Δομ. Θεοτοκόπουλος Κρης και πάντα με ελληνικούς χαρακτήρες .


Η εξοικείωση με την ελληνική γλώσσα, η οποία είχε εξαπλωθεί από τους ουμανιστές κυρίως μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας, εκτός από την πνευματική ανάταση που έφερε στην Ευρώπη, υπήρξε και καθοριστικός παράγοντας για την εμφάνιση του φαινομένου της Μεταρρύθμισης. Με τη γνώση της ελληνικής γίνεται δυνατή μία ακριβέστερη ερμηνεία των Ευαγγελίων, αφού η μέχρι τώρα λατινική τους έκδοση ήταν απλώς μία μετάφραση, που άφηνε ανοικτές πολλές δυνατότητες θεμιτής ή αθέμιτης παραποίησης των εννοιών της. Μέσα από έντονες θρησκευτικές συζητήσεις ανακαλύπτεται εκ νέου ο πυρήνας του Χριστιανισμού, παράλληλα με την επανανακάλυψη της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας. Η Εκκλησία, που είχε χάσει την εύνοια των κοσμικών ηγεμόνων της Ευρώπης, είχε δεχτεί το πλήγμα του Σχίσματος, και είχε υποπέσει στη διαφθορά, τώρα δεχόταν ένα νέο χτύπημα, αφού η συμβολή της στην απόδοση των εννοιών του Ευαγγελίου ήταν πλέον περιττή. Η βαθειά ρωγμή που εμφανίστηκε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό ώθησε σε μία έντονη συναίσθηση της ατομικότητας, που έθετε τη σκληρή θρησκευτική πειθαρχία υπό αμφισβήτηση .


Η Καθολική Εκκλησία, στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει τις νέες θρησκευτικές ιδέες που ανέπτυσαν οι προτεστάντες θεολόγοι, προσπάθησε να δημιουργήσει μία νέα αίσθηση πνευματικής τάξης και πειθαρχίας εντός της, φαινόμενο γνωστό ως Αντιμεταρρύθμιση. Πρόκειται για μία περίοδο παρακμής, από την οποία ξεπήδησε ένας νέος τρόπος εικαστικής έκφρασης, ο Μανιερισμός, ένα στάδιο, σύμφωνα με τους ιστορικούς της τέχνης, μετάβασης από την ΄Ωριμη Αναγέννηση στο Μπαρόκ. Όσο το κίνημα της Αναγέννησης όδευε προς το τέλος του, μία σειρά από καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και ο Μιχαήλ Άγγελος, εντάσσονται στο ρεύμα του Μανιερισμού, το οποίο χαρακτηρίζεται από την απομάκρυνση από τη νατουραλιστική απόδοση των θεμάτων, καταρρίπτοντας την αρμονία στη σύνθεση, με τα χρώματα να χρησιμοποιούνται περισσότερο ανορθόδοξα, προκειμένου να αποδοθεί πειστικά όλο το πάθος και η δραματικότητα των θεμάτων. Η στροφή προς μία πιο αφηρημένη απόδοση, που εστίαζε περισσότερο στην ουσία των πραγμάτων, παρά στην επιφάνεια, δεν θα άφηνε ανεπηρέαστο τον Κρητικό ζωγράφο. Όταν ο Πάπας Πίος έδωσε εντολή να σκεπάσουν καποιες παραστάσεις του Μιχαήλ Αγγέλου στην Καπέλα Σιξτίνα, γιατί τις θεώρησε άσεμνες για έναν ιερό χώρο, ο Θεοτοκόπουλος δήλωσε πως ήταν σε θέση αν έσβηναν όλο το έργο να το κάνει από την αρχή με την ίδια ποιότητα τέχνης και με την πρέπουσα σεμνότητα . Όσο όμως και αν προσπαθούσε να δείξει την αντίθεσή του με τον Μιχαήλ Άγγελο, η επίδραση που είχε στο έργο του ήταν μεγάλη, αφού μέσα από το κίνημα του Μανιερισμού ανοίχτηκε μπροστά του μία νέα οπτική, όπου το συναίσθημα μπορούσε πλέον να εκφραστεί απαλλαγμένο από τα δεσμά της τυφλής αναπαράστασης της πραγματικότητας, που πρέσβευαν οι Βενετοί συνάδελφοί του.


Είναι η εποχή που αποσαφηνίζει τις ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στην ανατολική και τη δυτική τέχνη και αντίληψη. Έχοντας εντρυφήσει με επιτυχία στις εντυπωσιακές αναγεννησιακές τεχνικές, διαπιστώνει ότι οι δύο πολιτισμικές σχολές χρησιμοποιούν διαφορετικούς δρόμους προς την πίστη. Στην προσπάθειά της να τέρψει τις αισθήσεις, να συγκινήσει και να γοητεύσει, η δυτική ζωγραφική αναζητούσε δραματικούς εκφραστικούς τρόπους να αναπαραστήσει όλη την κλίμακα του ανθρώπινου πόνου, προσέγγιση εντελώς ξένη προς τη βυζαντινή ζωγραφική, όπου αντισταθμίζεται από την ελπίδα και αναπαριστάται συγκρατημένος ακόμη και στην μορφή της Παναγίας. Στη δυτική ζωγραφική είναι η μάνα που θρηνεί για τον χαμό του γιου της (Πιετά), ενώ στη βυζαντινή είναι η υπεραγία, που ξέρει ότι σε τρεις ημέρες θα αναστηθεί. Ενώ η δυτική αντίληψη εστιάζει στην Σταύρωση, η βυζαντινή μέσα από τη Σταύρωση βλέπει το φως της Ανάστασης, που δεν είναι το τέλος, αλλά το πέρασμα προς την ουσία της Χριστιανοσύνης, τη νίκη δηλαδή της ζωής απέναντι στον θάνατο και τη σωτηρία της ανθρώπινης ψυχής. Ο ζωγράφος μπορούσε να διακρίνει ότι, όσο η Δύση εστιάζει στην αφηγηματικότητα, την ύλη, τις αισθήσεις, το παροδικό και το σχετικό, η Βυζαντινή Ανατολή καθορίζεται από τον συμβολισμό, την πνευματικότητα, τη λύτρωση, το αιώνιο και το απόλυτο, διαπιστώνοντας παράλληλα ότι ήταν πια σε θέση να κάνει συνειδητοποιημένες επιλογές . Το πέρασμα του Θεοτοκόπουλου από την επίγεια ματαιότητα της Αναγεννησιακής ζωγραφικής έγινε ο καταλύτης που θα αποκάλυπτε αυτό που πραγματικά έψαχνε να πετύχει μέσα από την τέχνη του, το οποίο έμελε να αποκαλυφτεί στο καλλιτεχνικά ουδέτερο Τολέδο της Ισπανίας, τον τελευταίο σταθμό της ζωής και καλλιτεχνικής του πορείας.




ΙΣΠΑΝΙΑ- ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΠΑΡΟΚ – Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ



Η ιταλική περίοδος δεν κράτησε πολύ. Το πιθανότερο είναι να έφυγε το 1570, λόγω της μεγάλης επιδημίας πανώλης, που είχε φτάσει από τις ασιατικές χώρες στο λιμάνι της Βενετίας, προλαβαίνοντας να σκοτώσει και τον δάσκαλό του Τισιάνο . Το γεγονός ότι ένας νέος ορίζοντας είχε ανοιχτεί στην Ισπανία από τον ισχυρότερο μαικήνα της εποχής, τον βασιλέα Φίλιππο Β’, ο οποίος είχε κηρύξει γενικό προσκλητήριο για τους απανταχού καλλιτέχνες, προκειμένου να διακοσμηθεί το μεγαλοπρεπές ανάκτορο του Εσκοριάλ, ήταν πιθανότατα το κίνητρο για τον φιλόδοξο Κρητικό ζωγράφο, που θα τον οδηγούσε στην πιο ώριμη περίοδο του εικαστικού του έργου . Εκεί, μακριά από τους αναγεννησιακούς γίγαντες της Ιταλίας, η βυζαντινή νόηση του χώρου, των μορφών και της σύνθεσης, θα αναδυθεί από μέσα του πιο ξεκάθαρα από ποτέ. Στην ήσυχη πόλη του Τολέδο, την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του ισπανικού κράτους, ο Θεοτοκόπουλος απαρνιέται τον νατουραλισμό της Αναγέννησης και ιχνηλατεί άγνωστα εκφραστικά μονοπάτια, δημιουργώντας μία προσωπική και αυτόνομη τεχνοτροπία, που θα μείνει γνωστή ως «τεχνοτροπία του Γκρέκο» .


Οι ψηλόλιγνες μορφές του δεν ορίζονται πλέον από περιγράμματα, αλλά από ένα γαιόχρωμο μίγμα φωτός και σκιάς, που τις κάνει να δονούνται από εσωτερική ένταση. Είναι σχεδόν εξαϋλωμένες, γίνονται διάφανες και απόκοσμες, όπως η ψυχή, τόσο κοντά στον ουρανό, τόσο κοντά στον Θεό, σα να έλκονται από Αυτόν, παραπέμποντας αβίαστα στους ασκητές της βυζαντινής εικονογραφίας. Στην Ισπανία, τον τελευταίο του σταθμό, ο Θεοτοκόπουλος απορρίπτει την τρίτη διάσταση, την προοπτική, που θα αντικαταστήσει με μία αφηρημένη γεωμετρική σχηματοποίηση και θα φτάσει τελικά στην αλήθεια της τέχνης του. Οι πίνακές του είναι γεμάτοι από μορφές, που μοιάζουν αυτόφωτες και πάλλονται από έναν εσωτερικό δυναμισμό, που προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τη φυλακή του σώματος, να ξεφύγει από τα πλαίσια του πίνακα και να φτάσει ως την ψυχή του θεατή. Όσο περισσότερο προσηλώνεται στον πίνακα, τόσο εκείνος αποκαλύπτεται, μέσα από μια σιωπηλή συνομιλία έξω από το χώρο και τον χρόνο, που και αυτά έχουν μπει σε διαδικασία αποσύνθεσης. Σχετικά με το μυστηριακό φως στα έργα του Γκρέκο, ο Νίκος Καζαντζάκης θα γράψει: «Τέτοιο το φως στα έργα του Γκρέκο. Τρώει τα σώματα, αποσυνθέτει τα σύνορα κορμιού και ψυχής, τανύζει σα δοξάρι τα κορμιά – κι ας σπάσουν. Το φως του είναι κίνηση. Κίνηση βίαιη. Δεν πηγάζει από τον ήλιο, είναι αντίθετο με το φως του ήλιου. Το φως χιμάει σαν από φεγγάρι τραγικό, ο αγέρας μερμηδίζει γιομάτος κεραυνό, οι άγγελοι κάποτε ξεσπούν κατάκορφα στον ουρανό σαν αστροβολίδες, που σπάζουν πολύχρωμες, απειλητικές, απάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Κι έτσι τα πρόσωπα του Γκρέκο έχουν την κερωμένην εκστατική όψη που έχουν τα φαντάσματα ή που παίρνουν οι μορφές μας σε μια μεγάλη γαλάζιαν αστραπή.»


Παρά τις στυλιστικές υπερβάσεις και διαφοροποιήσεις, και με συνήθειες που συχνά ξένιζαν τους καλλιτεχνικούς κύκλους της πόλης, οι παραγγελίες δεν έπαψαν να τον πολιορκούν, εδραιώνοντας τη φήμη του και στο νέο περιβάλλον . Γνωρίζουμε ότι οι σχέσεις του με τις θρησκευτικές αρχές ήταν ιδιότυπες και όχι σπάνια, εκρηκτικές. Δεν έλειψαν επεισόδια που τον οδήγησαν ως την Ιερά Εξέταση, όπως η επιλογή του στην Προσωπογραφία του Καρδινάλιου, να αποδώσει τον ιερωμένο φορώντας γυαλιά, ή η κατηγορία από τη θεολογική κοινότητα του Τολέδο ότι οι άγγελοί του είχαν μεγάλα φτερά. Το γεγονός ότι ζούσε στην καρδιά της θρησκευτικής ρωμαιοκαθολικής αντιμεταρρύθμισης, που προσπαθούσε να επαναφέρει την πνευματική ενότητα της Ευρώπης και να αποκαταστήσει την λαβωμένη της αίγλη, όπου οι προσωπικές επιλογές και αντιστάσεις μπορούσαν να αποβούν εξαιρετικά επικίνδυνες, φαίνεται πως τον άφηναν αδιάφορο. Υπόλογος ένιωθε μόνο απέναντι στην τέχνη του και απέναντι στο Θεό, τον οποίο υπηρετούσε μέσα από αυτήν, χωρίς μεσάζοντες. Η προσπάθειά του για την τέλεια απόδοση των θεμάτων του σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ήταν επίμονη και πολλές φορές βασανιστική, πάντα όμως μέσα από το δικό του προσωπικό πρίσμα, που είχε πια διαμορφωθεί από τις βυζαντινές καταβολές που απέκτησε στα πρώτα του εικαστικά βήματα στη γενέτειρά του, τον Χάνδακα Κρήτης, τα τεχνικά επιτεύγματα της Αναγέννησης, που αποκόμισε κατά την διαμονή του στην Ιταλία, αλλά και το δραματικό εικαστικό αποτέλεσμα του Μανιερισμού και του Μπαρόκ της δυτικής Ευρώπης, το οποίο είχε μπει στην υπηρεσία της κραταιάς ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, στο Τολέδο, την τελευταία στάση της εικαστικής και προσωπικής του διαδρομής. Μέσα από εξαντλητικές και εναγώνιες αναζήσεις θα περιορίσει τα θέματά του για να τα δουλέψει ξανά και ξανά, ώσπου να φτάσει στην απόλυτη έκφραση του θρησκευτικού συναισθήματος. Οι παραστατικές αξίες της Αναγέννησης απορρίπτονται, αφού δεν ανταποκρίνονται πια στα ζητούμενα του ζωγράφου, ο οποίος έχει δημιουργήσει έναν μοναδικό κόσμο εικόνων, που πάλλεται μέσα σε τρικυμίες χρωμάτων και σχημάτων. Τίποτα δεν έχει πλέον σημασία παρά μόνο η τέχνη του, και η μόνη παρακαταθήκη που μπορούσε να τον βοηθήσει να βγάλει την πιο βαθιά του αλήθεια, δεν ήταν ούτε η ιταλική Αναγέννηση, ούτε το ισπανικό Μπαρόκ, παρόλο που ήταν επηρεασμένο από την ελληνιστική παράδοση που είχαν εισάγει στην ισπανική χερσόνησο οι Άραβες. Αυτό που τελικά υπερίσχυσε και καθόρισε το προσωπικό του ύφος ήταν οι βυζαντινές του καταβολές, οι οποίες επανήλθαν στην ώριμη περίοδο για να υπηρετήσουν αυτό που πρέσβευαν από την αρχή• την πνευματικότητα και την προσέγγιση του ανθρώπου με το θείο.



Οι πληροφορίες για την ιδιωτική του ζωή είναι λιγοστές και συχνά αντικρουόμενες. Δεν γνωρίζουμε αν οι οικονομικές συνθήκες στη ζωή του ήταν άνετες ή όχι, ούτε γιατί δεν παντρεύτηκε την αγαπημένη του Ντόνια Χερόνιμα ντε λας Κουέβας, με την οποία είχε κάνει έναν γιο, τον Γιώργη Εμμανουήλ . Η διαδρομή της ζωής του ήταν μία συνεχής αναζήτηση, γεμάτη στυλιστικές παρεκκλίσεις και υπερβάσεις σε μία τέχνη ιδιότυπη και προσωπική που δεν προάσπιζε τους καθιερωμένους εικαστικούς κανόνες, αλλά την έμπνευση και τη διαίσθηση, φέρνοντάς τον συχνά αντιμέτωπο ακόμη και με τους καλλιτεχνικούς κύκλους που τον περιέβαλαν. Τα θέματά του παρέμειναν στον κύριο όγκο τους παρμένα από την Αγία Γραφή. Η παλέτα του έμεινε πιστή στα σκοτεινότερα χρώματα της Κρητικής σχολής, που υποβάλλουν και τείνουν περισσότερο στην έκφραση του άυλου και πνευματικού στοιχείου, μεταμορφώνοντας τους πίνακές του σε προσευχή. Οι μορφές απελευθερώνονται από το «εγώ», το γήινο, το εγκόσμιο, τα οποία σβήνουν μπροστά στην αλήθεια που αποκαλύπτεται στα μάτια του θεατή, φτάνοντας στην ουσία του θείου, και όχι στην αίσθησή του, όπως συνέβαινε με την δυτική ευρωπαϊκή τέχνη.


Οι τεχνοτροπίες δεν ήταν για τον Θεοτοκόπουλο αυτοσκοπός, όπως ήταν για τους Ιταλούς συναδέλφους του, οι οποίοι προσπαθούσαν να επιτύχουν την τεχνική τελειότητα στα έργα τους. Αντίθετα, ήταν το μέσο που θα τον οδηγούσε στην αποκάλυψη του προσωπικού του ύφους και την πραγμάτωση του προσωπικού του οράματος. Όταν τα μέσα αποδεικνύονταν ανεπαρκή για το ρόλο που έπρεπε να παίξουν δεν δίσταζε να προχωρήσει παρακάτω, απορρίπτοντας ακόμη και το κίνημα που μεταμόρφωσε ολόκληρο τον πολιτισμό της Ευρώπης, το οποίο δεν κατάφερε να τον απορροφήσει. Όσο δυνατές κι αν υπήρξαν οι επιρροές που δέχτηκε, δεν μπόρεσαν να τον αποσπάσουν από τον ιερό του σκοπό, στον οποίο έμεινε πιστός ως το τέλος. Υπηρέτησε την τέχνη του με πάθος, προστατεύοντάς την από κάθε συμβιβασμό και κάθε υποχώρηση, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να ταξιδέψει από το ένα άκρο της Ευρώπης στο άλλο ή να αναμετρηθεί με την κραταιά εκκλησιαστική εξουσία και να κατηγορηθεί ως αιρετικός.


Στην ισπανική πόλη του Τολέδο, από την οποία δεν έφυγε ποτέ, θα βρει το ιδανικό περιβάλλον να μετουσιώσει το όραμά του σε έργο τέχνης, φτιάχνοντας μία τέχνη υποκειμενική, τα μηνύματα της οποίας δεν βγαίνουν εύκολα, αλλά με κόπο και προσπάθεια. Ο Κώστας Ουράνης θα γράψει: «Ο Γκρέκο δεν είναι ένας ζωγράφος, που μπορεί κανείς να λατρέψει. Είναι ένας ζωγράφος που με την αλήθεια του μπορεί να ταράξει.» . Ο Fernando Marias θα παρατηρήσει: «Ο Γκρέκο ήταν ένας διανοούμενος ζωγράφος, ένας καλλιτέχνης φιλόσοφος και το ιδιαίτερο ύφος του είναι καρπός συνειδητής και σοφά επεξεργασμένης αισθητικής» . Οι εκπρόσωποι της εκκλησίας θα κατηγορήσουν τη ζωγραφική του ως αιρετική και οι σύγχρονοι συνάδελφοί του με δυσκολία θα δεχτούν τις αισθητικές του επιλογές. Οι πρώτοι που θα αντιληφθούν το μήνυμα του Γκρέκο είναι οι ρομαντικοί. Περισσότερο θα εμβαθύνουν οι ιμπρεσσιονιστές. Η αποκάλυψη όμως θα γίνει μόλις τον 20ο αιώνα από το κίνημα των εξπρεσσιονιστών και των κυβιστών.


Ο Ελ Γκρέκο είναι ο μοναδικός ζωγράφος στην Ευρώπη, που ξεκίνησε από την Ανατολική Μεσόγειο του Μεσαίωνα, μαθήτευσε στην καρδιά της Ιταλικής Αναγέννησης, και μεγαλούργησε στην δυτική ακτή της Ευρώπης του Μπαρόκ . Έζησε στην Ευρώπη του Ντα Βίντσι, του Σαίξπηρ (1564-1616) και του Θερβάντες (1547-1616), σε μια Ευρώπη που μόλις ανακάλυπτε νέους κόσμους, αλλά και τον εαυτό της, χωρίς τα θρησκευτικά πέπλα που την κάλυπταν ως τότε, και που θα την εισάγουν λίγο πιο κάτω σε μία νέα περίοδο κοινωνικής και πνευματικής αναγέννησης, τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Θα ξαναγεννηθεί για άλλη μία φορά, αφού όμως πρώτα κάποιοι δημιουργοί της έχουν υπενθυμίσει την χαμένη της πνευματικότητα, που για αιώνες είχε θυσιάσει στον βωμό της κοσμικότητας.


Μέσα από το έργο του ο Θεοτοκόπουλος θα αποδείξει ότι καμία όψη πολιτισμού δεν μένει έξω από τον χορό των αλλαγών που διαπερνούν μία κοινωνία. Ακόμη και η ζωγραφική μπορεί να επηρεάσει καταστάσεις, να ανοίξει προοπτικές, να περάσει μηνύματα. Η ζωγραφική, όπως και η μουσική και κάθε μορφή τέχνης, είναι μία γλώσσα που δεν έχει σύνορα. Κυλά σαν υπόγειο ποτάμι κάτω από τα γεγονότα και τις ιδέες για να αφήσει όλα αυτά που κερδίζει στην αέναη πορεία του παρακαταθήκη σε όλα τα έθνη, σε όλες τις γενιές. Είναι φυσικό οι πιο ασθενείς περιοχές να δέχονται περισσότερες επιδράσεις από τις διεθνείς εξελίξεις. Ακόμα όμως και σε αυτές υπάρχουν κάποια άτομα μεμονωμένα που τα εισπράττουν, τα επεξεργάζονται, τα μεταμορφώνουν, και μέσα από τη δική τους αντίληψη και μεγαλοφυΐα, τα επιστρέφουν στην ανθρωπότητα, έχοντας βάλει την δική τους προσωπική ανεξίτηλη σφραγίδα. Ο Ελ Γκρέκο, ο Έλληνας, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ήταν ένας από αυτούς.


Ο ζωγράφος θα σβήσει στις 7 Απριλίου του 1614. Στην απογραφή που συνέταξε ο γιος του λίγο μετά τον θάνατό του αναφέρονται 143 ολοκληρωμένοι πίνακες, 45 προπλάσματα, 180 σχέδια και 200 χαρακτικά .



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



- COLE, Α., Αναγέννηση, εκδ. Δεληθανάσης-Ερευνητές ΕΠΕ, Αθήνα 1994


- LUCIE-SMITH E., Παγκόσμια Ιστορία Τέχνης και Πολιτισμού, τόμος 2, εκδ. Άλμπατρος, Αθήνα 1992


- PALLUCCHINI, A., «Ελ Γκρέκο» στο Οι Μεγάλοι Ζωγράφοι – από την Αναγέννηση στον Γκρέκο, τόμος Β, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα


- ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ι., ΚΑΤΣΙΑΜΠΟΥΡΑ, Γ., ΚΟΥΚΟΥΖΕΛΗ, Α.,

Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό – Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, τόμος Β, ΕΑΠ, Πάτρα 1999

- ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ, Ε., Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ.

Ψυχογιός, Αθήνα 2007

- ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Ν., Ταξιδεύοντας – Ισπανία, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1966


- ΛΑΜΠΡΑΚΗ-ΠΛΑΚΑ, Μ., El Greco ο Έλληνας, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999


- ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ, Μ., Δομήνικος Θεοτοκόπουλος Κρης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1995


- ΧΑΤΖΗΦΩΤΗΣ, Ι. Μ., Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, εκδ. Αλκυών, Αθήνα 1995



---….---….---



Η βιβλιογραφία που αφορά στον ζωγράφο Δομήνικο Θεοτοκόπουλο έχει εμπλουτιστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και συνεχίζει να εμπλουτίζεται, όμως τα στενά χρονικά πλαίσια στα οποία έπρεπε να ολοκληρωθεί η παρουσίαση έκαναν δύσκολη τη χρήση της. Σημαντική στην αποσαφήνιση πτυχών τόσο του ιδιωτικού όσο και του καλλιτεχνικού βίου του ζωγράφου είναι μεταξύ άλλων η συμβολή των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης, με την έκδοση μίας σειράς βιβλίων από Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Ενδεικτικά αναφέρονται τα κάτωθι:


- FERNANDO, M., O Γκρέκο και η τέχνη της εποχής του – Τα σχόλια στους Βίους του Βαζάρι,

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2001

- ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ, Μ. Ν., Τα νεανικά χρόνια του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2000


- ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ν., (επιμ.), Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, τόμοι Ι, ΙΙ, III, IV, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1990