Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19.2.26

τρελά νερά


Έτσι συνηθίζουμε να τα λέμε εμείς οι Ευβοιώτες, 'από πού είσαι;' 'από τα τρελά νερά', εννοώντας την Χαλκίδα. Είναι η αλλόκοτη στροφή στο ρεύμα του Ευβοϊκού στο σημείο της γέφυρας της Χαλκίδας, έξι ώρες προς τη μία κατεύθυνση, έξι ώρες προς την άλλη και μία ώρα όπου τα νερά μένουν στάσιμα. 

Δεν ξέρω αν γνωρίζετε πως ο Αριστοτέλης ήταν κατά το ήμισυ Ευβοιώτης. Ναι, και είμαστε πολύ περήφανοι γι' αυτό. Ευβοιώτης από την πλευρά της μητέρας του, την Φαιστίδα (ή Φαιστιάδα). Η Φαιστίς ήταν από εύπορη οικογένεια και πέθανε σε σχετικά μικρή ηλικία, αφήνοντάς τον μικρό Αριστοτέλη ορφανό από μητέρα, αλλά και πατέρα λίγο αργότερα. Όταν η δημοκρατική τότε Αθήνα τον εξόρισε ως ολιγαρχικό, ο φιλόσοφος επέστρεψε πίσω στη γενέτειρά του, στα κτήματα που του είχε αφήσει η μητέρα του στην περιοχή της Χαλκίδας. Εκεί έζησε ως το τέλος την ζωής του, αφήνοντας το πνεύμα του εδώ, στην ευβοϊκή γη που έχει ευλογηθεί από ήρωες, ανθρώπους του πνεύματος, της τέχνης και της επιστήμης, φιλόσοφους και αγίους μέσα στους αιώνες. 

Οι ιστορικοί τον θέλουν να μελετούσε με εμμονή αυτό το υδάτινο φαινόμενο στα νερά του Ευβοϊκού κόλπου που, σε συνδυασμό με τη μαγνητικότητα της σελήνης, προκαλεί αυτό το αποτέλεσμα των "τρελών νερών" που βλέπουμε μέχρι σήμερα. Ορισμένοι από αυτούς τον θέλουν να πέφτει από απροσεξία την ώρα της έρευνάς του και να πνίγεται μέσα στα τρελά νερά του Ευβοϊκού.

17.2.26

Αντίο, κυρία Αρβελέρ...

Ήταν η αγαπημένη μου ακαδημαϊκός από τότε που την μελετούσαμε στο πανεπιστήμιο, την θεωρούσα πρότυπο, πολύ την αγαπούσα. Όλη της η ζωή αφιερωμένη σε έναν ανώτερο σκοπό, να βγάλει μια χιλιετία ένδοξης ελληνικής ιστορίας από την αφάνεια, να την αναδείξει, να την τιμήσει, να την συνδέσει με το χτες μας ενώνοντας ως άρρηκτος σύνδεσμος την αρχαιότητα με τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Πόσοι επιχείρησαν να το κάνουν αυτό, έχοντας όλη την υφήλιο απέναντι σε μια τέτοια εκδοχή; Απειροελάχιστοι. Σε αυτούς τους απειροελάχιστους ανήκει κι εκείνη.

Οι Ευρωπαίοι, και γενικά όλος ο δυτικός κόσμος, θέλησαν να πετάξουν το Βυζάντιο στα σκουπίδια, απαξιώνοντάς το με τα πιο μελανά χρώματα. Οι Έλληνες, αιώνιοι μιμητές των άλλων, υιοθέτησαν την ίδια αντίληψη, κάνοντας ό,τι τους λέγανε. Όχι όμως η κ. Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ. Βούτηξε μέσα στην επιστήμη της και έδωσε τον αγώνα της, όχι μόνο μέσα από τα αδιάψευστα ιστορικά τεκμήρια του ιστορικού μας παρελθόντος κατορθώνοντας το ακατόρθωτο, αλλά το μετέφερε και σε μία ακόμα διάσταση, κοινωνικής φύσεως αυτή τη φορά. Βούτηξε μέσα στην γυναικεία ιδιοσυγκρασία βγάζοντας από την αφάνεια θησαυρούς γένους θηλυκού, τη γυναικεία γνώση, την γυναικεία διαίσθηση, το γυναικείο πείσμα και επιμονή και πνεύμα, την γυναικεία αντοχή και θάρρος και ηρωισμό και παλικαριά στον μέγιστο βαθμό.

Η κ. Αρβελέρ, Ελληνίδα και γυναίκα, κατέκτησε τη Γαλλία, την πνευματική πρωτεύουσα της σύγχρονης Ευρώπης, κυριαρχώντας πάνω στα γαλλικά γράμματα και κουλτούρα, μέσα από την πρυτανεία της στο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της Γαλλίας, κατακτώντας απάτητες κορφές με αμέτρητες τιμητικές διακρίσεις. 

Της τα έδωσαν όλα, όλη την ευθύνη να ηγηθεί της γαλλικής παιδείας. Και αναρωτιέμαι. Αν αυτή η γυναίκα έμενε στην Ελλάδα, θα είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά; Θα της εμπιστεύονταν τέτοιες θέσεις χωρίς να την φάνε ζωντανή; χωρίς να την ρίξουν στους καρχαρίες; Θα την άφηναν να μεταμορφώσει τα ελληνικά πράγματα στα ελληνικά πανεπιστήμια, διαμορφώνοντας την ελληνική παιδεία του σήμερα, ανοίγοντας τον δρόμο σε πραγματική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, αυτήν που αξίζουμε και που δεν έχουμε; Γαλουχώντας την ελληνική νεολαία για μια φορά προς κάτι το ανώτερο; το ουσιώδες; το υψηλό; Το άριστο; Αυτό που διαμόρφωσε την παγκόσμια σκέψη και που, για κάποιον μυστήριο λόγο, χάθηκε μέσα στους αιώνες; Αυτό το κάτι που θα μπορούσε να εμπνεύσει τους σημερινούς Έλληνες να ανακαλέσουν την χαμένη αγάπη για τα γράμματα, την παιδεία, τη λογική ανάλυση; τη σοφία; Να ξαναβρούν το χαμένο τους μυαλό, που δεν ξέρουμε πού έχει πάει αυτούς τους τελευταίους αιώνες και έχει κρυφτεί στην κρυψώνα του και δεν λέει να βγει από εκεί; Όπως λέει η ίδια, η παιδεία είναι το μόνο πράγμα που μένει, όταν όλα τα άλλα έχουν ξεχαστεί. Σε εμάς αυτό, δυστυχώς, έχει συμβεί εδώ και καιρό, όλα έχουν ξεχαστεί, με πρώτη την παιδεία.

Δε νομίζω να την είχαν αφήσει... λέξη δεν θα την είχαν αφήσει να ξεστομίσει, όχι από θέση ισχύος, τουλάχιστον... Δυστυχώς, γιατί το γυναικείο μυαλό μπορεί να ανοίγει διαστάσεις εκεί που το ανδρικό συχνά αδυνατεί να πλησιάσει. Σήμερα την θαυμάζουμε, επειδή απλά την θαυμάζουν εκείνοι, οι δυτικοί. Πόσο μάλλον τώρα, που δεν ζει πια ανάμεσά μας. Διθυρράμβους θα στήσουν οι πάντες τώρα, είναι πραγματικά τραγικό...

Μια θλίψη με έχει καταβάλει από χθες που άκουσα την είδηση του θανάτου της. Μια γυναίκα αυτού του βεληνεκούς δεν υπάρχει πια. Και παρόλο που λοιδορήθηκε αρκετές φορές μέσα στα χρόνια, εκείνη παρέμεινε αγέρωχη, μια γυναίκα σύμβολο, που ποτέ δεν το έβαλε κάτω. Άλλωστε, κατά κανόνα, λοιδορείς κάποιον ή όταν δεν μπορείς να τον καταλάβεις, ή όταν απειληθείς από αυτόν, μόλις αρχίζεις να  συνειδητοποιείς ότι δεν μπορείς να τον φτάσεις. Αυτό τουλάχιστον, την λοιδορία απέναντι στους καλύτερους από εμάς, έχουμε μάθει να το κάνουμε καλά. 

Στη Νέα Πέραμο άρχισε να βρέχει. Το μετεωρολογικό δελτίο δίνει έντονες βροχές και δυνατούς ανέμους που θα φτάσουν τα δέκα μποφόρ. Έρχεται καταιγίδα. Θυμάμαι τα λόγια που είχατε πει κάποτε: "Να έχετε τα πόδια σας στέρεα στη γη και τα μάτια στον ουρανό." Τα ακούω. Τα ακολουθώ. Αντίο, κυρία Αρβελέρ, το αστέρι σας θα λάμπει για πάντα.

---  Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο άλλο μου blog εδώ.

---  Φωτογραφία από εδώ.

Με αγάπη,

Εύα 💗

24.3.21

Οι λόγοι που οδήγησαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

Είναι μια πανεπιστημιακή εργασία που είχα κάνει στη θεματική ενότητα της ελληνικής ιστορίας στη σχολή μου στο ΕΑΠ και, λόγω επικαιρότητας και επετείου των διακοσίων χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, σκέφτηκα να την αναρτήσω.

Χρόνια πολλά σε όλους, χρόνια πολλά Ελλάδα!

Με αγάπη, 

Εύα 💗


Ο 18ος είναι για την Ευρώπη ένας αιώνας ορόσημο, με επαναστατικά ρεύματα να μεταβάλλουν θεσμούς, αντιλήψεις και ιδέες, ανοίγοντας τον δρόμο προς τη σύγχρονη ιστορία της. Το εμπόριο γίνεται η κυρίαρχη οικονομική δύναμη και η ανθρώπινη διανόηση φτάνει σε πρωτόγνωρες πνευματικές κατακτήσεις, δημιουργώντας έναν νέο κόσμο, που οδεύει προς την βιομηχανική επανάσταση και την πολιτισμική αναγέννηση. Με τη δημοσίευση της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, η αντίληψη περί κοινωνικής ιεραρχίας αλλάζει και το έθνος ορίζεται ως μοναδική πηγή εξουσίας, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στην εδραιωμένη απολυταρχία και συμπαρασέρνοντας όλα τα έθνη που ονειρεύονται ένα ανεξάρτητο μέλλον . Η Γαλλική Επανάσταση αφυπνίζει τον εθνικισμό και γίνεται σημείο αναφοράς για όλους τους υπόδουλους λαούς της Ευρώπης, που επιθυμούν την εθνική τους αποκατάσταση.

Σε μία εποχή όπου η Δύση βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, στην Ανατολή οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Ατάραχη μπροστά στις διεθνείς εξελίξεις, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που πια έχει κλείσει τον κύκλο των κατακτήσεών της, βιώνει μία περίοδο παρακμής και αποσύνθεσης. Η οικονομική κρίση στην οποία υπέπεσε λόγω των πολυδάπανων πολέμων εναντίον Περσών και Ευρωπαίων και των απανωτών νομισματικών υποτιμήσεων επιτάχυνε την εσωτερική αποδιοργάνωση σε κεντρική εξουσία, διοίκηση, στρατό, οικονομία και κοινωνία . Με το συνεκτικό ιδανικό του ιερού πολέμου να έχει εκλείψει, με σουλτάνους παραδομένους σε μια πολυτελή και πολυδάπανη ζωή, και με σοβαρά προβλήματα που δεν χρίζουν ουσιαστικής αντιμετώπισης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραμένει πεισματικά ένα μεσαιωνικό κράτος και καθηλώνεται σε μία αναχρονιστική στασιμότητα, που θα είναι τελικά και η καταδίκη της.

Στο μεταίχμιο των δύο αυτών κόσμων ο υπόδουλος ελληνισμός προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την τρέχουσα διεθνή κατάσταση και να χρησιμοποιήσει τις ανοιχτές ευκαιρίες προς όφελός του. Με μεθοδικότητα και ευφυΐα επιχειρεί να απαγκιστρωθεί από τον κατακτητή, συσπειρώνει το ελληνικό στοιχείο γύρω από την εκκλησία, τους Φαναριώτες, τους άρχοντες της υπαίθρου, τους λόγιους της διασποράς, αποκτά υπολογίσιμο στρατό και στόλο, συγκεντρώνοντας έτσι δυνάμεις υλικές και πνευματικές για τον ιερό σκοπό. Με το τέλος του 18ου αιώνα η εθνική ιδέα φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της, εισάγοντας τον ελληνισμό σε μία επαναστατική προοπτική, όπου έχοντας συνειδητοποιήσει την εθνική του ταυτότητα, τολμά να διεκδικήσει τη θέση του ως ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος στον χάρτη της Ευρώπης.

Σε όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς του, το ελληνικό στοιχείο επιχείρησε εξεγέρσεις, που όμως ήταν τοπικού χαρακτήρα και κατέληγαν σε αποτυχία. Από νωρίς έστρεψε τις ελπίδες του για απελευθέρωση στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι τόσο το ομόθρησκο όσο και η στροφή της προς την ελληνική αρχαιότητα θα αρκούσαν για να τους βοηθήσουν στη εκτόπιση των αλλόθρησκων βαρβάρων. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά οικονομικά πλαίσια είχαν ήδη μεταβληθεί έτσι, ώστε ο ελλαδικός χώρος να αποτελεί μία υποψήφια προς αποικιοκράτηση αγορά, όταν θα απομακρυνόταν από την κατοχή της Υψηλής Πύλης . Οι Ευρωπαίοι δεν επιθυμούσαν την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου κράτους στην ανατολική περιφέρεια μακριά από τον έλεγχό της, και φυσικά δεν γινόταν ούτε λόγος για ενίσχυση του Αγώνα. Γρήγορα οι Έλληνες απανταχού της Ευρώπης συνειδητοποίησαν ότι κάθε βοήθεια για απελευθέρωση θα ερχόταν μόνο από τους ίδιους και με καθολική εξέγερση.

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, οι χριστιανοί ορθόδοξοι αποτέλεσαν μία ξεχωριστή κοινότητα με νομική υπόσταση, που κατοχύρωνε την ύπαρξη της Εκκλησίας και των ορθόδοξων ραγιάδων μέσα στο οθωμανικό κράτος . Το μιλέτι των χριστιανών ήταν σε σαφώς καλύτερη μοίρα από τα υπόλοιπα, όπως των Αρμενίων και των Εβραίων, λόγω της συγκροτημένης εκκλησίας της, η οποία διατηρούσε τα βυζαντινά της προνόμια και παρέμεινε μέχρι και την Επανάσταση η κατευθυντήρια δύναμη του ελληνισμού, αποτρέποντας τον εξισλαμισμό και ρυθμίζοντας την πνευματική ζωή του τόπου . Έχοντας την εύνοια του σουλτάνου, εργάστηκε για τη προστασία του χριστιανικού ποιμνίου από τις δοκιμασίες και τους εξευτελισμούς, και υπερασπίστηκε την εθνική ιδέα, που ως αίτημα ταυτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά με την θρησκευτική ελευθερία. Ωστόσο, εκπροσωπώντας την παραδοσιακή ηγεσία του ελληνισμού, θεωρούσε αναγκαία την ειρηνική συνύπαρξη του Γένους με τον κατακτητή, από φόβο ότι ακόμη και μία τοπική εξέγερση θα εξέθετε όλους τους ραγιάδες στην εκδικητική μανία των Τούρκων, με κατάληξη τον αφανισμό τους .

Η αδιαλλαξία του κατακτητή προς την υιοθέτηση νέων μορφών οικονομικής δραστηριότητας και η προσπάθεια των σουλτάνων να κρατήσουν τις φιλοδοξίες των ομόθρησκων μακριά από τον σουλτανικό θρόνο, έδωσε την ευκαιρία σε μία νέα κοινωνική τάξη να σχηματοποιηθεί και να επιβληθεί στο διαμετακομιστικό εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Η ελληνική αυτή αριστοκρατία, γόνοι αρχικά βυζαντινών οικογενειών, συσπειρώνεται γύρω από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, που από το 1601 έχει την έδρα του στο Φανάρι. Σταδιακά οι Φαναριώτες καταφέρνουν να αποκτήσουν οικονομική δύναμη και κοινωνική αίγλη. Αγοράζουν τη μίσθωση των κρατικών φόρων, προμηθεύουν την αυτοκρατορική αυλή, συμμετέχουν οικονομικά και πνευματικά στις πλούσιες παραδουνάβιες χώρες . Μαζί με την οικονομική ευμάρεια, η τάξη αυτή, μπορούσε να σπουδάσει και να μάθει ξένες γλώσσες, απαραίτητο προσόν για μία θέση στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Από το τέλος του 17ου αιώνα είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το κύρος της Εκκλησίας, προκειμένου να κατοχυρώσει την πολιτική και κοινωνική της υπεροχή έναντι των υπόδουλων Ελλήνων . Το γεγονός αυτό, μαζί με τη μείωση του ενδιαφέροντος των σουλτάνων για τις κρατικές υποθέσεις, εξασφάλισαν νευραλγικές για την προετοιμασία του Αγώνα θέσεις, όπως αυτές του μεγάλου διερμηνέα (δραγουμάνου) της Υψηλής Πύλης, καθώς και του δραγουμάνου του Στόλου. Οι δραγουμάνοι, ενώ αρχικά παρίσταντο στις συνεδριάσεις ως ακροατές, σταδιακά συμμετείχαν ενεργά στις συζητήσεις, και έφτασαν να εκπροσωπούν σε ταξίδια τους ως και τον ίδιο τον σουλτάνο, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το πεδίο για διπλωματικούς ελιγμούς προς όφελος του ελληνισμού. Οι ολοένα αυξανόμενες εξουσίες και τα συχνά ταξίδια στην Ευρώπη τους έδωσαν έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, μετατρέποντάς τους σε αριστοκρατία του χρήματος, αλλά και σε πολιτική εκπροσώπηση του ελληνισμού . Με τη συμβολή τους στη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας μετατρέπουν τη λανθάνουσα επιθυμία για εθνική απελευθέρωση σε ιερό σκοπό. Με την ψευδαίσθηση ότι η Αόρατη Δύναμη θα ήταν στο πλευρό του ελληνισμού κατά την επανάσταση, αφήνοντας αιχμές ότι επρόκειτο για τη μητέρα Ρωσία, προσπάθησαν να αφυπνίσουν την εθνική συνείδηση των ραγιάδων και να συμβάλουν ουσιαστικά στην οργανωτική προετοιμασία του Αγώνα, παρόλο που τα οράματά τους αποδείχτηκαν μη πραγματοποιήσιμα με τα δεδομένα της στιγμής .

Σύμφωνα με την οθωμανική αντίληψη, οι κοινωνικές τάξεις είναι δύο: στην πρώτη ανήκουν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, δηλαδή ο σουλτάνος και οι αξιωματούχοι του, και στη δεύτερη οι παραγωγοί, δηλαδή οι υπόδουλοι χριστιανοί ραγιάδες, συντηρώντας έτσι ένα φεουδαλικό σύστημα, που αδυνατεί να συμβαδίσει με τα κεφαλαιοκρατικά χαρακτηριστικά που έχουν αποκτήσει οι παραγωγικές σχέσεις . Αυτό παρασύρει και την υπόδουλη κοινωνία σε μία αντίστοιχη κεφαλαιοκρατική διαίρεση, η οποία αρχίζει να ξεφεύγει από τον οθωμανικό έλεγχο και να έρχεται σε σύγκρουση μαζί του, λόγω της οικονομικής καταπίεσης που υφίσταται . Το σύστημα της περιφερειακής διοίκησης που τέθηκε αναγκαστικά σε εφαρμογή άφησε χώρο στην τοπική αυτοδιοίκηση να αναπτυχθεί, ενδυναμώνοντας τη θέση των προκρίτων, οι οποίοι ως αντιπρόσωποι των υπηκόων, συμμετέχουν μαζί με τους υπαλλήλους της κεντρικής διοίκησης στην κατανομή και είσπραξη των φόρων, και στη διευθέτηση των τοπικών υποθέσεων ως μεσάζοντες. Με την παραχώρηση διοικητικών ελευθεριών, που βέβαια ποτέ δεν ξεπερνούσαν λόγω θρησκείας εκείνες των μουσουλμάνων, οι πρόκριτοι διαμόρφωσαν μία ελληνική διοικητική ιεραρχία, που λειτουργούσε παράλληλα με την οθωμανική, εκτιμήθηκε από τον σουλτάνο συχνά περισσότερο από την αντίστοιχη τουρκική, και καλλιέργησε σε τοπική κλίμακα την πολιτική συνείδηση του Γένους .

Το τεράστιο έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό οδήγησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μία δημοσιονομική πολιτική εξεύρεσης χρημάτων, που αποδιοργάνωσε τη διοίκηση του κράτους. Το στρατιωτικό τιμαριωτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από μία νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, τα τσιφλίκια, τα οποία γίνονται η κύρια αγροτική μονάδα, που ευνοεί τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις σε βάρος των μικροκαλλιεργητών . Στο τέλος του 18ου με αρχές 19ου αιώνα οι μικρομεσαίοι γαιοκτήμονες εξαφανίζονται από την κοινωνική δομή του ελλαδικού χώρου και μεταβάλλονται άλλοι σε αγροτικούς εργάτες, άλλοι σε εμπόρους και οι πιο δύσμοιροι σε κολίγους, αυξάνοντας την απόσταση των κοινωνικών αντιθέσεων . Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες μετατρέπονται σε γαιοκτήμονες – εμπόρους και συνειδητοποιούν τις μεγάλες τους οικονομικές δυνατότητες, που τους φέρνουν αντιμέτωπους με τους Τούρκους γαιοκτήμονες, γιατί ενώ διαθέτουν την ίδια οικονομική δύναμη, οι πρώτοι δεν μπορούν να ανήκουν στην τάξη των ισχυρών. Οι επιπτώσεις στην κοινωνική δομή ήταν σοβαρές, αφού όξυνε τις οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις και αντιφάσεις. Οι τσιφλικάδες εξασφάλιζαν την αύξηση της παραγωγής με την εκμετάλλευση ακαλλιέργητων χώρων, οι οποίοι αποκτιόνταν κληρονομικά, με αγορά ή με καταπάτηση . Η σχέση τσιφλικά και ραγιά γίνεται τώρα ιδιωτική. Οι ήδη βεβαρημένοι θεσμικά χριστιανοί ραγιάδες δέχονται επιπρόσθετες πιέσεις, καθώς οι νέοι φόροι που καλούνται να πληρώσουν δεν είναι πια σε είδος αλλά σε χρήμα, οι οποίοι για να φτάσουν μέχρι τον σουλτάνο πρέπει να περάσουν από πολλούς μεσάζοντες, που τώρα παίζουν το ρόλο του εργοδότη και εξουσιαστή τους, διογκώνοντας τους ήδη δυσβάστακτους φόρους . Οι άνθρωποι της υπαίθρου μαστίζονται από την εκμετάλλευση, τη μικρή συγκομιδή, τους επαχθείς φόρους, αλλά και την εξάπλωση των ληστειών. Ο οικονομικός μαρασμός και η ανασφάλεια τους αναγκάζουν να βρουν νέες βιοποριστικές λύσεις, όπως το εμπόριο, η βιοτεχνία, η ναυτιλία, σε πιο ασφαλείς τόπους διαμονής, στις πόλεις ή στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός χωριών να ερημώσει. Με το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «η μεγάλη φυγή», χειροτερεύει η ήδη άθλια κατάσταση όσων έμειναν πίσω, αφού επωμίζονταν υποχρεωτικά και τα χρέη των μεταναστών . Παρόλα αυτά, η κατάσταση των αγροτών του ελλαδικού χώρου δεν είναι αθλιότερη από εκείνη των ευρωπαίων αγροτών. Με την παρουσία τους στις αλλαγές που σημειώνονται στις διαδικασίες παραγωγής, συνειδητοποιούν τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν, αλλά και την αξία του ρόλου τους στην εγχώρια οικονομία .

Πολλοί από αυτούς που έμειναν, καταφεύγουν στα βουνά, εκεί που δύσκολα μπορεί να φτάσει ο έλεγχος του κατακτητή, σχηματίζοντας οργανωμένες αντάρτικες ομάδες, τους «νταϊφάδες». Χλευαστικά οι Τούρκοι τους ονομάζουν κλέφτες. Γίνονται ο ανυπότακτος στρατός του υποδουλωμένου έθνους, που χρησιμοποιείται συχνά από τους προεστούς, για να επιβάλουν την εξουσία τους, παρά τις αντιφατικές σχέσεις που είχαν. Τους χρησιμοποιεί ακόμη και η Ρωσία σε περιόδους όπως οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι (1768-1774, 1788-1792), κατά τους οποίους επιχειρώντας να ηγηθεί μίας «Βαλκανικής Αυτοκρατορίας», επικαλέστηκε τα «ιστορικά δικαιώματα» των Ελλήνων στην παλιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία και αναβάθμισε ποιοτικά τις τοπικές εξεγέρσεις, κλονίζοντας την ήδη βεβαρημένη συνοχή των Οθωμανών . Οι τελευταίοι, στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τον χαμένο έλεγχο, αναγκάζονται να τους δελεάσουν με προνόμια, μετονομάζοντάς τους σε αρματολούς. Με αντάλλαγμα μία σχετική ανεξαρτησία και πολλά χρήματα, γίνονται οι φύλακες των εδαφών της αυτοκρατορίας, αλλά συγχρόνως θα αποτελέσουν και σημαντικό φυτώριο πολεμιστών για τον επερχόμενο ξεσηκωμό . Σε αυτούς οφείλεται εν μέρει η βαθμιαία εθνική αφύπνιση, μιας και ενσάρκωναν την ένοπλη δύναμη που αντιστέκεται στον κατακτητή, ο οποίος παράλληλα με τους ανυπότακτους ραγιάδες, καλείται να αντιμετωπίσει και τους δυσαρεστημένους Γενίτσαρους, αλλά και τους ημιανεξάρτητους πασάδες, που έχουν αποκτήσει επικίνδυνες φυγόκεντρες τάσεις.

Με την αποδημία των καταπιεσμένων Ελλήνων δημιουργούνται νέες ελληνικές παροικίες με έντονες εμπορικές δραστηριότητες σε σημαντικά κέντρα της Ευρώπης, που όμως διαφοροποιούνται από εκείνες προηγούμενων εποχών, αφού τώρα αφήνουν πίσω τους το παθητικό και μπαίνουν στο ενεργητικό εμπόριο, απολαμβάνοντας πολλές φορές τα προνόμια των δυτικών υπηκόων . Ο διάσπαρτος σε όλη τη χερσόνησο ελληνικός πληθυσμός αποτελεί κατά τον 18ο αιώνα ένα είδος διαβαλκανικής αστικής τάξης, με έντονες εμπορικές δραστηριότητες, που με τον καιρό την κατέστησαν ανεξάρτητη και την διαφοροποίησαν εθνικά, αλλά και κοινωνικά από τις υπόλοιπες εθνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την ανάπτυξη των παροικιών, οι Έλληνες μαθαίνουν να σκέφτονται ευρωπαϊκά, συναισθάνονται την αυτοδυναμία τους, και διαπιστώνουν ότι οι νέες παραγωγικές σχέσεις που άνθιζαν στην Ευρώπη ήταν αδύνατο να ευδοκιμήσουν κάτω από το οθωμανικό καθεστώς. Μέσα από αυτή την οικονομική και ιδεολογική αφύπνιση, αναπτύσσεται η αίσθηση της ελληνικότητας και η διάθεση απόσπασης από την οθωμανική πραγματικότητα.

Η ακμάζουσα εμπορική δραστηριότητα του 18ου αιώνα προκαλεί την παράλληλη ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας, η οποία περνάει από την τοπική ακτοπλοΐα στη μεσογειακή ναυσιπλοΐα. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), όπου η Ρωσία χρειάζεται μία ναυτική επικοινωνία με τη Δύση, το εμπορικό ναυτικό των Ελλήνων ευνοείται ιδιαίτερα και φτάνει μετά την εξαφάνιση του γαλλικού εμπορίου, λόγω των Ναπολεόντειων Πολέμων και του αγγλικού ναυτικού αποκλεισμού, να γίνει ο κυρίαρχος της Μεσογείου, με 600 ελληνικά πλοία χωρητικότητας 150.000 τόνων . Οι ναυτικοί είναι οι εκπρόσωποι του ελληνισμού σε όλη τη Μεσόγειο και η επαφή με τον έξω κόσμο τους κάνει άμεσους αποδέκτες ιδεών και ρευμάτων. Η οικονομική τους ευμάρεια και ο θαυμασμός που εισέπρατταν από τους Ευρωπαίους ανύψωσε την εθνική τους συνείδηση και υπερηφάνεια, κάνοντας το αναχρονιστικό οθωμανικό καθεστώς πιο δυσβάστακτο και την ανάγκη να απαλλαχθούν από αυτό ακόμη πιο επιτακτική.

Για τους υπόδουλους Έλληνες του 18ου αιώνα, η Ευρώπη εκπροσωπούσε όλα όσα είχαν και έχασαν: ήταν ελεύθερη, πολιτισμένη, φωτισμένη, σοφή. Ήδη από την Αναγέννηση η Ευρώπη εμπνέεται από τα συγγράμματα και τα έργα τέχνης των αρχαίων Ελλήνων, χωρίς όμως να τα συνδέει με τον σύγχρονο τόπο προέλευσης όλου αυτού του πνευματικού πλούτου. Αυτό άρχισε να συμβαίνει κατά τον 17ο αιώνα, όταν περιηγητές από όλη την Ευρώπη επισκέπτονται τον ελλαδικό χώρο για να ανακαλύψουν και να μελετήσουν από κοντά τα μνημεία του αρχαίου κόσμου. Σύντομα όλη η Δύση δοξάζει την αίγλη της αρχαιότητας μέσα από κάθε πτυχή της ζωής της, στις δημόσιες εορτές, στον ρουχισμό, την αρχιτεκτονική, την αντικατάσταση ονομάτων με ελληνικά ή λατινικά . Η μόδα αυτή δεν αργεί να έρθει και στον ελλαδικό χώρο. Τα καράβια δεν έχουν πια μόνο ονόματα αγίων, αλλά και ηρώων του αρχαίου κόσμου. Τα οικογενειακά ονόματα παίρνουν όψη αρχαία και τα παιδιά βαπτίζονται με αρχαιοελληνικά ονόματα. Στην προσπάθειά τους να μιμηθούν τη φωτισμένη Ευρώπη, αρχίζουν και οι ίδιοι να μελετούν, να ταξιδεύουν, να συλλέγουν και να συνειδητοποιούν ότι η συνέχεια του έθνους σταματάει απότομα με την Οθωμανική κυριαρχία. Ο καταπιεσμένος ελληνισμός αντιλαμβάνεται το ηθικό του χρέος να ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξαν οι πρόγονοί του, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες του Αλή πασά, ότι οι Έλληνες «κάτι μαγειρεύουν» . Το φαινόμενο είναι διελληνικό και επιδοκιμάζεται από τους Έλληνες Διαφωτιστές, με κύριους εκπροσώπους τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Αδαμάντιο Κοραή, ενώ καταδικάζεται από τον οικουμενικό Πατριάρχη. Η φύση των εθνικών αιτημάτων, καθώς και το γεγονός ότι διοικητικά η εκκλησία είναι ταυτισμένη με την Υψηλή Πύλη, δεν της επιτρέπουν να αποτελέσει τον κύριο συνεκτικό δεσμό, ρόλο που θα παίξει η αρχαιότητα.

Παράλληλα με τη λογιοσύνη της διασποράς, που δεν σταματά να προωθεί τη συνοχή της παιδείας δια μέσου των αιώνων, παρατηρείται μία ανύψωση των λαϊκών παραδόσεων, στις οποίες ζούσε ακόμα η ελληνική ιδέα . Ο διπλός αυτός προσανατολισμός θα οδηγήσει στην αναζήτηση μίας ενιαίας γλώσσας. Η ύπαρξη πολλών διαλέκτων ήταν ένα σημαντικό εμπόδιο για την εθνική ενότητα, το οποίο για να ξεπεραστεί έπρεπε να ξεκαθαριστεί η γλωσσική ταυτότητα του έθνους. Επιπλέον, σύμφωνα με τους Έλληνες Διαφωτιστές, ο δρόμος προς την απελευθέρωση περνούσε μέσα από τη μόρφωση, και για να φτάσει στο λαό ήταν επιτακτική η χρήση μίας γλώσσας κοινής, απαλλαγμένης από τα αρχαϊκά στοιχεία και ικανής να εκφράσει κάθε γνώση και συναίσθημα . Η ανάγκη να ευθυγραμμιστεί ο νέος ελληνισμός προς τη δυτική πραγματικότητα θα κυριαρχήσει και θα υιοθετηθεί από τους Διδασκάλους του Γένους, που δε σταματούν μέσα από τις φιλολογικές και πολιτικές τους δραστηριότητες, να εγείρουν τα φιλελληνικά αισθήματα της Ευρώπης και να προσπαθούν να μεταλαμπαδεύσουν τα φώτα της στον υπόδουλο ελληνισμό. Οι νέες ευρωπαϊκές θεωρίες αρχίζουν να μεταφράζονται στα ελληνικά, ενώ μειώνονται οι εκδόσεις με θεολογικό περιεχόμενο. Παράλληλα, δημιουργούνται σχολεία (Ιάσιο, Βουκουρέστι) και τυπογραφεία, όπου εκδίδονται ελληνικά βιβλία, που ωθούν την ελευθερία της έρευνας. Ο προσανατολισμός σε εφαρμοσμένες επιστήμες, μαθηματικά, φυσική, χημεία, η ανάδειξη της γεωγραφίας, δείχνουν την τάση για ανανέωση της θεωρητικής σκέψης, που τώρα έρχεται πιο κοντά στον ορθολογισμό . Το θέατρο γίνεται το μεγάλο σχολείο του λαού, ο οποίος βγαίνει από την απομόνωση και δημιουργεί αντιστάσεις βιώνοντας συλλογικά δυνατά συναισθήματα και υψηλά εθνικά φρονήματα . Ο όρος Έλλην αντικαθιστά τον όρο Ραγιάς και αποκτά ξανά το χαμένο του πολιτισμικό, αλλά και εθνολογικό περιεχόμενο, υπογραμμίζοντας τη στροφή που γίνεται προς αναζήτηση της αδιάκοπης συνέχειας του ελληνισμού, ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει τα πάτρια ελληνικά ήθη και την ελληνική γλώσσα και που τώρα καλείται να αναστήσει ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που θα συνεχίσει να δοξάζει τον ελληνικό πολιτισμό .

Παρά το καθεστώς δουλείας, ο ελληνισμός σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα παλεύει να βρει τρόπους αντίστασης. Μέσα από την σταδιακή ανάπτυξη των κοινωνικών στρωμάτων, ανάμεσα στους Φαναριώτες και τους γαιοκτήμονες, τους εμπόρους, τους ναυτικούς και τους διανοούμενους της Βιέννης, ανάμεσα στους οπλαρχηγούς και τους απλούς χωρικούς, γεννιέται το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας. Όταν στις αρχές του 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία βαδίζει προς το τέλος της, ο ελληνικός πληθυσμός φτάνει στα τρία εκατομμύρια. Οι τραπεζίτες του εξωτερικού και οι καραβοκύρηδες του Αιγαίου έχουν συγκεντρώσει αρκετό πλούτο για τις επικείμενες ανάγκες του Αγώνα. Οι ένοπλοι αρματολοί και κλέφτες έχουν εξελιχθεί σε υπολογίσιμη δύναμη, όπως και ο στόλος των νησιών, με ναυτικούς, που αντίθετα με τους Οθωμανούς, και παράδοση διαθέτουν και εμπειρία. Η Φιλική Εταιρεία έχει αναπτερώσει το ηθικό και η ξενιτεμένη διανόηση έχει αναστήσει το ξεχασμένο παρελθόν. Όλες οι προϋποθέσεις είναι εκεί και η καθολική εξέγερση είναι πλέον ζήτημα χρόνου.

Ωστόσο, το Συνέδριο του Λάιμπαχ στις 26/1/1821, όπου συμμετείχαν όλα τα μέλη της Ιερής Συμμαχίας (Αγγλία, Γαλλία, Πρωσία, Ρωσία, Αυστρία), επικυρώνει την αποστροφή για οποιαδήποτε μεταβολή στο διεθνές στερέωμα, κάνοντας κάθε ιδέα για επανάσταση να φαντάζει ως παράνοια. Με την «Αρχή της νομιμότητας» σε πλήρη ισχύ, που σήμαινε καταδίκη για όλα τα επαναστατικά κινήματα, η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης θα προκαλούσε την γενική κατακραυγή των Μεγάλων Δυνάμεων . Έχοντας ενάντιους τους ισχυρούς της γης, ο ελληνισμός τολμά να σηκώσει το λάβαρο της Επανάστασης, πάνω στο οποίο θα ορκιστεί για Ελευθερία ή Θάνατο, υπενθυμίζοντας την παρουσία του στην οικουμένη και φουντώνοντας το φιλελληνικό ρεύμα σε Ευρώπη και Αμερική. Σε όλη τη διάρκεια της υποταγής του, ο Ελληνισμός, όχι μόνο δεν αφομοιώθηκε από το μουσουλμανικό στοιχείο, αλλά κατόρθωσε να ξαναβρεί το χαμένο στη λησμονιά παρελθόν του, να διαφυλάξει και να ενισχύσει με όλες τις δυτικές και ανατολικές επιρροές το παρόν του, και να διασφαλίσει την πολυπόθητη πορεία προς το ανεξάρτητο μέλλον του, γράφοντας με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 την πρώτη σελίδα στο βιβλίο της Νεότερης Ιστορίας των Ελλήνων.-


Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α :

- Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα, 1999

- Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τόμος Γ’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 1999

- Αναστ. Λιάσκος, Αγώνες και άρματα, Ιστορικό-Εθνικό Μουσείο Α. Λιάσκου, εκδ. ΕΜ-ΕΣ ΠΡΕΣΣ Α.Ε., Αθήνα, 2005

- Βασίλης Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην Ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα, 1988

- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΑ, Εκδοτική Αθηνών, 1974

11.7.11

It's time today

It's time today by eve.ps
It's time today, a photo by eve.ps on Flickr.

.. to find a way to change this world.

Joan Jett

http://youtu.be/fQceNs68pg0


Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Μνημείο Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων, ένα μέρος που θυμίζει μια από τις μεγαλύτερες φρικαλεότητες κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου σε όλη την Ευρώπη.

Τον Οκτώβριο του 1943, δυνάμεις του ΕΛΑΣ επικράτησαν στη μάχη Κερπινής-Ρωγών και έπιασαν αιχμάλωτους 80 Γερμανούς στρατιώτες και αξιωματικούς. Οι δυνάμεις κατοχής ζήτησαν την απελευθέρωση τους και απείλησαν ότι για κάθε Γερμανό στρατιώτη που σκοτωνόταν θα εκτελούσαν 10 Έλληνες. Παρ’ όλη τη μεσολάβηση των εκκλησιαστικών αρχών, η ηγεσία του ΕΛΑΣ δεν δέχτηκε να απελευθερώσει τους Γερμανούς αιχαλώτους. Στις 8 Δεκεμβρίου, Γερμανικές δυνάμεις, σε μια μαζική αντεπίθεση, ανακαταλαμβάνουν τα χωριά Κερπινή και Ρωγοί και ο ΕΛΑΣ εκτελεί τους 79 από τους 80 αιχμαλώτους.


Οι γερμανικές δυνάμεις εισβάλλουν στα Καλάβρυτα στις 9 Δεκεμβρίου και στις 13 συγκεντρώνουν όλους τους άνδρες του χωριού από 14 ετών και άνω και τους οδηγούν σε ένα χωράφι έξω από το χωριό. Εκεί εκτελούνται περίπου 700 Καλαβρυτινοί με πολυβόλα. Γλυτώνουν μόνο 13.

Οι γυναίκες και τα παιδιά κλείστηκαν στο σχολείο του χωριού το οποίο πυρπολήθηκε, αλλά κατάφεραν να γλυτώσουν σπάζοντας τα παράθυρα. Λέγεται ότι ένας από τους στρατιώτες που φρουρούσαν το κτίριο, ένας Αυστριακός αντιναζί, άνοιξε μια πόρτα για να μην καούν τα γυναικόπαιδα.

Το μνημείο, στην έξοδο των Καλαβρύτων, χτίστηκε στην τοποθεσία όπου έγινε η εκτέλεση των Καλαβρυτινών για να υπενθυμίζει το τραγικό γεγονός. πηγή

22.11.08

Τέχνης πολέμου συνέχεια.


Σύντομα, η τακτική της μονομαχίας σώμα με σώμα που καθόριζε την έκβαση της μάχης στα ομηρικά χρόνια, αντικαταστάθηκε από μια νέα τακτική, που θα μονοπωλούσε τις πολεμικές επιχειρήσεις στον ελλαδικό χώρο σε όλη την διάρκεια των κλασικών χρόνων, την οπλιτική φάλαγγα. Την ανάγκη γι’ αυτή την αλλαγή επέβαλε η εμφάνιση της πόλης ως νέο πλαίσιο δράσης και ανάπτυξης των πολιτών, η υπεράσπιση της οποίας χρειαζόταν πλέον ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς που θα απέτρεπε να καταπάτηση των εδαφών της από τις γειτονικές πόλεις-κράτη.

Έτσι, την τέχνη του πολέμου οικειοποιούνται ευρύτερες μάζες πολιτών, οι οποίοι επωμίζονταν την ευθύνη της υπεράσπισης της πόλης τους όταν το καλούσε η ανάγκη. Όσοι ήταν σε θέση να προμηθευτούν οι ίδιοι τον απαραίτητο εξοπλισμό, αποκτούσαν και την ιδιότητα του οπλίτη. Σύντομα οι ηρωικές μονομαχίες αντικαταθιστώνται από μαχόμενους που προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, παραταγμένους σε γραμμές που σχημάτιζαν μια συμπαγή μάζα που προστατευόταν από το αδιάσπαστο τείχος μιας νέας ασπίδας, η οποία θα έφερνε την επανάσταση στον τρόπο διεξαγωγής των μαχών.

Ο προηγούμενος τύπος ασπίδας, ο λεγόμενος Πύργος, που ακουμπούσε λόγω μεγέθους στο έδαφος, έκανε την δυνατότητα ελιγμών σχεδόν αδύνατη, γι’ αυτό και θεωρείτο καθαρά αμυντικό όπλο. Τώρα, με την χρήση της νέας ασπίδας, οι οπλίτες είχαν τη δυνατότητα να κινηθούν, να ελίσσονται, να αλλάζουν διάταξη και να πολεμούν με μεγαλύτερη ευχέρεια. Το Όπλο (από όπου πήραν και το όνομά τους οι οπλίτες) ήταν στρογγυλή ασπίδα διαμέτρου 90 περίπου εκατοστών, όπου η λαβή είχε μετατεθεί από το κέντρο της ασπίδας στο άκρο της. Με αυτή την αλλαγή καλυπτόταν μόνο το αριστερό τμήμα του σώματος του οπλίτη, αφήνοντας ακάλυπτο το δεξί, την κάλυψη του οποίου αναλάμβανε ο συμπολεμιστής που βρισκόταν ακριβώς στα δεξιά του κ.ο.κ.

Η αλληλοκάλυψη των οπλιτών που αποτελούσαν την οπλιτική φάλαγγα, όπου κανείς δεν ήταν αναντικατάστατος και όλοι εξαρτιώνταν από όλους, γέννησε την έννοια της ισότητας. Η διεύρυνση του προνομίου της εκπαίδευσης στις πολεμικές τεχνικές και η ισότιμη συμμετοχή στην μάχη, οδήγησε στην ίση απονομή των λαφύρων, είτε επρόκειτο για όπλα είτε για γη. Ήταν λοιπόν αναπόφευκτο η στρατιωτική ισότητα να οδηγήσει σταδιακά στην διεκδίκηση ισότητας συμμετοχής και στην πολιτική εξουσία, την οποία μέχρι τότε είχαν στα χέρια τους αποκλειστικά οι αριστοκράτες, αφού αυτοί ήταν οι μόνοι που γνώριζαν την τέχνη του πολέμου μέχρι τότε.

Ο φαλαγγίτης δεν έχει άλογα και δεν είναι εκπαιδευμένος σε μονομαχίες. Είναι πεζός με όπλα του ένα μακρύ δόρυ, ένα κοντό σπαθί και την νέα στρογγυλή ασπίδα, που καλύπτει το μισό σώμα του ίδιου και το μισό σώμα του διπλανού του. Πολεμούν ο ένας δίπλα στον άλλον, ο αριστοκράτης δίπλα στον αγρότη, ο πλούσιος δίπλα στον φτωχό, όπου η ζωή, η περιουσία και το μέλλον του ενός εξαρτάται από όλους τους υπόλοιπους, μια αδιάσπαστη έννοια συνοχής, αλληλεξάρτησης και ισότητας, σε μια μάχη για τη δόξα της πόλης και όχι των αριστοκρατών ή την ατομική δόξα (κλέος).

Έτσι ξεκίνησε η έννοια της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Λίγο οξύμωρο, αν το σκεφτεί κανείς: η τέχνη του πολέμου να γεννά την ιδέα της δημοκρατίας…

***

Από τότε μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει όσον αφορά στις πολεμικές τακτικές. Έχουμε φτάσει στο σημείο να γίνονται μάχες χωρίς την ανθρώπινη παρουσία στα πεδία των μαχών (παιχνίδια πολέμου). Όλα να γίνονται ηλεκτρονικά. Η εκπαίδευση γίνεται μέσα από ηλεκτρονικούς εξομοιωτές, που αντικαθιστούν τον αντίπαλο, αλλά και όλες τις συνθήκες της μάχης με απόλυτη ακρίβεια. Τα σενάρια πολέμου έχουν μεταφερθεί στις αίθουσες των υπολογιστών. Τα σύγχρονα όπλα δέχονται χειρισμούς εξ' αποστάσεως και εντοπίζουν τον στόχο με τη βοήθεια δορυφόρων. Η απόβαση των πολέμων δεν εξαρτάται πλέον ούτε από την αριθμητική υπεροχή ούτε από την προσωπική ικανότητα του στρατιώτη. Νικά όποιος κατέχει την πιο σύγχρονη τεχνολογία. Όλα υπακούν σε αυτήν και χωρίς αυτήν τίποτα δεν μπορεί να τεθεί σε λειτουργία.
Ίσως σήμερα να έχουν γίνει πιο απρόσωπα τα πράγματα, να χάνονται ολόκληροι λαοί με το πάτημα ενός κουμπιού, όμως η τέχνη του πολέμου εξακολουθεί να υπάρχει. Φαίνεται μέσα από τα ονόματα με τα οποία βαπτίζονται τόσο οι πολεμικές επιχειρήσεις («καταιγίδα της ερήμου», «κόκκινος Οκτώβρης» κτλ) όσο και οι εξοπλισμοί.

Παραθέτω μερικούς για του λόγου το αληθές:



Αεροπλάνα:
- mosquito (νυκτερινά καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά-Αγγλία)
- spitfire (καταδιωκτικά-Αγγλία)
- hurricane (καταδιωκτικά-Αγγλία)
- «ιπτάμενα φρούρια» (βομβαρδιστικά-USA)
- mirage (καταδιωκτικά-Γαλλία)
- phantom (καταδιωκτικά-USA)
- starfighter ή «ιπτάμενα φέρετρα» (USA)
- zero Mitsubishi (Ιαπωνία)
- tomachok (καταδιωκτικά-Γερμανία)
- hercules (μεταφορικά)
- falcon (Γαλλία)



Άρματα μάχης:- challenger (Αγγλία)
- panther (Γερμανία)
- leopard (Γερμανία)

Ελικόπτερα:- hioui
- apache
- comache
- puma (USA)
- sea hawk
- sea king

Υποβρύχια:- typhoon

Πύραυλοι:- patriot (αντι-αεροπορικοί εδάφους-αέρος)
- sidewider (αέρος-αέρος)
- sparrow (αέρος-αέρος)
- penguin (εδάφους-θαλάσσης, θαλάσσης-θαλάσσης)


Βόμβες:
- «μαύρη χήρα» (η βόμβα στη Χιροσίμα)

Αντιαεροπορικά πυροβόλα:- άρτεμις (Ελλάδα)

Πλοία:
- enterprise (αεροπλανοφόρο-USA)
- πυρπολητής (κανονιοφόρο-Ελλάδα)
- ζαν ντ’ αρκ (αεροπλανοφόρο-Γαλλία)


Ονόματα που εντυπωσιάζουν στο άκουσμά τους, αλλά που όμως δεν θα καλύψουν ποτέ την ζοφερότητα της επόμενης μέρας, όσο κι αν εξελιχθεί η ηλεκτρονική πλέον τέχνη του πολέμου...

16.10.08

Στο στόχαστρο η αυθεντικότητα του δίσκου της Φαιστού



Πριν από έναν αιώνα, τον Ιούλιο του 1908, μια ομάδα ιταλών αρχαιολόγων ξεκίνησε ανασκαφές μέσα στα μινωικά ανάκτορα της Φαιστού. Η προσπάθειά τους αυτή έμελε να στεφθεί από μια αναπάντεχη επιτυχία. Μέσα από τα παμπάλαια ερείπια του παλατιού αναδύθηκε ένα περίεργο πήλινο αντικείμενο, ένας κεραμικός δίσκος όχι μεγαλύτερος από 16 εκατοστά σε διάμετρο και πάχους 2,1 εκατοστών, καλυμμένος και στις δύο του πλευρές με περίεργα έντυπα σύμβολα που ακολουθούσαν σπειροειδή φορά, σύμβολα που θύμιζαν τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, αλλά που πρώτη φορά τα έβλεπε ανθρώπου μάτι. Η γραφή αυτή δεν είχε ταίρι. Ήταν μοναδική. Η ανακάλυψη ήταν σπουδαία. Ήταν η στιγμή που ο ιταλός αρχαιολόγος Λουίτζι Περνιέ θα περνούσε στην ιστορία με την ανακάλυψη μιας νέας ολοκαίνουργιας αιγαιακής γραφής τυπωμένης σε ένα μοναδικό αρχαιολογικό εύρημα:
τον περίφημο Δίσκο της Φαιστού.

Όπως ήταν φυσικό, η ανακάλυψη έκανε αστραπιαία τον γύρο του κόσμου και από τότε στρατιές αρχαιολόγων, με πρώτο και σημαντικότερο τον Arthur Evans, αλλά κι άλλων, φιλολόγων, παραφιλολόγων, συγγραφέων, γλωσσολόγων και ερευνητών δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να επιδίδονται με αυτοθυσία και πρωτόφαντο πάθος στο κυνήγι της αποκρυπτογράφησης αυτής της μυστηριώδους γραφής. Κατά καιρούς έχουν αποδοθεί πλήθος ερμηνείες ως προς το περιεχόμενο του δίσκου, όπως ότι πρόκειται για προσευχή, ύμνο, κατάρα, κείμενο με μαγικό περιεχόμενο, τελετουργικό ερωτικό τραγούδι, εγχειρίδιο σεξουαλικών στάσεων, απόδειξη γεωμετρικού θεωρήματος, λατρευτικό κείμενο προς τα άστρα, μινωικό ημερολόγιο, κείμενο διδασκαλίας ανάγνωσης, αστρονομικά σύμβολα, πίνακας επιτραπεζίου παιχνιδιού ή ακόμη και κείμενο φερμένο από εξωγήινους. Καμία όμως από τις ερμηνείες που έχουν δοθεί δεν είναι αρκετά πειστική μέχρι σήμερα κι έτσι, το μυστήριο του δίσκου εξακολουθεί να παραμένει ανεξιχνίαστο.

Εκατό χρόνια μετά την ανακάλυψη του δίσκου, ένας αμερικανο-εβραίος παλαιοπώλης-γκαλερίστας, ο Jerome Eisenberg (πολλά δημοσιεύματα τον θέλουν και αποδέκτη προϊόντων αρχαιοκαπηλίας, ανάμεσά τους και κλοπιμαία από το μουσείο της Κορίνθου), αναταράζει τα νερά με τον ισχυρισμό του πως ο δίσκος της Φαιστού δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα της ματαιοδοξίας του ιταλού Pernier, ο οποίος, στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει τους συναδέλφους του με ένα εύρημα εφάμιλλο σε αρχαιολογική αξία με εκείνα του sir Arthur Evans στην Κνωσό, εμφάνισε έναν πλαστό δίσκο με έντυπα στοιχεία μιας άγνωστης μυστηριακής γραφής, μεταθέτοντας αυτόματα την χρονολόγηση του ευρήματος από το 1.700 π.Χ. … στις αρχές του 20ου αιώνα μ.Χ.!

Για να στηρίξει τις απόψεις του περί «μη γνησιότητας του γλυπτού» επιστρατεύει το επιχείρημα πως «οι άκρες του είναι πολύ καλά επεξεργασμένες για να είναι αυθεντικό» και πως «είναι ψημένο, ενώ οι Μινωίτες δεν ακολουθούσαν αυτήν την πρακτική για τα αντικείμενα από άργιλο.» Τις απόψεις του, που διατύπωσε και εγγράφως σε άρθρο του στο περιοδικό Minerva, του οποίου είναι ο ιδιοκτήτης, σχεδιάζει να τις εκθέσει σε ένα συνέδριο που θα λάβει χώρα σε λίγες μέρες, στα τέλη του Οκτώβρη, στο Λονδίνο. Στη διεθνή αυτή διάσκεψη έχουν προσκληθεί και άλλοι «ομογάλακτοι» που υποστηρίζουν λίγο ως πολύ τις απόψεις του περί πλαστότητας, αλλά και περί ασιατικής προέλευσης της τυπωμένης στον δίσκο γραφής. Η προσπάθεια αυτή, η οποία σημειωτέον, διοργανώνεται από το περιοδικό του, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά, καθώς συμπίπτει με τα 100 χρόνια από την εύρεση της σπουδαίας προϊστορικής αρχαιότητας.

«Αδιανόητη η θεωρία του» ήταν η απάντηση των Ελλήνων αρχαιολόγων σ’ αυτούς τους αβάσιμους επιστημονικά ισχυρισμούς. «Είναι σα να αμφισβητούμε τον μινωικό πολισμό.» Την άμεση παρέμβαση της πολιτείας ζήτησαν φορείς της Κρήτης, οι οποίοι επισημαίνουν ότι «με αυτή τη μαύρη προπαγάνδα επιχειρείται να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του από συγκεκριμένους υπόπτους πλαστογράφους της ιστορίας, που τροφοδοτούν μεθοδευμένα ψευδή δημοσιεύματα στον ξένο Τύπο», κατονομάζοντας ευθέως τον Eisenberg. Μάλιστα, προχώρησαν ακόμα ένα βήμα, ζητώντας από τον υπουργό πολιτισμού, κ. Λιάπη, την διοργάνωση επιστημονικού συνεδρίου τον Νοέμβριο στο Ηράκλειο, με αφορμή την συμπλήρωση των 100 χρόνων από την ανεύρεση του δίσκου. Παράλληλα ζητούν να δοθεί έγκριση στον Δημόκριτο ώστε να επαληθευτεί και εργαστηριακά η γνησιότητα του δίσκου με τη μέθοδο της θερμοφωταύγειας, της γεωμαγνητικής χρονολόγησης και της πετρογραφικής ανάλυσης.

Ως υπενθύμιση να πούμε ότι η νέα αυτή υπόθεση αμφισβήτησης κορυφαίας αρχαιότητας έρχεται δύο χρόνια μετά από μια άλλη αμφισβήτηση από δυο άλλους Αμερικανούς φιλολόγους, τον Ο.Μ. Κάλντερ και τον Ν.Α. Τρέιλ, οι οποίοι αμφισβήτησαν την αυθεντικότητα του διασημότερου εκθέματος στον ολόχρυσο θησαυρό των Μυκηνών, το χρυσό προσωπείο που ο Ερρίκος Σλήμαν είχε αποδώσει στον Αγαμέμνονα. Είχαν υποστηρίξει πάλι πως ήταν πλαστό, δημιούργημα του γερμανού αρχαιολόγου!

«Δεν συμφωνώ καθόλου με τη θεωρία πως ο Δίσκος της Φαιστού είναι πλαστός. Είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσουμε ότι είναι γνήσιος. Αρκεί να σκεφθείτε πως πάνω στην πήλινη επιφάνεια αποτυπώνονται 45 διαφορετικά σημεία. Δέκα από αυτά δεν ήταν γνωστά όταν ανακαλύφθηκε ο Δίσκος, το 1908, από τον Ιταλό αρχαιολόγο Λουίτζι Περνιέ. Βρέθηκαν πολύ αργότερα- το 1953 - από τον Ντόρο Λέβι σε ανασκαφές στο ανάκτορο της Φαιστού. Πώς είναι δυνατόν να αποτύπωσε λοιπόν ο Περνιέ στον δίσκο σημεία που δεν είχε δει ποτέ; Δεν πιστεύω πως υπάρχει αμφιβολία για τη γνησιότητα του δίσκου» εξηγεί ο πολυγραφότατος Ιταλός καθηγητής Αρχαιολογίας, ακαδημαϊκός και σύμβουλος του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας Λουί Γκοντάρ με ειδικότητα στις γραφές του Αιγαίου, που έχει γράψει ανάμεσα σε δεκάδες μονογραφίες και μία για τον Δίσκο της Φαιστού.

Παρά τις προσπάθειες αμφισβήτησης της γνησιότητάς του, το ηλικίας 3.700 χρόνων εύρημα με την ανερμήνευτη ως τώρα γραφή τυπωμένη και στις δυο του πλευρές αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα διασημότερα άλυτα μυστήρια της αρχαιολογίας. Ποιο είναι το μυστικό που κρύβει ο δίσκος της Φαιστού; Γιατί προκαλεί τόσο ενδιαφέρον η αποκρυπτογράφησή του; Μήπως επειδή δεν υπάρχει όμοιό του σε κανένα σημείο του κόσμου, σε καμία χρονολογική περίοδο, σε κανέναν πολιτισμό; Μήπως επειδή τα κινητά στοιχεία του (σφαγίδες δηλαδή), πολλά για να είναι γράμματα, λίγα για να είναι ιδεογράμματα, δεν εντάσσονται σε κανένα γλωσσολογικό πλαίσιο που να μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το νόημά τους; Μήπως επειδή πρόκειται για το αρχαιότερο τυπογραφικό μνημείο στην ιστορία της ανθρωπότητας, τεχνική που θα επανανακάλυπτε 2.200 χρόνια αργότερα ο Γουτεμβέργιος; Ο μελετητής του Μινωικού πολιτισμού Λεόν Πομεράνς πιστεύει ότι ο δίσκος δεν είναι γραμμένος σε καμιά γλώσσα αλλά είναι ένα σύστημα αλληγορικών συμβόλων, προερχόμενα ίσως και από τα ζωδιακά, και έτσι χρειαζόμαστε ερμηνεία και όχι μετάφραση. Με αυτή την άποψη τείνουν να συμφωνήσουν και αρκετοί άλλοι. Μήπως έχουν δίκιο;

Όποια κι αν είναι η απάντηση, η σπειροειδής αυτή γραφή, που θεωρείται από πολλούς μητέρα της Γραμμικής Α, με τα 45 στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν σε ένα σύνολο 242 συμβόλων, λίγο πιο πατημένα από την μία όψη του δίσκου (ίσως γιατί στέγνωσε λίγο περισσότερο αυτή η πλευρά, ίσως γιατί χρησιμοποιήθηκαν δύο ανεξάρτητοι πήλινοι δίσκοι που ενώθηκαν πριν στεγνώσουν, σχηματίζοντας τελικά έναν ενιαίο δίσκο, αυτόν που βλέπουμε σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου Κρήτης), ο δίσκος της Φαιστού παραμένει ένας άλυτος γρίφος που κρατά κλειστά τα χαρτιά του, αποτελώντας σύμβολο αέναης επιστημονικής αναζήτησης.

2.2.08

Οι παράγοντες που οδήγησαν στην επανάσταση του 1821

Ο 18ος είναι για την Ευρώπη ένας αιώνας ορόσημο, με επαναστατικά ρεύματα να μεταβάλλουν θεσμούς, αντιλήψεις και ιδέες, ανοίγοντας τον δρόμο προς τη σύγχρονη ιστορία της. Το εμπόριο γίνεται η κυρίαρχη οικονομική δύναμη και η ανθρώπινη διανόηση φτάνει σε πρωτόγνωρες πνευματικές κατακτήσεις, δημιουργώντας έναν νέο κόσμο, που οδεύει προς την βιομηχανική επανάσταση και την πολιτισμική αναγέννηση. Με τη δημοσίευση της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, η αντίληψη περί κοινωνικής ιεραρχίας αλλάζει και το έθνος ορίζεται ως μοναδική πηγή εξουσίας, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στην εδραιωμένη απολυταρχία και συμπαρασύροντας όλα τα έθνη που ονειρεύονται ένα ανεξάρτητο μέλλον[1]. Η Γαλλική Επανάσταση αφυπνίζει τον εθνικισμό και γίνεται σημείο αναφοράς για όλους τους υπόδουλους λαούς της Ευρώπης, που επιθυμούν την εθνική τους αποκατάσταση.

Σε μία εποχή όπου η Δύση βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, στην Ανατολή οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Ατάραχη μπροστά στις διεθνείς εξελίξεις, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που πια έχει κλείσει τον κύκλο των κατακτήσεών της, βιώνει μία περίοδο παρακμής και αποσύνθεσης. Η οικονομική κρίση στην οποία υπέπεσε λόγω των πολυδάπανων πολέμων εναντίον Περσών και Ευρωπαίων και των απανωτών νομισματικών υποτιμήσεων επιτάχυνε την εσωτερική αποδιοργάνωση σε κεντρική εξουσία, διοίκηση, στρατό, οικονομία και κοινωνία[2]. Με το συνεκτικό ιδανικό του ιερού πολέμου να έχει εκλείψει, με σουλτάνους παραδομένους σε μια πολυτελή και πολυδάπανη ζωή, και με σοβαρά προβλήματα που δεν χρίζουν ουσιαστικής αντιμετώπισης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραμένει πεισματικά ένα μεσαιωνικό κράτος και καθηλώνεται σε μία αναχρονιστική στασιμότητα, που θα είναι τελικά και η καταδίκη της.
Στο μεταίχμιο των δύο αυτών κόσμων ο υπόδουλος ελληνισμός προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την τρέχουσα διεθνή κατάσταση και να χρησιμοποιήσει τις ανοιχτές ευκαιρίες προς όφελός του. Με μεθοδικότητα και ευφυΐα επιχειρεί να απαγκιστρωθεί από τον κατακτητή, συσπειρώνει το ελληνικό στοιχείο γύρω από την εκκλησία, τους Φαναριώτες, τους άρχοντες της υπαίθρου, τους λόγιους της διασποράς, αποκτά υπολογίσιμο στρατό και στόλο, συγκεντρώνοντας έτσι δυνάμεις υλικές και πνευματικές για τον ιερό σκοπό. Με το τέλος του 18ου αιώνα η εθνική ιδέα φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της, εισάγοντας τον ελληνισμό σε μία επαναστατική προοπτική, όπου έχοντας συνειδητοποιήσει την εθνική του ταυτότητα, τολμά να διεκδικήσει τη θέση του ως ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος στον χάρτη της Ευρώπης.
Σε όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς του, το ελληνικό στοιχείο επιχείρησε εξεγέρσεις, που όμως ήταν τοπικού χαρακτήρα και κατέληγαν σε αποτυχία. Από νωρίς έστρεψε τις ελπίδες του για απελευθέρωση στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι τόσο το ομόθρησκο όσο και η στροφή της προς την ελληνική αρχαιότητα θα αρκούσαν για να τους βοηθήσουν στη εκτόπιση των αλλόθρησκων βαρβάρων. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά οικονομικά πλαίσια είχαν ήδη μεταβληθεί έτσι, ώστε ο ελλαδικός χώρος να αποτελεί μία υποψήφια προς αποικιοκράτηση αγορά, όταν θα απομακρυνόταν από την κατοχή της Υψηλής Πύλης[3]. Οι Ευρωπαίοι δεν επιθυμούσαν την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου κράτους στην ανατολική περιφέρεια μακριά από τον έλεγχό της, και φυσικά δεν γινόταν ούτε λόγος για ενίσχυση του Αγώνα. Γρήγορα οι Έλληνες απανταχού της Ευρώπης συνειδητοποίησαν ότι κάθε βοήθεια για απελευθέρωση θα ερχόταν μόνο από τους ίδιους και με καθολική εξέγερση.

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, οι χριστιανοί ορθόδοξοι αποτέλεσαν μία ξεχωριστή κοινότητα με νομική υπόσταση, που κατοχύρωνε την ύπαρξη της Εκκλησίας και των ορθόδοξων ραγιάδων μέσα στο οθωμανικό κράτος[4]. Το μιλέτι των χριστιανών ήταν σε σαφώς καλύτερη μοίρα από τα υπόλοιπα, όπως των Αρμενίων και των Εβραίων, λόγω της συγκροτημένης εκκλησίας της, η οποία διατηρούσε τα βυζαντινά της προνόμια και παρέμεινε μέχρι και την Επανάσταση η κατευθυντήρια δύναμη του ελληνισμού, αποτρέποντας τον εξισλαμισμό και ρυθμίζοντας την πνευματική ζωή του τόπου[5]. Έχοντας την εύνοια του σουλτάνου, εργάστηκε για τη προστασία του χριστιανικού ποιμνίου από τις δοκιμασίες και τους εξευτελισμούς, και υπερασπίστηκε την εθνική ιδέα, που ως αίτημα ταυτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά με την θρησκευτική ελευθερία. Ωστόσο, εκπροσωπώντας την παραδοσιακή ηγεσία του ελληνισμού, θεωρούσε αναγκαία την ειρηνική συνύπαρξη του Γένους με τον κατακτητή, από φόβο ότι ακόμη και μία τοπική εξέγερση θα εξέθετε όλους τους ραγιάδες στην εκδικητική μανία των Τούρκων, με κατάληξη τον αφανισμό τους[6].




Η αδιαλλαξία του κατακτητή προς την υιοθέτηση νέων μορφών οικονομικής δραστηριότητας και η προσπάθεια των σουλτάνων να κρατήσουν τις φιλοδοξίες των ομόθρησκων μακριά από τον σουλτανικό θρόνο, έδωσε την ευκαιρία σε μία νέα κοινωνική τάξη να σχηματοποιηθεί και να επιβληθεί στο διαμετακομιστικό εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Η ελληνική αυτή αριστοκρατία, γόνοι αρχικά βυζαντινών οικογενειών, συσπειρώνεται γύρω από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, που από το 1601 έχει την έδρα του στο Φανάρι. Σταδιακά οι Φαναριώτες καταφέρνουν να αποκτήσουν οικονομική δύναμη και κοινωνική αίγλη. Αγοράζουν τη μίσθωση των κρατικών φόρων, προμηθεύουν την αυτοκρατορική αυλή, συμμετέχουν οικονομικά και πνευματικά στις πλούσιες παραδουνάβιες χώρες[7]. Μαζί με την οικονομική ευμάρεια, η τάξη αυτή, μπορούσε να σπουδάσει και να μάθει ξένες γλώσσες, απαραίτητο προσόν για μία θέση στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Από το τέλος του 17ου αιώνα είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το κύρος της Εκκλησίας, προκειμένου να κατοχυρώσει την πολιτική και κοινωνική της υπεροχή έναντι των υπόδουλων Ελλήνων[8]. Το γεγονός αυτό, μαζί με τη μείωση του ενδιαφέροντος των σουλτάνων για τις κρατικές υποθέσεις, εξασφάλισαν νευραλγικές για την προετοιμασία του Αγώνα θέσεις, όπως αυτές του μεγάλου διερμηνέα (δραγουμάνου) της Υψηλής Πύλης, καθώς και του δραγουμάνου του Στόλου. Οι δραγουμάνοι, ενώ αρχικά παρίσταντο στις συνεδριάσεις ως ακροατές, σταδιακά συμμετείχαν ενεργά στις συζητήσεις, και έφτασαν να εκπροσωπούν σε ταξίδια τους ως και τον ίδιο τον σουλτάνο, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το πεδίο για διπλωματικούς ελιγμούς προς όφελος του ελληνισμού. Οι ολοένα αυξανόμενες εξουσίες και τα συχνά ταξίδια στην Ευρώπη τους έδωσαν έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, μετατρέποντάς τους σε αριστοκρατία του χρήματος, αλλά και σε πολιτική εκπροσώπηση του ελληνισμού[9]. Με τη συμβολή τους στη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας μετατρέπουν τη λανθάνουσα επιθυμία για εθνική απελευθέρωση σε ιερό σκοπό. Με την ψευδαίσθηση ότι η Αόρατη Δύναμη θα ήταν στο πλευρό του ελληνισμού κατά την επανάσταση, αφήνοντας αιχμές ότι επρόκειτο για τη μητέρα Ρωσία, προσπάθησαν να αφυπνίσουν την εθνική συνείδηση των ραγιάδων και να συμβάλουν ουσιαστικά στην οργανωτική προετοιμασία του Αγώνα, παρόλο που τα οράματά τους αποδείχτηκαν μη πραγματοποιήσιμα με τα δεδομένα της στιγμής[10].

Σύμφωνα με την οθωμανική αντίληψη, οι κοινωνικές τάξεις είναι δύο: στην πρώτη ανήκουν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, δηλαδή ο σουλτάνος και οι αξιωματούχοι του, και στη δεύτερη οι παραγωγοί, δηλαδή οι υπόδουλοι χριστιανοί ραγιάδες, συντηρώντας έτσι ένα φεουδαλικό σύστημα, που αδυνατεί να συμβαδίσει με τα κεφαλαιοκρατικά χαρακτηριστικά που έχουν αποκτήσει οι παραγωγικές σχέσεις[11]. Αυτό παρασύρει και την υπόδουλη κοινωνία σε μία αντίστοιχη κεφαλαιοκρατική διαίρεση, η οποία αρχίζει να ξεφεύγει από τον οθωμανικό έλεγχο και να έρχεται σε σύγκρουση μαζί του, λόγω της οικονομικής καταπίεσης που υφίσταται[12]. Το σύστημα της περιφερειακής διοίκησης που τέθηκε αναγκαστικά σε εφαρμογή άφησε χώρο στην τοπική αυτοδιοίκηση να αναπτυχθεί, ενδυναμώνοντας τη θέση των προκρίτων, οι οποίοι ως αντιπρόσωποι των υπηκόων, συμμετέχουν μαζί με τους υπαλλήλους της κεντρικής διοίκησης στην κατανομή και είσπραξη των φόρων, και στη διευθέτηση των τοπικών υποθέσεων ως μεσάζοντες. Με την παραχώρηση διοικητικών ελευθεριών, που βέβαια ποτέ δεν ξεπερνούσαν λόγω θρησκείας εκείνες των μουσουλμάνων, οι πρόκριτοι διαμόρφωσαν μία ελληνική διοικητική ιεραρχία, που λειτουργούσε παράλληλα με την οθωμανική, εκτιμήθηκε από τον σουλτάνο συχνά περισσότερο από την αντίστοιχη τουρκική, και καλλιέργησε σε τοπική κλίμακα την πολιτική συνείδηση του Γένους[13].


Το τεράστιο έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό οδήγησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μία δημοσιονομική πολιτική εξεύρεσης χρημάτων, που αποδιοργάνωσε τη διοίκηση του κράτους. Το στρατιωτικό τιμαριωτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από μία νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, τα τσιφλίκια, τα οποία γίνονται η κύρια αγροτική μονάδα, που ευνοεί τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις σε βάρος των μικροκαλλιεργητών[14]. Στο τέλος του 18ου με αρχές 19ου αιώνα οι μικρομεσαίοι γαιοκτήμονες εξαφανίζονται από την κοινωνική δομή του ελλαδικού χώρου και μεταβάλλονται άλλοι σε αγροτικούς εργάτες, άλλοι σε εμπόρους και οι πιο δύσμοιροι σε κολίγους, αυξάνοντας την απόσταση των κοινωνικών αντιθέσεων[15]. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες μετατρέπονται σε γαιοκτήμονες – εμπόρους και συνειδητοποιούν τις μεγάλες τους οικονομικές δυνατότητες, που τους φέρνουν αντιμέτωπους με τους Τούρκους γαιοκτήμονες, γιατί ενώ διαθέτουν την ίδια οικονομική δύναμη, οι πρώτοι δεν μπορούν να ανήκουν στην τάξη των ισχυρών. Οι επιπτώσεις στην κοινωνική δομή ήταν σοβαρές, αφού όξυνε τις οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις και αντιφάσεις. Οι τσιφλικάδες εξασφάλιζαν την αύξηση της παραγωγής με την εκμετάλλευση ακαλλιέργητων χώρων, οι οποίοι αποκτιόνταν κληρονομικά, με αγορά ή με καταπάτηση[16]. Η σχέση τσιφλικά και ραγιά γίνεται τώρα ιδιωτική. Οι ήδη βεβαρημένοι θεσμικά χριστιανοί ραγιάδες δέχονται επιπρόσθετες πιέσεις, καθώς οι νέοι φόροι που καλούνται να πληρώσουν δεν είναι πια σε είδος αλλά σε χρήμα, οι οποίοι για να φτάσουν μέχρι τον σουλτάνο πρέπει να περάσουν από πολλούς μεσάζοντες, που τώρα παίζουν το ρόλο του εργοδότη και εξουσιαστή τους, διογκώνοντας τους ήδη δυσβάστακτους φόρους[17]. Οι άνθρωποι της υπαίθρου μαστίζονται από την εκμετάλλευση, τη μικρή συγκομιδή, τους επαχθείς φόρους, αλλά και την εξάπλωση των ληστειών. Ο οικονομικός μαρασμός και η ανασφάλεια τους αναγκάζουν να βρουν νέες βιοποριστικές λύσεις, όπως το εμπόριο, η βιοτεχνία, η ναυτιλία, σε πιο ασφαλείς τόπους διαμονής, στις πόλεις ή στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός χωριών να ερημώσει. Με το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «η μεγάλη φυγή», χειροτερεύει η ήδη άθλια κατάσταση όσων έμειναν πίσω, αφού επωμίζονταν υποχρεωτικά και τα χρέη των μεταναστών[18]. Παρόλα αυτά, η κατάσταση των αγροτών του ελλαδικού χώρου δεν είναι αθλιότερη από εκείνη των ευρωπαίων αγροτών. Με την παρουσία τους στις αλλαγές που σημειώνονται στις διαδικασίες παραγωγής, συνειδητοποιούν τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν, αλλά και την αξία του ρόλου τους στην εγχώρια οικονομία[19].


Πολλοί από αυτούς που έμειναν, καταφεύγουν στα βουνά, εκεί που δύσκολα μπορεί να φτάσει ο έλεγχος του κατακτητή, σχηματίζοντας οργανωμένες αντάρτικες ομάδες, τους «νταϊφάδες». Χλευαστικά οι Τούρκοι τους ονομάζουν κλέφτες. Γίνονται ο ανυπότακτος στρατός του υποδουλωμένου έθνους, που χρησιμοποιείται συχνά από τους προεστούς, για να επιβάλουν την εξουσία τους, παρά τις αντιφατικές σχέσεις που είχαν. Τους χρησιμοποιεί ακόμη και η Ρωσία σε περιόδους όπως οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι (1768-1774, 1788-1792), κατά τους οποίους επιχειρώντας να ηγηθεί μίας «Βαλκανικής Αυτοκρατορίας», επικαλέστηκε τα «ιστορικά δικαιώματα» των Ελλήνων στην παλιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία και αναβάθμισε ποιοτικά τις τοπικές εξεγέρσεις, κλονίζοντας την ήδη βεβαρημένη συνοχή των Οθωμανών[20]. Οι τελευταίοι, στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τον χαμένο έλεγχο, αναγκάζονται να τους δελεάσουν με προνόμια, μετονομάζοντάς τους σε αρματολούς. Με αντάλλαγμα μία σχετική ανεξαρτησία και πολλά χρήματα, γίνονται οι φύλακες των εδαφών της αυτοκρατορίας, αλλά συγχρόνως θα αποτελέσουν και σημαντικό φυτώριο πολεμιστών για τον επερχόμενο ξεσηκωμό[21]. Σε αυτούς οφείλεται εν μέρει η βαθμιαία εθνική αφύπνιση, μιας και ενσάρκωναν την ένοπλη δύναμη που αντιστέκεται στον κατακτητή, ο οποίος παράλληλα με τους ανυπότακτους ραγιάδες, καλείται να αντιμετωπίσει και τους δυσαρεστημένους Γενίτσαρους, αλλά και τους ημιανεξάρτητους πασάδες, που έχουν αποκτήσει επικίνδυνες φυγόκεντρες τάσεις.


Με την αποδημία των καταπιεσμένων Ελλήνων δημιουργούνται νέες ελληνικές παροικίες με έντονες εμπορικές δραστηριότητες σε σημαντικά κέντρα της Ευρώπης, που όμως διαφοροποιούνται από εκείνες προηγούμενων εποχών, αφού τώρα αφήνουν πίσω τους το παθητικό και μπαίνουν στο ενεργητικό εμπόριο, απολαμβάνοντας πολλές φορές τα προνόμια των δυτικών υπηκόων[22]. Ο διάσπαρτος σε όλη τη χερσόνησο ελληνικός πληθυσμός αποτελεί κατά τον 18ο αιώνα ένα είδος διαβαλκανικής αστικής τάξης, με έντονες εμπορικές δραστηριότητες, που με τον καιρό την κατέστησαν ανεξάρτητη και την διαφοροποίησαν εθνικά, αλλά και κοινωνικά από τις υπόλοιπες εθνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την ανάπτυξη των παροικιών, οι Έλληνες μαθαίνουν να σκέφτονται ευρωπαϊκά, συναισθάνονται την αυτοδυναμία τους, και διαπιστώνουν ότι οι νέες παραγωγικές σχέσεις που άνθιζαν στην Ευρώπη ήταν αδύνατο να ευδοκιμήσουν κάτω από το οθωμανικό καθεστώς. Μέσα από αυτή την οικονομική και ιδεολογική αφύπνιση, αναπτύσσεται η αίσθηση της ελληνικότητας και η διάθεση απόσπασης από την οθωμανική πραγματικότητα.


Η ακμάζουσα εμπορική δραστηριότητα του 18ου αιώνα προκαλεί την παράλληλη ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας, η οποία περνάει από την τοπική ακτοπλοΐα στη μεσογειακή ναυσιπλοΐα. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), όπου η Ρωσία χρειάζεται μία ναυτική επικοινωνία με τη Δύση, το εμπορικό ναυτικό των Ελλήνων ευνοείται ιδιαίτερα και φτάνει μετά την εξαφάνιση του γαλλικού εμπορίου, λόγω των Ναπολεόντειων Πολέμων και του αγγλικού ναυτικού αποκλεισμού, να γίνει ο κυρίαρχος της Μεσογείου, με 600 ελληνικά πλοία χωρητικότητας 150.000 τόνων[23]. Οι ναυτικοί είναι οι εκπρόσωποι του ελληνισμού σε όλη τη Μεσόγειο και η επαφή με τον έξω κόσμο τους κάνει άμεσους αποδέκτες ιδεών και ρευμάτων. Η οικονομική τους ευμάρεια και ο θαυμασμός που εισέπρατταν από τους Ευρωπαίους ανύψωσε την εθνική τους συνείδηση και υπερηφάνεια, κάνοντας το αναχρονιστικό οθωμανικό καθεστώς πιο δυσβάστακτο και την ανάγκη να απαλλαχθούν από αυτό ακόμη πιο επιτακτική.


Για τους υπόδουλους Έλληνες του 18ου αιώνα, η Ευρώπη εκπροσωπούσε όλα όσα είχαν και έχασαν: ήταν ελεύθερη, πολιτισμένη, φωτισμένη, σοφή. Ήδη από την Αναγέννηση η Ευρώπη εμπνέεται από τα συγγράμματα και τα έργα τέχνης των αρχαίων Ελλήνων, χωρίς όμως να τα συνδέει με τον σύγχρονο τόπο προέλευσης όλου αυτού του πνευματικού πλούτου. Αυτό άρχισε να συμβαίνει κατά τον 17ο αιώνα, όταν περιηγητές από όλη την Ευρώπη επισκέπτονται τον ελλαδικό χώρο για να ανακαλύψουν και να μελετήσουν από κοντά τα μνημεία του αρχαίου κόσμου. Σύντομα όλη η Δύση δοξάζει την αίγλη της αρχαιότητας μέσα από κάθε πτυχή της ζωής της, στις δημόσιες εορτές, στον ρουχισμό, την αρχιτεκτονική, την αντικατάσταση ονομάτων με ελληνικά ή λατινικά[24]. Η μόδα αυτή δεν αργεί να έρθει και στον ελλαδικό χώρο. Τα καράβια δεν έχουν πια μόνο ονόματα αγίων, αλλά και ηρώων του αρχαίου κόσμου. Τα οικογενειακά ονόματα παίρνουν όψη αρχαία και τα παιδιά βαπτίζονται με αρχαιοελληνικά ονόματα. Στην προσπάθειά τους να μιμηθούν τη φωτισμένη Ευρώπη, αρχίζουν και οι ίδιοι να μελετούν, να ταξιδεύουν, να συλλέγουν και να συνειδητοποιούν ότι η συνέχεια του έθνους σταματάει απότομα με την Οθωμανική κυριαρχία. Ο καταπιεσμένος ελληνισμός αντιλαμβάνεται το ηθικό του χρέος να ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξαν οι πρόγονοί του, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες του Αλή πασά, ότι οι Έλληνες «κάτι μαγειρεύουν»[25]. Το φαινόμενο είναι διελληνικό και επιδοκιμάζεται από τους Έλληνες Διαφωτιστές, με κύριους εκπροσώπους τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Αδαμάντιο Κοραή, ενώ καταδικάζεται από τον οικουμενικό Πατριάρχη. Η φύση των εθνικών αιτημάτων, καθώς και το γεγονός ότι διοικητικά η εκκλησία είναι ταυτισμένη με την Υψηλή Πύλη, δεν της επιτρέπουν να αποτελέσει τον κύριο συνεκτικό δεσμό, ρόλο που θα παίξει η αρχαιότητα.


Παράλληλα με τη λογιοσύνη της διασποράς, που δεν σταματά να προωθεί τη συνοχή της παιδείας δια μέσου των αιώνων, παρατηρείται μία ανύψωση των λαϊκών παραδόσεων, στις οποίες ζούσε ακόμα η ελληνική ιδέα[26]. Ο διπλός αυτός προσανατολισμός θα οδηγήσει στην αναζήτηση μίας ενιαίας γλώσσας. Η ύπαρξη πολλών διαλέκτων ήταν ένα σημαντικό εμπόδιο για την εθνική ενότητα, το οποίο για να ξεπεραστεί έπρεπε να ξεκαθαριστεί η γλωσσική ταυτότητα του έθνους. Επιπλέον, σύμφωνα με τους Έλληνες Διαφωτιστές, ο δρόμος προς την απελευθέρωση περνούσε μέσα από τη μόρφωση, και για να φτάσει στο λαό ήταν επιτακτική η χρήση μίας γλώσσας κοινής, απαλλαγμένης από τα αρχαϊκά στοιχεία και ικανής να εκφράσει κάθε γνώση και συναίσθημα[27]. Η ανάγκη να ευθυγραμμιστεί ο νέος ελληνισμός προς τη δυτική πραγματικότητα θα κυριαρχήσει και θα υιοθετηθεί από τους Διδασκάλους του Γένους, που δε σταματούν μέσα από τις φιλολογικές και πολιτικές τους δραστηριότητες, να εγείρουν τα φιλελληνικά αισθήματα της Ευρώπης και να προσπαθούν να μεταλαμπαδεύσουν τα φώτα της στον υπόδουλο ελληνισμό. Οι νέες ευρωπαϊκές θεωρίες αρχίζουν να μεταφράζονται στα ελληνικά, ενώ μειώνονται οι εκδόσεις με θεολογικό περιεχόμενο. Παράλληλα, δημιουργούνται σχολεία (Ιάσιο, Βουκουρέστι) και τυπογραφεία, όπου εκδίδονται ελληνικά βιβλία, που ωθούν την ελευθερία της έρευνας. Ο προσανατολισμός σε εφαρμοσμένες επιστήμες, μαθηματικά, φυσική, χημεία, η ανάδειξη της γεωγραφίας, δείχνουν την τάση για ανανέωση της θεωρητικής σκέψης, που τώρα έρχεται πιο κοντά στον ορθολογισμό[28]. Το θέατρο γίνεται το μεγάλο σχολείο του λαού, ο οποίος βγαίνει από την απομόνωση και δημιουργεί αντιστάσεις βιώνοντας συλλογικά δυνατά συναισθήματα και υψηλά εθνικά φρονήματα[29]. Ο όρος Έλλην αντικαθιστά τον όρο Ραγιάς και αποκτά ξανά το χαμένο του πολιτισμικό, αλλά και εθνολογικό περιεχόμενο, υπογραμμίζοντας τη στροφή που γίνεται προς αναζήτηση της αδιάκοπης συνέχειας του ελληνισμού, ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει τα πάτρια ελληνικά ήθη και την ελληνική γλώσσα και που τώρα καλείται να αναστήσει ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που θα συνεχίσει να δοξάζει τον ελληνικό πολιτισμό[30].


Παρά το καθεστώς δουλείας, ο ελληνισμός σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα παλεύει να βρει τρόπους αντίστασης. Μέσα από την σταδιακή ανάπτυξη των κοινωνικών στρωμάτων, ανάμεσα στους Φαναριώτες και τους γαιοκτήμονες, τους εμπόρους, τους ναυτικούς και τους διανοούμενους της Βιέννης, ανάμεσα στους οπλαρχηγούς και τους απλούς χωρικούς, γεννιέται το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας. Όταν στις αρχές του 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία βαδίζει προς το τέλος της, ο ελληνικός πληθυσμός φτάνει στα τρία εκατομμύρια. Οι τραπεζίτες του εξωτερικού και οι καραβοκύρηδες του Αιγαίου έχουν συγκεντρώσει αρκετό πλούτο για τις επικείμενες ανάγκες του Αγώνα. Οι ένοπλοι αρματολοί και κλέφτες έχουν εξελιχθεί σε υπολογίσιμη δύναμη, όπως και ο στόλος των νησιών, με ναυτικούς, που αντίθετα με τους Οθωμανούς, και παράδοση διαθέτουν και εμπειρία. Η Φιλική Εταιρεία έχει αναπτερώσει το ηθικό και η ξενιτεμένη διανόηση έχει αναστήσει το ξεχασμένο παρελθόν. Όλες οι προϋποθέσεις είναι εκεί και η καθολική εξέγερση είναι πλέον ζήτημα χρόνου.


Ωστόσο, το Συνέδριο του Λάιμπαχ στις 26/1/1821, όπου συμμετείχαν όλα τα μέλη της Ιερής Συμμαχίας (Αγγλία, Γαλλία, Πρωσία, Ρωσία, Αυστρία), επικυρώνει την αποστροφή για οποιαδήποτε μεταβολή στο διεθνές στερέωμα, κάνοντας κάθε ιδέα για επανάσταση να φαντάζει ως παράνοια. Με την «Αρχή της νομιμότητας» σε πλήρη ισχύ, που σήμαινε καταδίκη για όλα τα επαναστατικά κινήματα, η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης θα προκαλούσε την γενική κατακραυγή των Μεγάλων Δυνάμεων[31]. Έχοντας ενάντιους τους ισχυρούς της γης, ο ελληνισμός τολμά να σηκώσει το λάβαρο της Επανάστασης, πάνω στο οποίο θα ορκιστεί για Ελευθερία ή Θάνατο, υπενθυμίζοντας την παρουσία του στην οικουμένη και φουντώνοντας το φιλελληνικό ρεύμα σε Ευρώπη και Αμερική. Σε όλη τη διάρκεια της υποταγής του, ο Ελληνισμός, όχι μόνο δεν αφομοιώθηκε από το μουσουλμανικό στοιχείο, αλλά κατόρθωσε να ξαναβρεί το χαμένο στη λησμονιά παρελθόν του, να διαφυλάξει και να ενισχύσει με όλες τις δυτικές και ανατολικές επιρροές το παρόν του, και να διασφαλίσει την πολυπόθητη πορεία προς το ανεξάρτητο μέλλον του, γράφοντας με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 την πρώτη σελίδα στο βιβλίο της Νεότερης Ιστορίας των Ελλήνων.-




Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α :




- Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα, 1999

- Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τόμος Γ’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 1999
- Αναστ. Λιάσκος, Αγώνες και άρματα, Ιστορικό-Εθνικό Μουσείο Α. Λιάσκου, εκδ. ΕΜ-ΕΣ ΠΡΕΣΣ Α.Ε., Αθήνα, 2005
- Βασίλης Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην Ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα, 1988
- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΑ, Εκδοτική Αθηνών, 1974


[1] Γ. Μαργαρίτης, «Η Ευρώπη των επαναστάσεων» στο Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία,

Ε.Α.Π., τόμος Γ, σελ. 32
[2] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, 1974, τ. ΙΑ, σελ. 100
[3] Βασίλης Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην Ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), εκδ.
ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα 1988, σελ. 27
[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 123
[5] Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα, 1999, σελ. 49
[6] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 126
[7] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 45
[8] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 117
[9] Γ. Μαργαρίτης, «Ο οθωμανικός χώρος και η συγκρότηση του νέου ελληνισμού», ό.π., σελ. 32
[10] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 60
[11] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 46
[12] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 47
[13] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 46
[14] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 114
[15] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 164
[16] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 149
[17] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 46
[18] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 100
[19] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 161
[20] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 59
[21] Αναστ. Λιάσκος, Αγώνες και άρματα, Ιστορικό-Εθνικό Μουσείο Α. Λιάσκου, εκδ. ΕΜ-ΕΣ, Αθήνα,
2005, σελ. 8
[22] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 52
[23] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 54
[24] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 340
[25] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 341
[26] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 21
[27] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 56
[28] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 56
[29] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 345
[30] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 21
[31] Αναστ. Λιάσκος, ό.π., σελ. 9