
Δυο μεγάλα εικαστικά ονόματα θα φιλοξενηθούν φέτος στο νησί της Άνδρου, το οποίο έχει εξελιχθεί σε μόνιμο τόπο σημαντικών καλλιτεχνικών συναντήσεων. Εκτός από την έκθεση του Γιάννη Μόραλη στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, πατέρας της μεταφυσικής ζωγραφικής και ο δικός μας σουρεαλιστής Νίκος Εγγονόπουλος θα συναντηθούν για πρώτη φορά στο κυκλαδίτικο νησί για να αναδείξουν μέσα από μια εικαστική συμπαράθεση όσα τους χωρίζουν και τους ενώνουν.
Η έκθεση, που έχει τίτλο "Μήκος κύματος", διοργανώνεται στο πλαίσιο του θεσμού «Πλόες» του Ιδρύματος Πέτρου και Μαρίκας Κυδωνιέως της Άνδρου και συμπίπτει με την επέτειο των 120 χρόνων από τη γέννηση και 30 χρόνων από τον θάνατο του Ντε Κίρικο, καθώς και με την επέτειο των 70 χρόνων από την πρώτη έκθεση του Εγγονόπουλου, ενώ πρόσφατα ολοκληρώθηκαν οι εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.
Ο Ντε Κίρικο θεωρήθηκε ως ένας από τους μεγάλους «αιρετικούς» του 20ου αιώνα,
αντιμετωπίζοντας την τέχνη σαν πεδίο ενός ατέρμονου στοχασμού με θέσεις και συγκρούσεις. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο πολυδιαβασμένους καλλιτέχνες του αιώνα, όσον αφορά τη γερμανική ποίηση και τη γερμανική φιλοσοφία. Παθιασμένος μελετητής του Νίτσε, του Βάινιγκερ και του Σοπενάουερ, του οποίου η απαισιόδοξη στάση στη ματαιότητα της ανθρώπινης φιλοδοξίας τον άγγιξε βαθιά, προσπάθησε να προσεγγίσει το αίνιγμα του μοιραίου, μέσα από μια μεταφυσική ενάργεια τοποθετημένη σε έναν φαινομενικά ασφυκτικό εσωτερικό χώρο, τον ιδιωτικό, εκεί που το άτομο, απελευθερωμένο από τα πρότυπα της κοινωνικής συμπεριφοράς υπερβαίνει το πραγματικό και αγγίζει το όνειρο.
αντιμετωπίζοντας την τέχνη σαν πεδίο ενός ατέρμονου στοχασμού με θέσεις και συγκρούσεις. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο πολυδιαβασμένους καλλιτέχνες του αιώνα, όσον αφορά τη γερμανική ποίηση και τη γερμανική φιλοσοφία. Παθιασμένος μελετητής του Νίτσε, του Βάινιγκερ και του Σοπενάουερ, του οποίου η απαισιόδοξη στάση στη ματαιότητα της ανθρώπινης φιλοδοξίας τον άγγιξε βαθιά, προσπάθησε να προσεγγίσει το αίνιγμα του μοιραίου, μέσα από μια μεταφυσική ενάργεια τοποθετημένη σε έναν φαινομενικά ασφυκτικό εσωτερικό χώρο, τον ιδιωτικό, εκεί που το άτομο, απελευθερωμένο από τα πρότυπα της κοινωνικής συμπεριφοράς υπερβαίνει το πραγματικό και αγγίζει το όνειρο.
Γεννημένος στον Βόλο στις 10 Ιουλίου 1888 από ιταλούς γονείς και μεγαλωμένος τα πρώτα χρόνια της ζωής σου στην Ελλάδα, δέχτηκε την επίδραση του μεσογειακού φωτός και του ελληνικού τοπίου. Τα αρχαία μνημεία και γλυπτά, οι ελληνικοί μύθοι, θα είναι η μόνιμη δεξαμενή άντλησης θεματικών μοτίβων στο μετέπειτα έργο του.
Το προσωπικό του στίγμα διαμορφώθηκε την περίοδο που στη Γαλλία μεσουρανούσε ο ριζοσπαστικός ιμπρεσιονισμός και στο Μόναχο ο εξπρεσιονισμός, ενώ παράλληλα ο Καντίνσκυ δημιουργούσε την πρώτη αφηρημένη τέχνη στον κόσμο. Εν τούτοις ο ίδιος δεν προσχώρησε σε κανένα από αυτά τα ρεύματα, ακολουθώντας το δικό του ιδιότυπο μεταφυσικό και βασανιστικό προσωπικό στυλ, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1914, στην ηλικία των 26 ετών, με φουτουριστικές και κυβιστικές επιρροές. Είναι η εποχή που οι ανθρώπινες φιγούρες αντικαθιστώνται από ανδρείκελα, προκειμένου να υπερτονιστεί η αίσθηση μυστηρίου και απομόνωσης, δημιουργώντας μια επιπλέον νότα παρωδίας στο έργο του, χάρη στο οποίο χαιρετίστηκε από τους σουρεαλιστές στο Παρίσι ως ο μεγαλύτερος πρόδρομος του σουρεαλισμού.
Σκέψεις του ίδιου του καλλιτέχνη:
«Για να μείνει ένα έργο αθάνατο πρέπει να ξεπεράσει τα όρια του ανθρώπινου κόσμου, χωρίς σημάδια κοινού νου ή λογικής. Με αυτό τον τρόπο θα πλησιάσει το όνειρο»
«Ήδη οράματα κατατρέχουν το νου μας, οράματα που φυτεύονται σε αιώνιες αξίες. Οι σκιές ρίχνουν το επεκτεινόμενο μαθηματικό αίνιγμα κατά μήκος της πλατείας. Πίσω από τον τοίχο άψυχοι πύργοι παρουσιάζονται, τυλιγμένοι από μικροσκοπικές πολύχρωμες σημαίες. Και παντού το άπειρο, παντού μυστήριο…»

Στα ίχνη του Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο θα βαδίσει και ο Νίκος Εγγονόπουλος, εκφράζοντας τη δική του άποψη του σουρεαλισμού, τον ελληνικό σουρεαλισμό. Γεννημένος τον Οκτώβρη του 1907 στην Αθήνα, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τους Κωνσταντίνο Παρθένη και Φώτη Κόντογλου. Ήταν συμμαθητής με τον Γιάννη Τσαρούχη. Συνέχισε τις σπουδές του σε Παρίσι, Βιένη, Μόναχο και Ιταλία, όπου και γνωρίστηκε και με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης Μόραλης, αλλά και ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο.
Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του '30 ενώ αποτέλεσε και έναν από τους κύριους εκφραστές του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Με τον όρο γενιά του ’30 περιγράφεται ένα σύνολο διανοούμενων και καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν τις θέσεις τους πάνω στο κεντρικό αίτημα της αναζήτησης της ελληνικότητας στην τέχνη και τη λογοτεχνία. Είναι αναμφίβολο πως ο καταλύτης ως προς αυτό το σημείο ήταν οι επιπτώσεις της Μικρασιατικής καταστροφής. Η αίσθηση της απομόνωσης που συνεπάγεται μια τέτοια ήττα γέννησε την ανάγκη μιας περιχαράκωσης σε σχέση με τα καθαυτό εθνικά χαρακτηριστικά του λαού.
Το κύριο καλλιτεχνικό χαρακτηριστικό που υιοθετήθηκε, βάσει ενός κειμένου του Περικλή Γιαννόπουλου το 1903, ήταν η ελληνική γραμμή και το ελληνικό χρώμα: «Λαός όστις να έγραψε την ελληνικήν γραφήν της γραμμής δεν υπήρξεν έως τώρα ουδείς. Και ουδείς άνθρωπος μη Έλλην. Δια τον Έλληνα, αυθωρεί διακρίνεται του βαρβάρου η χειρ, εις κάθε ξένον καλλιτέχνημα. Παραδέχομαι ότι είναι δυνατόν να υπάρξουν λαοί, οι οποίοι να ανέβουν στη Σελήνη. Αλλά να γράψουν την γραφήν αυτήν, μη όντες γέννημα και θρέμμα της γης αυτής εδώ, ποτέ μέχρι συντελείας των αιώνων… Η γραμμή είναι Ελληνίς.»
Οι Έλληνες καλλιτέχνες υιοθέτησαν την ελληνικότητα ως πολιτιστική αξία, απηχώντας την
ανάγκη διαφοροποίησης τόσο από τους «πολιτιστικά νεόκοπους» δυτικοευρωπαίους εταίρους τους, όσο και από τους «απολίτιστους» Οθωμανούς. Το γεγονός βέβαια ότι οι καλλιτεχνικοί τουλάχιστον κύκλοι δεν μπορούσαν να αποκοπούν από τα ρεύματα των «πολιτιστικά νεόκοπων» ευρωπαίων, δείχνουν πως μάλλον οι σχέσεις εξάρτησης δεν ήταν και τόσο εύκολο να αναιρεθούν. Παρόλα αυτά, η ελληνική κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί την ρηξικέλευθη και δυσνόητη αφηρημένη εικαστική γλώσσα του Εγγονόπουλου, το έργο του οποίου δεχόταν σφοδρότατες αντιδράσεις και απορριπτόταν με λοιδωρία και χλευασμό. Ο παραστατικός χαρακτήρας του σουρεαλισμού συνηγορούσε στο να εκληφθούν οι εικαστικές παραπομπές στο ελληνικό παρελθόν ως παρωδία ελληνικότητας, σε μια περίοδο που οι συζητήσεις περί ελληνικότητας βρίσκονταν σε ημερήσια διάταξη. Η έκθεση, που επιμελείται η Αθηνά Σχινά και θα περιλαμβάνει και έργα των Σαράντη Καραβούζη και Δημήτρη Γέρου, θα ξεκινήσει στις 19 Ιουλίου και θα διαρκέσει ως το τέλος Σεπτεμβρίου.
(πηγές: Ν. Μιχαλοπούλου, Ν. Δασκαλοθανάσης, το θαύμα της ζωγραφικής)
