Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εαπ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εαπ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.3.21

Οι λόγοι που οδήγησαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

Είναι μια πανεπιστημιακή εργασία που είχα κάνει στη θεματική ενότητα της ελληνικής ιστορίας στη σχολή μου στο ΕΑΠ και, λόγω επικαιρότητας και επετείου των διακοσίων χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, σκέφτηκα να την αναρτήσω.

Χρόνια πολλά σε όλους, χρόνια πολλά Ελλάδα!

Με αγάπη, 

Εύα 💗


Ο 18ος είναι για την Ευρώπη ένας αιώνας ορόσημο, με επαναστατικά ρεύματα να μεταβάλλουν θεσμούς, αντιλήψεις και ιδέες, ανοίγοντας τον δρόμο προς τη σύγχρονη ιστορία της. Το εμπόριο γίνεται η κυρίαρχη οικονομική δύναμη και η ανθρώπινη διανόηση φτάνει σε πρωτόγνωρες πνευματικές κατακτήσεις, δημιουργώντας έναν νέο κόσμο, που οδεύει προς την βιομηχανική επανάσταση και την πολιτισμική αναγέννηση. Με τη δημοσίευση της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, η αντίληψη περί κοινωνικής ιεραρχίας αλλάζει και το έθνος ορίζεται ως μοναδική πηγή εξουσίας, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στην εδραιωμένη απολυταρχία και συμπαρασέρνοντας όλα τα έθνη που ονειρεύονται ένα ανεξάρτητο μέλλον . Η Γαλλική Επανάσταση αφυπνίζει τον εθνικισμό και γίνεται σημείο αναφοράς για όλους τους υπόδουλους λαούς της Ευρώπης, που επιθυμούν την εθνική τους αποκατάσταση.

Σε μία εποχή όπου η Δύση βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, στην Ανατολή οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Ατάραχη μπροστά στις διεθνείς εξελίξεις, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που πια έχει κλείσει τον κύκλο των κατακτήσεών της, βιώνει μία περίοδο παρακμής και αποσύνθεσης. Η οικονομική κρίση στην οποία υπέπεσε λόγω των πολυδάπανων πολέμων εναντίον Περσών και Ευρωπαίων και των απανωτών νομισματικών υποτιμήσεων επιτάχυνε την εσωτερική αποδιοργάνωση σε κεντρική εξουσία, διοίκηση, στρατό, οικονομία και κοινωνία . Με το συνεκτικό ιδανικό του ιερού πολέμου να έχει εκλείψει, με σουλτάνους παραδομένους σε μια πολυτελή και πολυδάπανη ζωή, και με σοβαρά προβλήματα που δεν χρίζουν ουσιαστικής αντιμετώπισης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραμένει πεισματικά ένα μεσαιωνικό κράτος και καθηλώνεται σε μία αναχρονιστική στασιμότητα, που θα είναι τελικά και η καταδίκη της.

Στο μεταίχμιο των δύο αυτών κόσμων ο υπόδουλος ελληνισμός προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την τρέχουσα διεθνή κατάσταση και να χρησιμοποιήσει τις ανοιχτές ευκαιρίες προς όφελός του. Με μεθοδικότητα και ευφυΐα επιχειρεί να απαγκιστρωθεί από τον κατακτητή, συσπειρώνει το ελληνικό στοιχείο γύρω από την εκκλησία, τους Φαναριώτες, τους άρχοντες της υπαίθρου, τους λόγιους της διασποράς, αποκτά υπολογίσιμο στρατό και στόλο, συγκεντρώνοντας έτσι δυνάμεις υλικές και πνευματικές για τον ιερό σκοπό. Με το τέλος του 18ου αιώνα η εθνική ιδέα φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της, εισάγοντας τον ελληνισμό σε μία επαναστατική προοπτική, όπου έχοντας συνειδητοποιήσει την εθνική του ταυτότητα, τολμά να διεκδικήσει τη θέση του ως ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος στον χάρτη της Ευρώπης.

Σε όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς του, το ελληνικό στοιχείο επιχείρησε εξεγέρσεις, που όμως ήταν τοπικού χαρακτήρα και κατέληγαν σε αποτυχία. Από νωρίς έστρεψε τις ελπίδες του για απελευθέρωση στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι τόσο το ομόθρησκο όσο και η στροφή της προς την ελληνική αρχαιότητα θα αρκούσαν για να τους βοηθήσουν στη εκτόπιση των αλλόθρησκων βαρβάρων. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά οικονομικά πλαίσια είχαν ήδη μεταβληθεί έτσι, ώστε ο ελλαδικός χώρος να αποτελεί μία υποψήφια προς αποικιοκράτηση αγορά, όταν θα απομακρυνόταν από την κατοχή της Υψηλής Πύλης . Οι Ευρωπαίοι δεν επιθυμούσαν την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου κράτους στην ανατολική περιφέρεια μακριά από τον έλεγχό της, και φυσικά δεν γινόταν ούτε λόγος για ενίσχυση του Αγώνα. Γρήγορα οι Έλληνες απανταχού της Ευρώπης συνειδητοποίησαν ότι κάθε βοήθεια για απελευθέρωση θα ερχόταν μόνο από τους ίδιους και με καθολική εξέγερση.

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, οι χριστιανοί ορθόδοξοι αποτέλεσαν μία ξεχωριστή κοινότητα με νομική υπόσταση, που κατοχύρωνε την ύπαρξη της Εκκλησίας και των ορθόδοξων ραγιάδων μέσα στο οθωμανικό κράτος . Το μιλέτι των χριστιανών ήταν σε σαφώς καλύτερη μοίρα από τα υπόλοιπα, όπως των Αρμενίων και των Εβραίων, λόγω της συγκροτημένης εκκλησίας της, η οποία διατηρούσε τα βυζαντινά της προνόμια και παρέμεινε μέχρι και την Επανάσταση η κατευθυντήρια δύναμη του ελληνισμού, αποτρέποντας τον εξισλαμισμό και ρυθμίζοντας την πνευματική ζωή του τόπου . Έχοντας την εύνοια του σουλτάνου, εργάστηκε για τη προστασία του χριστιανικού ποιμνίου από τις δοκιμασίες και τους εξευτελισμούς, και υπερασπίστηκε την εθνική ιδέα, που ως αίτημα ταυτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά με την θρησκευτική ελευθερία. Ωστόσο, εκπροσωπώντας την παραδοσιακή ηγεσία του ελληνισμού, θεωρούσε αναγκαία την ειρηνική συνύπαρξη του Γένους με τον κατακτητή, από φόβο ότι ακόμη και μία τοπική εξέγερση θα εξέθετε όλους τους ραγιάδες στην εκδικητική μανία των Τούρκων, με κατάληξη τον αφανισμό τους .

Η αδιαλλαξία του κατακτητή προς την υιοθέτηση νέων μορφών οικονομικής δραστηριότητας και η προσπάθεια των σουλτάνων να κρατήσουν τις φιλοδοξίες των ομόθρησκων μακριά από τον σουλτανικό θρόνο, έδωσε την ευκαιρία σε μία νέα κοινωνική τάξη να σχηματοποιηθεί και να επιβληθεί στο διαμετακομιστικό εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Η ελληνική αυτή αριστοκρατία, γόνοι αρχικά βυζαντινών οικογενειών, συσπειρώνεται γύρω από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, που από το 1601 έχει την έδρα του στο Φανάρι. Σταδιακά οι Φαναριώτες καταφέρνουν να αποκτήσουν οικονομική δύναμη και κοινωνική αίγλη. Αγοράζουν τη μίσθωση των κρατικών φόρων, προμηθεύουν την αυτοκρατορική αυλή, συμμετέχουν οικονομικά και πνευματικά στις πλούσιες παραδουνάβιες χώρες . Μαζί με την οικονομική ευμάρεια, η τάξη αυτή, μπορούσε να σπουδάσει και να μάθει ξένες γλώσσες, απαραίτητο προσόν για μία θέση στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Από το τέλος του 17ου αιώνα είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το κύρος της Εκκλησίας, προκειμένου να κατοχυρώσει την πολιτική και κοινωνική της υπεροχή έναντι των υπόδουλων Ελλήνων . Το γεγονός αυτό, μαζί με τη μείωση του ενδιαφέροντος των σουλτάνων για τις κρατικές υποθέσεις, εξασφάλισαν νευραλγικές για την προετοιμασία του Αγώνα θέσεις, όπως αυτές του μεγάλου διερμηνέα (δραγουμάνου) της Υψηλής Πύλης, καθώς και του δραγουμάνου του Στόλου. Οι δραγουμάνοι, ενώ αρχικά παρίσταντο στις συνεδριάσεις ως ακροατές, σταδιακά συμμετείχαν ενεργά στις συζητήσεις, και έφτασαν να εκπροσωπούν σε ταξίδια τους ως και τον ίδιο τον σουλτάνο, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το πεδίο για διπλωματικούς ελιγμούς προς όφελος του ελληνισμού. Οι ολοένα αυξανόμενες εξουσίες και τα συχνά ταξίδια στην Ευρώπη τους έδωσαν έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, μετατρέποντάς τους σε αριστοκρατία του χρήματος, αλλά και σε πολιτική εκπροσώπηση του ελληνισμού . Με τη συμβολή τους στη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας μετατρέπουν τη λανθάνουσα επιθυμία για εθνική απελευθέρωση σε ιερό σκοπό. Με την ψευδαίσθηση ότι η Αόρατη Δύναμη θα ήταν στο πλευρό του ελληνισμού κατά την επανάσταση, αφήνοντας αιχμές ότι επρόκειτο για τη μητέρα Ρωσία, προσπάθησαν να αφυπνίσουν την εθνική συνείδηση των ραγιάδων και να συμβάλουν ουσιαστικά στην οργανωτική προετοιμασία του Αγώνα, παρόλο που τα οράματά τους αποδείχτηκαν μη πραγματοποιήσιμα με τα δεδομένα της στιγμής .

Σύμφωνα με την οθωμανική αντίληψη, οι κοινωνικές τάξεις είναι δύο: στην πρώτη ανήκουν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, δηλαδή ο σουλτάνος και οι αξιωματούχοι του, και στη δεύτερη οι παραγωγοί, δηλαδή οι υπόδουλοι χριστιανοί ραγιάδες, συντηρώντας έτσι ένα φεουδαλικό σύστημα, που αδυνατεί να συμβαδίσει με τα κεφαλαιοκρατικά χαρακτηριστικά που έχουν αποκτήσει οι παραγωγικές σχέσεις . Αυτό παρασύρει και την υπόδουλη κοινωνία σε μία αντίστοιχη κεφαλαιοκρατική διαίρεση, η οποία αρχίζει να ξεφεύγει από τον οθωμανικό έλεγχο και να έρχεται σε σύγκρουση μαζί του, λόγω της οικονομικής καταπίεσης που υφίσταται . Το σύστημα της περιφερειακής διοίκησης που τέθηκε αναγκαστικά σε εφαρμογή άφησε χώρο στην τοπική αυτοδιοίκηση να αναπτυχθεί, ενδυναμώνοντας τη θέση των προκρίτων, οι οποίοι ως αντιπρόσωποι των υπηκόων, συμμετέχουν μαζί με τους υπαλλήλους της κεντρικής διοίκησης στην κατανομή και είσπραξη των φόρων, και στη διευθέτηση των τοπικών υποθέσεων ως μεσάζοντες. Με την παραχώρηση διοικητικών ελευθεριών, που βέβαια ποτέ δεν ξεπερνούσαν λόγω θρησκείας εκείνες των μουσουλμάνων, οι πρόκριτοι διαμόρφωσαν μία ελληνική διοικητική ιεραρχία, που λειτουργούσε παράλληλα με την οθωμανική, εκτιμήθηκε από τον σουλτάνο συχνά περισσότερο από την αντίστοιχη τουρκική, και καλλιέργησε σε τοπική κλίμακα την πολιτική συνείδηση του Γένους .

Το τεράστιο έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό οδήγησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μία δημοσιονομική πολιτική εξεύρεσης χρημάτων, που αποδιοργάνωσε τη διοίκηση του κράτους. Το στρατιωτικό τιμαριωτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από μία νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, τα τσιφλίκια, τα οποία γίνονται η κύρια αγροτική μονάδα, που ευνοεί τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις σε βάρος των μικροκαλλιεργητών . Στο τέλος του 18ου με αρχές 19ου αιώνα οι μικρομεσαίοι γαιοκτήμονες εξαφανίζονται από την κοινωνική δομή του ελλαδικού χώρου και μεταβάλλονται άλλοι σε αγροτικούς εργάτες, άλλοι σε εμπόρους και οι πιο δύσμοιροι σε κολίγους, αυξάνοντας την απόσταση των κοινωνικών αντιθέσεων . Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες μετατρέπονται σε γαιοκτήμονες – εμπόρους και συνειδητοποιούν τις μεγάλες τους οικονομικές δυνατότητες, που τους φέρνουν αντιμέτωπους με τους Τούρκους γαιοκτήμονες, γιατί ενώ διαθέτουν την ίδια οικονομική δύναμη, οι πρώτοι δεν μπορούν να ανήκουν στην τάξη των ισχυρών. Οι επιπτώσεις στην κοινωνική δομή ήταν σοβαρές, αφού όξυνε τις οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις και αντιφάσεις. Οι τσιφλικάδες εξασφάλιζαν την αύξηση της παραγωγής με την εκμετάλλευση ακαλλιέργητων χώρων, οι οποίοι αποκτιόνταν κληρονομικά, με αγορά ή με καταπάτηση . Η σχέση τσιφλικά και ραγιά γίνεται τώρα ιδιωτική. Οι ήδη βεβαρημένοι θεσμικά χριστιανοί ραγιάδες δέχονται επιπρόσθετες πιέσεις, καθώς οι νέοι φόροι που καλούνται να πληρώσουν δεν είναι πια σε είδος αλλά σε χρήμα, οι οποίοι για να φτάσουν μέχρι τον σουλτάνο πρέπει να περάσουν από πολλούς μεσάζοντες, που τώρα παίζουν το ρόλο του εργοδότη και εξουσιαστή τους, διογκώνοντας τους ήδη δυσβάστακτους φόρους . Οι άνθρωποι της υπαίθρου μαστίζονται από την εκμετάλλευση, τη μικρή συγκομιδή, τους επαχθείς φόρους, αλλά και την εξάπλωση των ληστειών. Ο οικονομικός μαρασμός και η ανασφάλεια τους αναγκάζουν να βρουν νέες βιοποριστικές λύσεις, όπως το εμπόριο, η βιοτεχνία, η ναυτιλία, σε πιο ασφαλείς τόπους διαμονής, στις πόλεις ή στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός χωριών να ερημώσει. Με το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «η μεγάλη φυγή», χειροτερεύει η ήδη άθλια κατάσταση όσων έμειναν πίσω, αφού επωμίζονταν υποχρεωτικά και τα χρέη των μεταναστών . Παρόλα αυτά, η κατάσταση των αγροτών του ελλαδικού χώρου δεν είναι αθλιότερη από εκείνη των ευρωπαίων αγροτών. Με την παρουσία τους στις αλλαγές που σημειώνονται στις διαδικασίες παραγωγής, συνειδητοποιούν τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν, αλλά και την αξία του ρόλου τους στην εγχώρια οικονομία .

Πολλοί από αυτούς που έμειναν, καταφεύγουν στα βουνά, εκεί που δύσκολα μπορεί να φτάσει ο έλεγχος του κατακτητή, σχηματίζοντας οργανωμένες αντάρτικες ομάδες, τους «νταϊφάδες». Χλευαστικά οι Τούρκοι τους ονομάζουν κλέφτες. Γίνονται ο ανυπότακτος στρατός του υποδουλωμένου έθνους, που χρησιμοποιείται συχνά από τους προεστούς, για να επιβάλουν την εξουσία τους, παρά τις αντιφατικές σχέσεις που είχαν. Τους χρησιμοποιεί ακόμη και η Ρωσία σε περιόδους όπως οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι (1768-1774, 1788-1792), κατά τους οποίους επιχειρώντας να ηγηθεί μίας «Βαλκανικής Αυτοκρατορίας», επικαλέστηκε τα «ιστορικά δικαιώματα» των Ελλήνων στην παλιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία και αναβάθμισε ποιοτικά τις τοπικές εξεγέρσεις, κλονίζοντας την ήδη βεβαρημένη συνοχή των Οθωμανών . Οι τελευταίοι, στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τον χαμένο έλεγχο, αναγκάζονται να τους δελεάσουν με προνόμια, μετονομάζοντάς τους σε αρματολούς. Με αντάλλαγμα μία σχετική ανεξαρτησία και πολλά χρήματα, γίνονται οι φύλακες των εδαφών της αυτοκρατορίας, αλλά συγχρόνως θα αποτελέσουν και σημαντικό φυτώριο πολεμιστών για τον επερχόμενο ξεσηκωμό . Σε αυτούς οφείλεται εν μέρει η βαθμιαία εθνική αφύπνιση, μιας και ενσάρκωναν την ένοπλη δύναμη που αντιστέκεται στον κατακτητή, ο οποίος παράλληλα με τους ανυπότακτους ραγιάδες, καλείται να αντιμετωπίσει και τους δυσαρεστημένους Γενίτσαρους, αλλά και τους ημιανεξάρτητους πασάδες, που έχουν αποκτήσει επικίνδυνες φυγόκεντρες τάσεις.

Με την αποδημία των καταπιεσμένων Ελλήνων δημιουργούνται νέες ελληνικές παροικίες με έντονες εμπορικές δραστηριότητες σε σημαντικά κέντρα της Ευρώπης, που όμως διαφοροποιούνται από εκείνες προηγούμενων εποχών, αφού τώρα αφήνουν πίσω τους το παθητικό και μπαίνουν στο ενεργητικό εμπόριο, απολαμβάνοντας πολλές φορές τα προνόμια των δυτικών υπηκόων . Ο διάσπαρτος σε όλη τη χερσόνησο ελληνικός πληθυσμός αποτελεί κατά τον 18ο αιώνα ένα είδος διαβαλκανικής αστικής τάξης, με έντονες εμπορικές δραστηριότητες, που με τον καιρό την κατέστησαν ανεξάρτητη και την διαφοροποίησαν εθνικά, αλλά και κοινωνικά από τις υπόλοιπες εθνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την ανάπτυξη των παροικιών, οι Έλληνες μαθαίνουν να σκέφτονται ευρωπαϊκά, συναισθάνονται την αυτοδυναμία τους, και διαπιστώνουν ότι οι νέες παραγωγικές σχέσεις που άνθιζαν στην Ευρώπη ήταν αδύνατο να ευδοκιμήσουν κάτω από το οθωμανικό καθεστώς. Μέσα από αυτή την οικονομική και ιδεολογική αφύπνιση, αναπτύσσεται η αίσθηση της ελληνικότητας και η διάθεση απόσπασης από την οθωμανική πραγματικότητα.

Η ακμάζουσα εμπορική δραστηριότητα του 18ου αιώνα προκαλεί την παράλληλη ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας, η οποία περνάει από την τοπική ακτοπλοΐα στη μεσογειακή ναυσιπλοΐα. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), όπου η Ρωσία χρειάζεται μία ναυτική επικοινωνία με τη Δύση, το εμπορικό ναυτικό των Ελλήνων ευνοείται ιδιαίτερα και φτάνει μετά την εξαφάνιση του γαλλικού εμπορίου, λόγω των Ναπολεόντειων Πολέμων και του αγγλικού ναυτικού αποκλεισμού, να γίνει ο κυρίαρχος της Μεσογείου, με 600 ελληνικά πλοία χωρητικότητας 150.000 τόνων . Οι ναυτικοί είναι οι εκπρόσωποι του ελληνισμού σε όλη τη Μεσόγειο και η επαφή με τον έξω κόσμο τους κάνει άμεσους αποδέκτες ιδεών και ρευμάτων. Η οικονομική τους ευμάρεια και ο θαυμασμός που εισέπρατταν από τους Ευρωπαίους ανύψωσε την εθνική τους συνείδηση και υπερηφάνεια, κάνοντας το αναχρονιστικό οθωμανικό καθεστώς πιο δυσβάστακτο και την ανάγκη να απαλλαχθούν από αυτό ακόμη πιο επιτακτική.

Για τους υπόδουλους Έλληνες του 18ου αιώνα, η Ευρώπη εκπροσωπούσε όλα όσα είχαν και έχασαν: ήταν ελεύθερη, πολιτισμένη, φωτισμένη, σοφή. Ήδη από την Αναγέννηση η Ευρώπη εμπνέεται από τα συγγράμματα και τα έργα τέχνης των αρχαίων Ελλήνων, χωρίς όμως να τα συνδέει με τον σύγχρονο τόπο προέλευσης όλου αυτού του πνευματικού πλούτου. Αυτό άρχισε να συμβαίνει κατά τον 17ο αιώνα, όταν περιηγητές από όλη την Ευρώπη επισκέπτονται τον ελλαδικό χώρο για να ανακαλύψουν και να μελετήσουν από κοντά τα μνημεία του αρχαίου κόσμου. Σύντομα όλη η Δύση δοξάζει την αίγλη της αρχαιότητας μέσα από κάθε πτυχή της ζωής της, στις δημόσιες εορτές, στον ρουχισμό, την αρχιτεκτονική, την αντικατάσταση ονομάτων με ελληνικά ή λατινικά . Η μόδα αυτή δεν αργεί να έρθει και στον ελλαδικό χώρο. Τα καράβια δεν έχουν πια μόνο ονόματα αγίων, αλλά και ηρώων του αρχαίου κόσμου. Τα οικογενειακά ονόματα παίρνουν όψη αρχαία και τα παιδιά βαπτίζονται με αρχαιοελληνικά ονόματα. Στην προσπάθειά τους να μιμηθούν τη φωτισμένη Ευρώπη, αρχίζουν και οι ίδιοι να μελετούν, να ταξιδεύουν, να συλλέγουν και να συνειδητοποιούν ότι η συνέχεια του έθνους σταματάει απότομα με την Οθωμανική κυριαρχία. Ο καταπιεσμένος ελληνισμός αντιλαμβάνεται το ηθικό του χρέος να ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξαν οι πρόγονοί του, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες του Αλή πασά, ότι οι Έλληνες «κάτι μαγειρεύουν» . Το φαινόμενο είναι διελληνικό και επιδοκιμάζεται από τους Έλληνες Διαφωτιστές, με κύριους εκπροσώπους τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Αδαμάντιο Κοραή, ενώ καταδικάζεται από τον οικουμενικό Πατριάρχη. Η φύση των εθνικών αιτημάτων, καθώς και το γεγονός ότι διοικητικά η εκκλησία είναι ταυτισμένη με την Υψηλή Πύλη, δεν της επιτρέπουν να αποτελέσει τον κύριο συνεκτικό δεσμό, ρόλο που θα παίξει η αρχαιότητα.

Παράλληλα με τη λογιοσύνη της διασποράς, που δεν σταματά να προωθεί τη συνοχή της παιδείας δια μέσου των αιώνων, παρατηρείται μία ανύψωση των λαϊκών παραδόσεων, στις οποίες ζούσε ακόμα η ελληνική ιδέα . Ο διπλός αυτός προσανατολισμός θα οδηγήσει στην αναζήτηση μίας ενιαίας γλώσσας. Η ύπαρξη πολλών διαλέκτων ήταν ένα σημαντικό εμπόδιο για την εθνική ενότητα, το οποίο για να ξεπεραστεί έπρεπε να ξεκαθαριστεί η γλωσσική ταυτότητα του έθνους. Επιπλέον, σύμφωνα με τους Έλληνες Διαφωτιστές, ο δρόμος προς την απελευθέρωση περνούσε μέσα από τη μόρφωση, και για να φτάσει στο λαό ήταν επιτακτική η χρήση μίας γλώσσας κοινής, απαλλαγμένης από τα αρχαϊκά στοιχεία και ικανής να εκφράσει κάθε γνώση και συναίσθημα . Η ανάγκη να ευθυγραμμιστεί ο νέος ελληνισμός προς τη δυτική πραγματικότητα θα κυριαρχήσει και θα υιοθετηθεί από τους Διδασκάλους του Γένους, που δε σταματούν μέσα από τις φιλολογικές και πολιτικές τους δραστηριότητες, να εγείρουν τα φιλελληνικά αισθήματα της Ευρώπης και να προσπαθούν να μεταλαμπαδεύσουν τα φώτα της στον υπόδουλο ελληνισμό. Οι νέες ευρωπαϊκές θεωρίες αρχίζουν να μεταφράζονται στα ελληνικά, ενώ μειώνονται οι εκδόσεις με θεολογικό περιεχόμενο. Παράλληλα, δημιουργούνται σχολεία (Ιάσιο, Βουκουρέστι) και τυπογραφεία, όπου εκδίδονται ελληνικά βιβλία, που ωθούν την ελευθερία της έρευνας. Ο προσανατολισμός σε εφαρμοσμένες επιστήμες, μαθηματικά, φυσική, χημεία, η ανάδειξη της γεωγραφίας, δείχνουν την τάση για ανανέωση της θεωρητικής σκέψης, που τώρα έρχεται πιο κοντά στον ορθολογισμό . Το θέατρο γίνεται το μεγάλο σχολείο του λαού, ο οποίος βγαίνει από την απομόνωση και δημιουργεί αντιστάσεις βιώνοντας συλλογικά δυνατά συναισθήματα και υψηλά εθνικά φρονήματα . Ο όρος Έλλην αντικαθιστά τον όρο Ραγιάς και αποκτά ξανά το χαμένο του πολιτισμικό, αλλά και εθνολογικό περιεχόμενο, υπογραμμίζοντας τη στροφή που γίνεται προς αναζήτηση της αδιάκοπης συνέχειας του ελληνισμού, ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει τα πάτρια ελληνικά ήθη και την ελληνική γλώσσα και που τώρα καλείται να αναστήσει ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που θα συνεχίσει να δοξάζει τον ελληνικό πολιτισμό .

Παρά το καθεστώς δουλείας, ο ελληνισμός σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα παλεύει να βρει τρόπους αντίστασης. Μέσα από την σταδιακή ανάπτυξη των κοινωνικών στρωμάτων, ανάμεσα στους Φαναριώτες και τους γαιοκτήμονες, τους εμπόρους, τους ναυτικούς και τους διανοούμενους της Βιέννης, ανάμεσα στους οπλαρχηγούς και τους απλούς χωρικούς, γεννιέται το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας. Όταν στις αρχές του 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία βαδίζει προς το τέλος της, ο ελληνικός πληθυσμός φτάνει στα τρία εκατομμύρια. Οι τραπεζίτες του εξωτερικού και οι καραβοκύρηδες του Αιγαίου έχουν συγκεντρώσει αρκετό πλούτο για τις επικείμενες ανάγκες του Αγώνα. Οι ένοπλοι αρματολοί και κλέφτες έχουν εξελιχθεί σε υπολογίσιμη δύναμη, όπως και ο στόλος των νησιών, με ναυτικούς, που αντίθετα με τους Οθωμανούς, και παράδοση διαθέτουν και εμπειρία. Η Φιλική Εταιρεία έχει αναπτερώσει το ηθικό και η ξενιτεμένη διανόηση έχει αναστήσει το ξεχασμένο παρελθόν. Όλες οι προϋποθέσεις είναι εκεί και η καθολική εξέγερση είναι πλέον ζήτημα χρόνου.

Ωστόσο, το Συνέδριο του Λάιμπαχ στις 26/1/1821, όπου συμμετείχαν όλα τα μέλη της Ιερής Συμμαχίας (Αγγλία, Γαλλία, Πρωσία, Ρωσία, Αυστρία), επικυρώνει την αποστροφή για οποιαδήποτε μεταβολή στο διεθνές στερέωμα, κάνοντας κάθε ιδέα για επανάσταση να φαντάζει ως παράνοια. Με την «Αρχή της νομιμότητας» σε πλήρη ισχύ, που σήμαινε καταδίκη για όλα τα επαναστατικά κινήματα, η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης θα προκαλούσε την γενική κατακραυγή των Μεγάλων Δυνάμεων . Έχοντας ενάντιους τους ισχυρούς της γης, ο ελληνισμός τολμά να σηκώσει το λάβαρο της Επανάστασης, πάνω στο οποίο θα ορκιστεί για Ελευθερία ή Θάνατο, υπενθυμίζοντας την παρουσία του στην οικουμένη και φουντώνοντας το φιλελληνικό ρεύμα σε Ευρώπη και Αμερική. Σε όλη τη διάρκεια της υποταγής του, ο Ελληνισμός, όχι μόνο δεν αφομοιώθηκε από το μουσουλμανικό στοιχείο, αλλά κατόρθωσε να ξαναβρεί το χαμένο στη λησμονιά παρελθόν του, να διαφυλάξει και να ενισχύσει με όλες τις δυτικές και ανατολικές επιρροές το παρόν του, και να διασφαλίσει την πολυπόθητη πορεία προς το ανεξάρτητο μέλλον του, γράφοντας με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 την πρώτη σελίδα στο βιβλίο της Νεότερης Ιστορίας των Ελλήνων.-


Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α :

- Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα, 1999

- Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τόμος Γ’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 1999

- Αναστ. Λιάσκος, Αγώνες και άρματα, Ιστορικό-Εθνικό Μουσείο Α. Λιάσκου, εκδ. ΕΜ-ΕΣ ΠΡΕΣΣ Α.Ε., Αθήνα, 2005

- Βασίλης Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην Ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα, 1988

- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΑ, Εκδοτική Αθηνών, 1974

3.12.17

ΕΑΠ, το τέλος μιας εποχής

Είναι το νήμα που κόβεται στο τέρμα μετά από χρόνια ατελείωτα, γεμάτα από μάχες σε όποιο επίπεδο μπορείς να φανταστείς. Μάχες πάνω σε πελάγη ύλης που έπρεπε να βγει, μάχες με τον χρόνο που πάντα ήταν μετρημένος, με την οικογένεια μέχρι όλοι οι άτακτοι βηματισμοί να συγχρονιστούν σε μια πορεία και να γίνουν συμπόρευση, μάχες με τον εαυτό μου και την εμπιστοσύνη που μου όφειλα προκειμένου να κόψω αυτό το νήμα.

Και το έκοψα! Το πίστεψα και τα κατάφερα. Το είχα κάνει εικόνα στο μυαλό μου από παιδί και εκεί εστίαζα κάθε φορά. Ακόμα κι όταν παντρεύτηκα τον άνθρωπο της καρδιάς μου, ακόμα και όταν ήρθε το πρώτο μας παιδί, αργότερα το δεύτερο. Η ζωή μου κυλούσε, έμπαινε σε σειρά, όμως στην άκρη του μυαλού μου αυτή η εικόνα παρέμενε κρυστάλλινα καθαρή. Ήμουν σίγουρη ότι με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, θα έβρισκα τον δρόμο προς το πεπρωμένο μου, προς το όνειρό μου, πράγμα δύσκολο με τις συμβατικές μεθόδους ανώτατης εκπαίδευσης, αφού απαιτούσαν πολύωρη παρουσία σε καθημερινή βάση. Αυτό για μένα, μια φρέσκια σύζυγο και μαμά με μωρό, χωρίς βοήθεια από πουθενά να με υποστηρίξει στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και παράλληλα εργαζόμενη, ήταν εκ των πραγμάτων κάτι το εντελώς ανέφικτο.

Όταν πρωτοάκουσα για τον νεοσύστατο τότε θεσμό του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, όταν διάβασα για τους όρους και τις διαδικασίες, πίστεψα μέσα μου ότι οι προσευχές μου είχαν εισακουστεί. Το ΕΑΠ, έτσι όπως λειτουργούσε, ήταν λες και ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μου! Εννοείται ότι έκανα αμέσως αίτηση εγγραφής χωρίς δεύτερη σκέψη. Μόνο που η τύχη σταμάτησε να μου χαμογελάει προσωρινά. Δεν πειράζει, είπα στην πρώτη απόρριψη της αίτησης, το ίδιο είπα και στη δεύτερη. Τελικά με πήραν την τρίτη χρονιά. Όταν έμαθα ότι με δέχτηκαν και ότι από Οκτώβριο θα ξεκινούσα μαθήματα, με πήραν τα ζουμιά. Έπλεα σε πελάγη ευτυχίας για μέρες, για εβδομάδες! Ήμουν αλλού. Διαπίστωνα πανευτυχής ότι βρισκόμουν πλέον μέσα στον στίβο και ό,που να' ναι θα ξεκινούσε ο αγώνας. Ήξερα μέσα μου ότι ετοιμαζόμουν για μια μεγάλη πρόκληση, ωστόσο δεν με ένοιαζε, ήμουν αποφασισμένη να κάνω πράξη το όνειρο μιας ζωής και η ευκαιρία επιτέλους είχε εμφανιστεί.

Η φοίτηση στο ΕΑΠ δεν είναι βόλτα στο πάρκο, είναι ζόρικη υπόθεση. Απαιτεί από σένα πολλά, πειθαρχία, πείσμα, αντοχή, επιμονή, κόπο, αφοσίωση. Πόσα ξενύχτια πάνω στα βιβλία, πόσα χαρτιά τσαλακωμένα και ξαναγραμμένα από την αρχή, πόση κούραση... Τα θυμάμαι και απορώ πώς κατάφερα να φέρω εις πέρας αυτό τον άθλο, ούσα πνιγμένη στις υποχρεώσεις που έτρεχαν και απαιτούσαν το 100% του εαυτού μου. Πολλές φορές έφτασα σε όρια αντοχής, όπως και η οικογένειά μου, που δοκιμαζόταν εξίσου με εμένα. Υπήρξαν φορές που αισθάνθηκα ότι το ΕΑΠ απλά δεν χωρούσε στη ζωή μου. Το δέλεαρ να τα παρατήσω ήταν δυνατό και με κλόνιζε, ειδικά όσο πλησίαζα προς το τέλος και η κούραση είχε αρχίσει να κάνει έντονη την παρουσία της.

Έλα όμως, που αυτή η εικόνα στο πίσω μέρος του μυαλού μου με τσίγκλιζε κάθε φορά και μου έλεγε, έλα Λίτσα, μια εργασία ακόμα, ένα μάθημα ακόμα, λίγη κούραση ακόμα, μην εγκαταλείπεις! Και έπαιρνα δύναμη και θάρρος και συνέχιζα, παρά τις αντιξοότητες, παρά την κλονισμένη μου υγεία, παρά τις - ευτυχώς λίγες - αντιδράσεις οικείων και συγγενών. Συνέχιζα γιατί ήξερα μέσα μου όσο τίποτε άλλο ότι αυτό ήταν το πεπρωμένο μου και έπρεπε να το εκπληρώσω. Γιατί; αναρωτιόμουν τις στιγμές του κλονισμού. Γιατί πρέπει να τα υπομείνω όλα αυτά; Αφού δεν το έχω ανάγκη, δεν θα μου χρησιμέψει πουθενά. Δόξα τω Θεώ, είχα τη δουλειά μου, την οικογένειά μου, τη ζωή μου. Τι το χρειαζόμουν το πανεπιστήμιο; Γιατί να υποβάλω τον εαυτό μου και τους δικούς μου σε αυτή τη δοκιμασία; Η απάντηση ήταν πάντοτε η ίδια: Γιατί απλά, έπρεπε να το κάνω.

Έτσι, σιγά-σιγά, με την ταχύτητα που μου επέτρεπε η καθημερινότητά μου, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και όλοι αυτοί οι κόποι άρχισαν να παράγουν καρπούς. Άρχισα να το διακρίνω μέσα μου, να ψηλαφίζω τη μεταμόρφωση. Είχε επέλθει αλλοίωση στην σκέψη μου, στον τρόπο που κατασκευάζονταν τα επιχειρήματά μου, στο άνοιγμα του μυαλού, στον τρόπο που εκφραζόμουν, γραπτώς κυρίως (με τα προφορικά και με την ελληνική γλώσσα επίκτητη και όχι μητρική είμαι λίγο πιο πίσω, αλλά και εκεί υπήρχε διαφορά).

Μέσα στο ΕΑΠ αποφάσισα να ανοίξω αυτό το blog και από τότε λειτουργεί αδιάλειπτα για κάτι λιγότερο από μια δεκαετία. Τρία χρόνια αργότερα άνοιξα και ένα δεύτερο blog με αποκλειστική θεματική ό,τι είχε να κάνει με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. (Η διεύθυνση για όποιον θέλει να ρίξει μια ματιά είναι: https://eapilektoi.blogspot.com). Δέχτηκα από την πρώτη στιγμή και συνεχίζω να δέχομαι επαίνους και συγχαρητήρια για τη δουλειά μου εκεί τόσο από καθηγητές όσο και από τον ίδιο τον φοιτητόκοσμο που έβλεπε να βοηθιέται από το υλικό που ανέβαζα στο blog μου εκεί. Και η χαρά μου βέβαια ήταν περισσή, γιατί, όταν αποφάσισα να το ξεκινήσω περισσότερο ήταν για να βοηθηθώ εγώ με το δικό μου διάβασμα και τις δικές μου ανησυχίες. Το γεγονός ότι αγκαλιάστηκε τόσο από τόσο κόσμο για μένα είναι κάτι παραπάνω από ηθική ικανοποίηση, είναι ευγνωμοσύνη, και σας ευχαριστώ όλους μέσα από την καρδιά μου για τα εκατοντάδες μηνύματα που λαβαίνω μέχρι και σήμερα.

Είμαι ευγνώμων για τις δυνατές φιλίες που γεννήθηκαν μέσα στο ΕΑΠ. Η Φωτεινή, η Κορίνα, η Κατερίνα, η Εύη, η Πηνελόπη, ο Γιώργος, η Άννα, η Δήμητρα, η Ελένη.., όλοι συνοδοιπόροι που ξεκινήσαμε μαζί με τις ίδιες αγωνίες και ανασφάλειες και κάπου στα μισά χωριστήκαμε, άλλος επειδή άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα, άλλος επειδή το πήγαινε πιο σιγά. Ο πυρήνας ωστόσο παρέμεινε αναλλοίωτος και μια στο τόσο συνεχίζουμε να συναντιόμαστε με τους καθηγητές μας και μέσω τύρου και κρασιού να μοιραζόμαστε τις εμπειρίες και τις ζωές μας.

Μέσα στο ΕΑΠ ξεκίνησε το σχολείο ο δεύτερός μου γιος, μέσα στο ΕΑΠ είδα τον μεγάλο μου να αποφοιτεί με περγαμηνές και να σταδιοδρομεί, μέσα στο ΕΑΠ έχασα τον πατέρα μου, μέσα στο ΕΑΠ ήρθε και ο Φοίβος μας. Όλη η ενήλικη ζωή μου, το ώριμο κομμάτι της, ξεδιπλώθηκε παράλληλα με τον αγώνα μου στο ΕΑΠ.

Χτες το μεσημέρι ο αγώνας αυτός έφτασε και επίσημα στο τέλος του. Το νήμα κόπηκε και κόπηκε με επιτυχία! Αυτό το Άριστα που είναι γραμμένο πάνω σε ένα κομμάτι περγαμηνής κλείνει πολλά περισσότερα από έναν απλό βαθμό. Κρύβει το πιο δυνατό μου όνειρο, αυτό που ονειρευόμουν από κοριτσάκι. Αυτό που έγινε στόχος που έκαιγε τα σωθικά και από στόχος, μετατράπηκε σε πραγματικότητα. Μια γλυκιά πραγματικότητα που μοιράστηκα με τους ανθρώπους που αγαπώ και που ήταν εκεί, όπως είναι πάντα, παρόντες σε κάθε μου βήμα. Σας ευχαριστώ!

Φιλώ σας!

Εύα 💗



17.7.17

"PIAF! The Show" στο θέατρο Πέτρας

Από πέρυσι προσπαθούσαμε να πάμε, φέτος τελικά το καταφέραμε. Μόλις έμαθα το πρόγραμμα για το φετινό καλοκαίρι, έτρεξα να κλείσω εισιτήρια μη και προκύψει οτιδήποτε που θα μας το ακύρωνε και πάλι.
Η Anne Carrere έλαμψε στον ρόλο της Πιαφ. Μέσα σε λίγα λεπτά η γλώσσα έπαψε να είναι εμπόδιο, ξεπεράστηκε χάρη στην επικοινωνιακή της μαεστρία και χάρη στην ίδια τη μουσική που θριάμβευσε και πάλι. Η παράσταση λιτή, ταίριαζε με το απέριττο σκηνικό του θεάτρου Πέτρας με τους γυμνούς βράχους, την χωμάτινη ορχήστρα και το τσιμεντένιο κοίλον, ταίριαζε και με το ανεπιτήδευτο παρουσιαστικό της καλλιτέχνιδας, σε απόλυτη αντίθεση, από την άλλη, με την πλούσια χροιά της φωνής της, τη μεστή, τη γήινη, τη βαθειά και απέραντη, που τόσο πλησίαζε με εκείνης του Σπουργιτιού των Παρισίων του μεσοπολέμου και του κόσμου όλου.
Η Εντίθ Πιαφ έζησε μια ζωή πολυτάραχη, σημάδεψε και σημαδεύτηκε, έφυγε νωρίς. Η φωνή της όμως, ωω!! Η φωνή της είναι μια άλλη ιστορία..!!

Η Anne Carrere προσιτή και υπέροχη υπογράφει το cd με τα τραγούδια της παράστασης.


*  Περισσότερα για την Edith Piaf μπορείτε να διαβάσετε <εδώ>.

    ******

*  Θέλετε να την ακούσετε; Πατήστε στο link <εδώ>. Διάλεξα playlist για να είναι χορταστική. Μπορείτε να μπείτε και στη σελίδα μου στο FB (link <εδώ>) όπου έχω ανεβάσει ένα μικρό βιντεάκι με την Carrere να τραγουδάει Πιαφ από το κινητό μου. (Δεν έχω μάθει ακόμα να μεταφέρω βιντεάκια μου στο blog, πού θα πάει όμως, κάποια στιγμή θα μάθω!)

    ******

*  Για την Anne Carrere διαβάστε <εδώ>.

    ******

*  Για το φετινό πρόγραμμα Διεθνές Φεστιβάλ Πέτρας, μπορείτε να ενημερωθείτε <εδώ>.

    ******

ΥΓ:  Για όσους/-ες με διαβάζουν και πιθανόν να γνωρίζουν, θα ήθελα να ενημερώσω ότι οι εξετάσεις μου στο πανεπιστήμιο ολοκληρώθηκαν με επιτυχία και μαζί με αυτές, ολοκληρώθηκαν και οι σπουδές μου στον Ελληνικό Πολιτισμό του ΕΑΠ. Από τις 8 του Ιουλίου θεωρούμαι και επισήμως απόφοιτη και πτυχιούχος (και αριστούχος, παρακαλώ, ναιιι!!!!!). Πάει κι αυτό, τελείωσε... Νομίζω πως είναι ελευθερία αυτό που αισθάνομαι τώρα που τελείωσαν όλα; Γιατί και να μην είναι, σίγουρα πάντως της μοιάζει...

Φιλώ σας!

Εύα 💗


5.1.17

Σελίδες ημερολογίου

ή: Καφές και συμπάθεια με την επιστήθια φίλη μου, που γνωριστήκαμε στη σχολή και από τότε γίναμε αυτοκόλλητες για λόγους που ανανεώνονται, προς μεγάλη μας έκπληξη, συνεχώς.


4.7.16

Ο δρόμος για το πτυχίο


Ήταν ένας δύσκολος μήνας ο Ιούνιος, γεμάτος από ατέλειωτες ώρες διαβάσματος, ξενύχτια, άγχος, νεύρα, κούραση. Προτελευταία ενότητα μιας σχολής που αποδείχτηκε ιδιαίτερα δύσκολη και απαιτητική. 
Όμως, δεν θα την ήθελα καθόλου διαφορετική, γιατί η αξία της σχολής και το υψηλό της επίπεδο κάνει τον δικό μου προσωπικό αγώνα ακόμα πιο πολύτιμο! Είμαι πολύ περήφανη που έχω φτάσει ως εδώ, με αυτά τα δεδομένα και με το πρόγραμμα που έχω, τη δουλειά μου, την οικογένειά μου, το σπίτι μου και χωρίς την ελάχιστη βοήθεια από πουθενά.

Κι όμως, χώρεσε και η σχολή. Δεν ξέρω πώς, αλλά τα κατάφερε και χώρεσε στη ζωή μου! Αργά-αργά, σταθερά, επίμονα. Χρόνο με τον χρόνο η μάχη δινόταν και έλεγα, άντε. Ένα μάθημα ακόμα έμεινε πίσω μου. Ένα μάθημα λιγότερο έμεινε μπροστά μου. Και έδινα κουράγιο στον εαυτό μου και συνέχιζα.
Προχτές, το Σάββατο το πρωί έδωσα το προτελευταίο μου. Και τα πήγα μια χαρά!
Από προχτές ένα χαζοχαρούμενο μειδίαμα έχει κολλήσει στα χείλη, αυτό της ικανοποίησης που φέρνει το πέρας ενός άθλου.
Γιατί άθλος είναι, για μένα τουλάχιστον, να μένεις σταθερά πιστός σε ένα όνειρο που κατοικεί μέσα σου από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου. Ακόμα κι όταν η ζωή έρχεται με ορμή με τα δικά της προγράμματα, αυτό να μένει ζωντανό, εκεί, να περιμένει σιωπηλά την ώρα που θα έρθει η σειρά του να αναπνεύσει.

Αισθάνομαι πραγματικά τυχερή και ευλογημένη που μου δόθηκε η ευκαιρία κάπου δέκα χρόνια πριν, με τον θεσμό του ανοικτού πανεπιστημίου, που ήταν θαρρείς κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της ζωής μου! Μια ευκαιρία που την άρπαξα από τα μαλλιά. Και παρόλες τις θυσίες που απαίτησε μέσα στα χρόνια, όπως απαιτεί κάθε τι που αξίζει πραγματικά σε αυτή τη ζωή, δεν το μετάνιωσα ούτε για μια στιγμή. Είναι μια εμπειρία ζωής, ένα τεράστιο παράθυρο σε έναν κόσμο μαγικό, πολυδιάστατο, ένα κλειδί που ξεκλειδώνει όλους τους μηχανισμούς σκέψης, ενσυναίσθησης, διορατικότητας και κρίσης που κρύβονται μέσα σου, μία ώθηση σε κάθε ρινίδα δύναμης και αντοχής και θέλησης που διαθέτεις ως άνθρωπος.

Οι φωτογραφίες βγήκαν με το κινητό σε στιγμές ιδιαίτερης κούρασης, όταν χρειαζόμουν επειγόντως κάτι για να με αποσπάσει από τον δαιδαλώδη λαβύρινθο μιας ύλης απέραντης και απαιτητικής, σε στιγμές που η εξάντληση και η συναίσθηση της μοναξιάς του αγώνα ήταν στο ζενίθ. Βρισκόμουν μέσα στο πυκνότερο σκοτάδι. Αυτό που σκεπάζει τα πάντα λίγο προτού να ξημερώσει...

Τώρα που όλα αυτά είναι πια παρελθόν και ο ήλιος του Ιούλη λάμπει δυνατά στον καταγάλανο ουρανό της πόλης, αποκτούν μιαν άλλη αξία, συναισθηματική. Γίνονται ενθύμιο και μνήμη, έτοιμα να μπουν στο πολύτιμο μπαουλάκι μου των αναμνήσεων.
Ένα μάθημα ακόμα πίσω μου. Ένα μάθημα ακόμα μπροστά μου. Για να κλείσει αυτό το τεράστιο κεφάλαιο της ζωής μου που 'χει για τίτλο του: "Ο δρόμος για το πτυχίο".










17.6.11

Η ποίηση του Καβάφη

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1863 - 1933)





"Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις."

Κ. Π. Καβάφης







Ποιητής του μείζονος ελληνισμού. Καταγόταν από αστική οικογένεια. Έζησε στην Αλεξάνδρεια (πλούσια οικονομικά, απομονωμένη πνευματικά, βάραινε η μνήμη του ελληνιστικού παρελθόντος), στην Αγγλία για 6 χρόνια (κλίση προς τα Γράμματα) και στην Πόλη για 3 (φυλετισμός, ψυχολογία απόδημου). Αυτοδίδακτος, αγαπούσε με πάθος την Ιστορία.


12.6.11

Η Γενιά του 1880


ΕΝΝΟΙΕΣ - ΚΛΕΙΔΙΑ
  • Επαρχία - Άστυ
  • Ρεαλισμός
  • Σάτιρα
  • Λαογραφία
  • Γλωσσικό Ζήτημα
  • Ηθογραφία
  • Παρνασσισμός
  • Συμβολισμός
  • Ποιητής Μύστης
  • Νατουραλισμός
  • Κοινωνική κριτική
  • Γυναικεία πεζογραφία
  • Ψυχολογικό / Ιδεολογικό μυθιστόρημα
ΟΡΙΣΜΟΣ

Η λογοτεχνική "Γενιά του 1880" περιλαμβάνει μια μεγάλη και σημαντική ομάδα λογοτεχνών που δραστηριοποιούνται τόσο στην πεζογραφία όσο και στην ποίηση και διαμορφώνουν με το έργο τους τις λογοτεχνικές τάσεις της περιόδου 1880 - 1910 περίπου. Οι δημιουργοί επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές εξελίξεις τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και στην υπόλυπη Ευρώπη. Συνδέεται με το πέρασμα από τον Ρομαντισμό στον Ρεαλισμό, ο οποίος ως ρεύμα είναι αποτέλεσμα των εξελίξεων στο φιλοσοφικό και στο επιστημονικό πεδίο: του θετικισμού (Κόντ: εξέφρασε στη φιλοσοφία την ιδέα της εξέλιξης στην ανθρώπινη σκέψη, μέω της επιστημονικής μεθόδου ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει γνώση για τον κόσμο που τον περιβάλλει -- Ται: ανάλυση ψυχολογίας των ατόμων, εφικτή η διατύπωση νόμων μέσα από συσχετισμούς των πορισμάτων. Το σύστημά του βασίζεται στην έρευνα, τη συγκέντρωση δεδομένων και την αντικειμενική ανάλυση και το αξίωμα που διατύπωσε έγινε άξονας της νατουραλιστικής θεωρίας, τα άτομα υποβάλλονται στην επίδραση του περιβάλλοντος, της κληρονομικότητας και της στιγμιαίας συγκυρίας) => υποβάθμιση ελεύθερης βούλησης (δηλαδή ρομαντισμού) => ρεαλισμός και στην ακραία του μορφή, νατουραλισμός) και των ανακαλύψεων των φυσικών επιστημών (Δαρβίνος: συνεχής αγώνας για επιβίωση του ικανότερου).


ΙΣΤΟΡΙΚΟ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Ο ελληνικός χώρος αποκτά αστικό χαρακτήρα «εξαστισμός» και προσγειώνεται σε πιο ρεαλιστικές απαιτήσεις.
Σε ό,τι αφορά το ιδεολογικό υπόβαθρο, κυριαρχεί το αλυτρωτικό πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας και επειδή έχει προηγηθεί η επιτυχία της Επανάστασης και αυτό το ζήτημα στέφεται με αισιοδοξία για την πραγμάτωσή του (ρομαντικό κατάλοιπο). Οι εδαφικές επεκτάσεις έδιναν έναν αέρα αισιοδοξίας. Περίοδος που κυριαρχεί η ιδέα του έθνους-κράτους και η προσπάθεια υλοποίησής της.
Σημείο αναφοράς: η Αθήνα -- πολιτισμικό κέντρο εξέλιξης λογοτεχνικών ρευμάτων, σημείο αναφοράς για τους λογοτέχνες.
Σε κοινωνικό – λογοτεχνικό επίπεδο: πρωτοκαθεδρία του τύπου που αποκτά κοινωνικό ρόλο, γίνεται βιοποριστικό μέσον και βήμα έκφρασης των λογοτεχνών. Εμφανίζεται πληθώρα συγγραφέων και έργων. Το λογοτεχνικό περιεχόμενο – ενδιαφέρον, στρέφεται στην οικογενειακή αστική ζωή ή στη ζωή της υπαίθρου. Η ηθογραφία κινείται σε δίπολο. Από τη μία έχουμε την δυναστευτική κυκλικότητα της αγροτικής ζωής. Ο άλλος πυλώνας είναι τα δυναμικά στοιχεία του κοινωνικού γίγνεσθαι.

ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ


Δημοτικιστές και υποστηρικτές της καθαρεύουσας.
Κυρίαρχο ρόλο παίζει ο Ψυχάρης, που καθιερώνει τον όρο «διγλωσσία» μέσα από το έργο «Το ταξίδι μου», στο οποίο προωθεί ως υπέρτατη αξία την καθιέρωση της καθημερινής γλώσσας των απλών ανθρώπων. Στο έργο κατακεραυνώνει τους δασκάλους και τον λογιοτατισμό.
Επηρεασμένος από "το ταξίδι" και ο Α. Καρκαβίτσας, ο οποίος γράφει τον Ζητιάνο σε δημοτική εγκαταλείποντας για πάντα την καθαρεύουσα. Το παράδειγμά του ακολουθούν κι άλλοι. Οι περισσότεροι, ωστόσο, λογοτέχνες προσπαθούν να διατηρήσουν μια μετριοπαθή στάση ως προς το ζήτημα της γλώσσας.
Το διχαστικό αυτό κλίμα φτάνει ως το 1970 δείχνοντάς μας τη σημαντική επιρροή του πάνω σε αυτό το θέμα.
Παρά τις ακρότητες ένθεν κακείθεν, το πνεύμα αλλαγής της γλωσσικής έκφρασης έχει εισχωρήσει στο λογοτεχνικό πεδίο. Αρχικά στον πεζό λόγο: διαμέσου των διαλόγων και σταδιακά και στην αφήγηση.
Πιο εύκολη η αλλαγή στην ποίηση, λόγω της παράδοσης του δημοτικού τραγουδιού, του παραδείγματος του Σολωμού, αλλά και της καταλυτικής επίδρασης του Παλαμά.


21.1.11

Δια βίου μάθηση

Στην αρχή τα είχα βάλει όλα εδώ μέσα, εργασίες μου, βιβλιογραφίες, μελέτες, links... Έψαχνα παντού στο internet να βρω χρήσιμα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν, αρχικά εμένα, αλλά και όσους έχουν ξεκινήσει αυτή την εκπληκτική περιπέτεια που λέγεται ΕΑΠ - ζόρικη, ναι, απαιτητική, ω, ναι!, αλλά τόσο-μα τόσο εκπληκτική. Μερικές φορές σε βγάζει από τα ρούχα σου, άλλες φορές σε διατάζει να ξεπεράσεις τα όριά σου σε αντοχή, επιμονή, αφοσίωση...

Κάποιοι λένε ότι είναι ευκολότερο να μελετάς χαλαρά, όποτε θες εσύ, το ίδιο πίστευα κι εγώ. Η εμπειρία όμως δείχνει ότι δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Χρειάζεται σύστημα και πειθαρχία για να έρθει και η απόδοση, και, αν είσαι τυχερός, η ανταμοιβή. Ήθελα να συμμετάσχω ψυχή τε και σώματι, τα έδωσα όλα. Και τα δίνω, βέβαια. Κόντρα στη βολή μου, στις ενστάσεις του περίγυρου, κόντρα και σε μένα την ίδια που φορές φορές αναρωτιέμαι: μα τι κάνω; Κάθομαι και σκοτώνομαι, στερούμαι ώρες ύπνου, ξεκούρασης, ώρες που θα μπορούσα να βγω με τις κολλητές μου για καφέ, να πάω μια εκδρομή, να χαρώ γιορτές, μαζώξεις με φίλους, με την οικογένειά μου, χωρίς να με κυνηγάει η προθεσμία της επόμενης εργασίας...

Να σας πω όμως κάτι; Το αξίζει. Και αυτά, και ακόμα περισσότερα. Το βλέπω στον εαυτό μου, βλέπω την αλλαγή στα πάντα, από το πώς λύνεται η έκφραση, μέχρι το πώς λύνεται και η σκέψη και ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα. Η διαδικασία είναι αθόρυβη και χρονοβόρα. Δεν έρχεται με φαμφάρες, όμως συμβαίνει. Δεν το διαπιστώνεις όταν βρίζεις αγανακτισμένη επειδή σου χτύπησε ο σκηρός δίσκος, ακριβώς την ώρα που αναστέναζες από ανακούφιση επειδή άλλη μια πνευματική προσπάθειά σου ολοκληρώθηκε μετά κόπων και βασάνων και χιλίων μυρίων εμποδίων μετά από ξενύχτια και κόπο πνευματικό, να μην αντιγράψεις, να μην καταλήξεις στην εύκολη λύση του: "πτυχία copies κτώνται"... όμως είναι εκεί. Το θαύμα της μεταμόρφωσης είναι εκεί και συμβαίνει σε σένα... Και κατ' επέκταση σε όλους τους γύρω σου κι ας μη το αντιλαμβάνονται πολλές φορές ούτε και οι ίδιοι. Όμως συμβαίνει.

Θα μπορούσα να γράφω για ώρες πάνω στο θέμα της δια βίου μάθησης και την ευεργετική επίδραση που πιστεύω ακράδαντα ότι προσφέρει στο μυαλό και στην ψυχή του ανθρώπου. Όταν με ρωτούν, μα, καλά, μέχρι πότε θα πηγαίνεις σχολείο; και ξέρω ότι στο μυαλό τους έχουν κτήρια και μαθητικές ποδιές και δάσκαλο να σου βάζει ασκήσεις, διαγωνίσματα, η απάντηση για μένα είναι δεδομένη, αυτό όμως είναι το σχολείο; Ή μήπως είναι κάτι πιο αφηρημένο από ένα κτήριο, όπως μια έννοια, ας πούμε, κάτι παραπάνω από βιβλία, τετράδια και γόμες; Και κάτι ανώτερο που ξεπερνάει το χρονικό πλαίσιο μιας σχολικής χρονιάς, όπως αυτό που συμβολίζει, που υπόσχεται; Την ΓΝΩΣΗ. Κι αν είσαι τυχερός, στο τέλος της ζωής σου, τη σοφία... Με αυτή την έννοια, το "σχολείο" για μένα, δεν σταματάει ποτέ.

Όταν έφτιαχνα το μπλογκ (http://www.eapilektoi.blogspot.com/) στις αρχές του καλοκαιριού, προκειμένου να οργανώσω ότι είχε να κάνει με το ΕΑΠ (για μένα πρώτα), δεν περίμενα ότι θα είχε τόσο μεγάλη ανταπόκριση. Από παντού έρχονταν συγχαρητήρια, κυρίως φοιτητόκοσμο, αλλά και από τους ίδιους τους καθηγητές. Αυτό, βέβαια, εννοείται ότι με χαροποίησε - αλλοίμονο αν δεν χαίρεται κάποιος από την αναγνώριση και την αποδοχή των κόπων του! - όμως η έκπληξη ήδη βρισκόταν αλλού: στο γεγονός ότι ο κόσμος που αποζητά τελικά αυτή την περιβόητη δια βίου εκπαίδευση, που, τί σημαίνει, αν όχι δίψα για γνώση;, είναι κάθε άλλο παρά αμελητέος.

4.6.10

ΕΛΠ 21 - Α', κεφ. 2: Προομηρικό και ομηρικό έπος

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ
ΑΡΧΑΪΚΗ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Α' - ΚΕΦ. 2

2.1 ΠΡΟΟΜΗPΙΚΟ ΚΑΙ ΟΜΗΡΙΚΟ ΕΠΟΣ

2.1.1 Επική παράδοση πριν από τον Όμηρο

Τα ομηρικά έπη= τα αρχαιότερα ελληνικά ποιητικά δημιουργήματα που μας διασώθηκαν και η αρχή της ποιητικής παράδοσης Ελλήνων. ΟΜΩΣ

• Ενδείξεις μέσα στα έπη ότι είχαν προηγηθεί και άλλες ποιητικές συνθέσεις.

• Δεν είναι δυνατόν να μην υπήρχαν κι άλλα ποιήματα πριν γιατί ο άνθρωπος έχει την τάση να δημιουργεί

• Είναι τόσο «τέλεια» ως δημιουργήματα που δεν μπορεί να μην υπήρχαν άλλα ποιήματα ως πρόδρομοί τους.

Ομηρικό ζήτημα= το πρόβλημα σχετικά με τη δημιουργία της ομηρικής ποίησης, τη σύνθεση των συγκεκριμένων επών, τη χρονολόγησή τους και την προσωπικότητα του ποιητή.

 Ομηρικά έπη= ώριμο καταστάλαγμα μακράς ποιητικής παράδοσης. Το έπος δημιουργήθηκε μετά την καταστροφή των μυκηναϊκών κέντρων ως ανάμνηση της ύπαρξής τους (# Nilson: το έπος καλλιεργήθηκε σε κέντρα μυκηναϊκού πολιτισμού). Χώρος γέννησης: Ιωνία, 4 μεγάλοι επικοί κύκλοι (Αργοναυτικός, Αιτωλικός, Θηβαϊκός, Τρωικός) = πρώτη ύλη ομηρικών επών.

 Η ύπαρξη προομηρικής επικής παράδοσης επιβεβαιώνεται από το ίδιο το έπος

• Συγκεκριμένες αναφορές μέσα σ’ αυτό σε γεγονότα παρελθόντος (π.χ. τραγούδια αοιδών που στα έπη τραγουδούν παλαιά κλέη ανδρών- Antehomerica Kullmann), π.χ. τραγούδια με υλικό από άλλους επικούς κύκλους που θεωρούνται γνωστοί.

• Θεωρεί γνωστή στους ακροατές την Τρωική εκστρατεία (περιγράφει μόνο 52 ημέρες).

• Θεωρούνται γνωστοί και οι βασικοί ήρωες (π.χ. δεν αναφέρει γενεαλογία τους).

 Χρονικό τόξο προηγηθέντων μυθικών κύκλων: Αργοναυτική εκστρατεία, Αιτωλικός κύκλος, Θηβαϊκός κύκλος, Τρωικός. ΑΡΑ υπήρχε υλικό που οι αοιδοί μετασχημάτιζαν αυτοσχεδιάζοντας με τη βοήθεια στερεότυπων εκφράσεων, ενώ σίγουρα από ένα σημείο και πέρα βοήθησε και η γραφή.

 Η ομηρική ποίηση διατήρησε αναμνήσεις< μυκηναϊκή εποχή (χάλκινα όπλα, λέξεις που δε χρησιμοποιούνταν πλέον τον 8ο αιώνα, π.χ. φάσγανον), ενώ είχε και στοιχεία του 8ου αιώνα (έθιμα ταφής, σιδερένια όπλα,…).

Σίγουρα όμως πολλές αναφορές Ομήρου σε προηγηθέν υλικό είναι απλές ποιητικές επινοήσεις του.

ΕΛΠ 21 - Α', κεφ.1: Κλασική Φιλολογία και βοηθητικές επιστήμες

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ
ΑΡΧΑΪΚΗ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Α' - ΚΕΦ. 1

1.1 Κλασική φιλολογία και βοηθητικές επιστήμες


Φιλολογία= επιστήμη με αντικείμενο τα λογοτεχνικά κείμενα.
Στάδια επεξεργασίας αρχαίων κειμένων
Εντοπισμός: Σε επιγραφές (Επιγραφική), παπύρους (Παπυρολογία) και κυρίως χειρόγραφα, συνήθως προϊόντα αλλεπάλληλων αντιγραφών. Η επιγραφική και η παπυρολογία σώζουν το αυθεντικό κείμενο. Τα χειρόγραφα μελετούν η Παλαιογραφία (ανάγνωση χειρογράφων, μελέτη γραφής τους) και η Κωδικολογία (μελέτη τους από τεχνική άποψη, δηλ. χρονολόγηση, βιβλιοδέτηση, ...)
· Αποκατάσταση: Κριτική έκδοση κειμένων (αποκατάσταση στην όσο το δυνατόν πλησιέστερη μορφή προς το πρωτότυπο του συγγραφέα). Συμβάλλει και η Ιστορική Γλωσσολογία (γνώση ιστορίας ελληνικής γλώσσας).
· Ένταξη κειμένων στο ιστορικό και πολιτισμικό τους περιβάλλον: Κατάταξή τους σε είδη. (Ιστορία της Λογοτεχνίας), μελέτη σχέσεων μεταξύ λογοτεχνιών διαφορετικών γλωσσικών ή πολιτισμικών περιοχών (Συγκριτική Λογοτεχνιών).
· Ερμηνεία: Ανάλυση κειμένων σύμφωνα με ορισμένες θεωρητικές αρχές για παραγωγή, οργάνωση και πρόσληψη λογοτεχνικού κειμένου (Θεωρία της Λογοτεχνίας). Επίσης συμβάλλουν και η Θεωρητική Γλωσσολογία και η Φιλοσοφία της Γλώσσας.
· Διευκόλυνση της προσπέλασης ενός μη ειδικού κοινού στα κείμενα: μετάφραση κειμένων σε σύγχρονες γλώσσες, διδασκαλία κειμένων.

3.6.10

Στοιχεία αξιολόγησης ενός λογοτεχνικού κειμένου


Αυτά είναι τα στοιχεία που πρέπει να αξιολογούμε όταν καλούμαστε να μελετήσουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο:

1. Το περικείμενο, δηλαδή τι προηγείται, τι έπεται.
2. Το περιεχόμενο του αποσπάσματος.
3. Πώς το απόσπασμα ταιριάζει με τα γενικότερα θέματα του έργου, στο οποίο ανήκει, π.χ. η συνομιλία Έκτορα-Ανδρομάχης τι δείχνει για τον χαρακτήρα του επικού ήρωα.
4. Σκεπτόμαστε το λογοτεχνικό είδος στο οποίο ανήκει το κείμενο, από όπου προέρχεται το απόσπασμα, εντοπίζουμε κι αξιολογούμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε είδους, π.χ. στο δράμα στοιχεία παράστασης, σε αφηγηματικά κείμενα στοιχεία πλοκής και αφηγηματικής εξέλιξης κ.α.
5. Τη δομή, την επιχειρηματολογία και την ικανότητα να πείθει ιδιαίτερα ένα ρητορικό κείμενο.
6. Τη διακειμενικότητα, δηλ. τη σχέση του με κάποιο άλλο κείμενο, παλαιότερο ή νεότερο.
7. Αναγνωρίζουμε αν τυχόν ο χαρακτήρας του κειμένου καθορίζεται από κάποια λογοτεχνική σύμβαση, π.χ. αν είναι προοίμιο, σκηνή ικεσίας, κτλ.
8. Ρητορικά σχήματα, π.χ. αποστροφή, ρητορική ερώτηση κ.α.
9. Σχήματα λόγου, π.χ. μεταφορές, προσωποποιήσεις, κ.α.
10.Ύφος του λόγου, π.χ. λόγιο, λαικό, επίσημο, πομπώδες κ.α, αναφορά σε σχετικό λεξιλόγιο, σύνταξη κτλ.
11. Η σειρά των λέξεων.
12. Μετρική μορφή ενός ποιητικού κειμένου από το πρωτότυπο (μέτρο, διασκελισμός, στιχομυθία, παρήχηση, κτλ)
13. ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΥΜΕ ΚΑΙ (ΟΣΟ ΜΠΟΡΟΥΜΕ) ΕΞΗΓΟΥΜΕ. Π.χ. εντοπίζουμε μία παρομοίωση, αναλύουμε τα δύο της μερη, και εξηγούμε γιατί υπάρχει εκεί, ποια είναι η λειτουργία της.

20.5.10

Εξεταστική

Κοιτάζω στο ημερολόγιο ξεφυσώντας, οι μέρες που έχουν απομείνει είναι λίγες... Έχω τελειώσει τους δύο τελευταίους τόμους και μου έχει μείνει ο πρώτος, ο πιο ογκώδης και ο πιο δύσκολος। Χτες τελείωσα επιτέλους το 2ο κεφάλαιο, για την επική ποίηση। Με παίδεψε πολύ, κάπου 100 σελίδες। Δεν ξέρω αν μπορώ να θυμηθώ λεπτομέρειες, φοβάμαι πως δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε βασικά πράγματα, παρόλο που είναι τόσο πρόσφατο και τόσο προσεκτικό το διάβασμά μου. Απορώ πώς βγήκαμε φέτος μέσα στα πέντε καλύτερα βαθμολογικά τμήματα της σχολής, μας το έλεγε ο σεπ που τα ξέρει καθότι συντονιστής και δεν τον πιστεύαμε... Όπως μας είπε επίσης ότι αυτό σημαίνει αξιώσεις, προσδοκίες και απαιτήσεις, ότι περιμένει από εμάς να ανταποκριθούμε σε αυτή την εκτίμηση και σε αυτή την εικόνα που του φτιάξαμε όλη τη χρονιά... Γιατί μας το είπε τώρα αυτό, για να χτίσει περισσότερο το άγχος μας; Σα να μη μας έφτανε αυτό που έχουμε από μόνοι μας... Ποιες είναι οι τεχνικές αφήγησης του Ομήρου; Αναδρομή στο παρελθόν, συμπύκνωση, προαναγγελία, διεύρυνση και... και... ποιο είναι το άλλο τώρα; Επινοήσεις! Ουφ... Χρειάζομαι οπωσδήποτε χρόνο στο τέλος για επαναλήψεις και τα κεφάλαια βγαίνουν βασανιστικά αργά... Χτες προσπάθησα να οργανώσω τις μέρες που μου απέμειναν. Δύο μέρες για κάθε ένα από τα εναπομείναντα κεφάλαια και οι μέρες του Ιουνίου να μείνουν καθαρές για επανάληψη. Ελπίζω να τα καταφέρω και να τηρήσω το πρόγραμμα, όμως είναι τόσο δύσκολο με τη ζωή να τρέχει, τον χρόνο να τρέχει και εγώ να τρέχω πίσω του να τον προλάβω, να τρέχω συνεχώς πίσω του αλαφιασμένη, εξαντλημένη, λες και βρίσκομαι εγκλωβισμένη μέσα σε έναν εφιάλτη, να μου λείπουν οι ανάσες, οι αντοχές και εκείνος να με προσπερνάει ειρωνικά, περιπαικτικά και να με προκαλεί συνεχώς σε αναμέτρηση... Απόλογοι... ποιες ραψωδίες τώρα λέγονται έτσι;... Αυτές που δεν ανήκουν στον παροντικό χρόνο της υπόλοιπης Οδύσσειας και εξιστορούν γεγονότα του παρελθόντος... Ουφ... Θα μας ζητήσουν και αρίθμηση; Ε, δε νομίζω, ενίσταμαι!! Ραψωδίες ι-μ... Ξανα-ουφ...
***

23.7.09

Ο τελετουργικός χαρακτήρας της αρχαίας ελληνικής θρησκείας



Ένα από τα κύρια γνωρίσματα που διαφοροποίησε την αρχαία ελληνική θρησκεία από τις υπόλοιπες μεσογειακές ήταν ο τελετουργικός της χαρακτήρας. Μέσα από μία σειρά λατρευτικών πράξεων που δομούσε και στήριζε την ανθρώπινη κοινωνία της πόλης-κράτους, οι Έλληνες μπορούσαν να επιδείξουν την ευσέβεια προς τους θεούς τους, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η ευμένειά τους μέσα από την συνεχή και συνεπή τους εφαρμογή.

Με τον όρο τελετουργικός εννοούμε την ύπαρξη ενός οργανωμένου συστήματος που αφορούσε στην συνεπή τήρηση και εφαρμογή συγκεκριμένων πράξεων από ένα άτομο ή κοινωνικό σύνολο και καθόριζε τις σχέσεις αυτού του συνόλου με τους θεούς που λάτρευε.[1] Η διαμόρφωση του τελετουργικού χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας συντελέστηκε παράλληλα με την εδραίωση του δωδεκάθεου και την θεσμοθέτηση της λατρείας των ηρώων, σε μια περίοδο που η νεοσύστατη δομή της πόλης-κράτους χρειαζόταν την αποτελεσματικότητα ενός συμβολικού συστήματος, προκειμένου να λειτουργήσει ως συνεκτικός κρίκος μέσα στον κοινωνικό ιστό.

Η λατρευτική δραστηριότητα ήταν καθημερινή, στην οποία έπρεπε να συμμετέχουν όλοι ενεργά. Όλες οι εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής του πολίτη ήταν διαποτισμένες από μια σειρά τελετουργιών, η πιστή τήρηση των οποίων εξασφάλιζε τη διατήρηση της παράδοσης και τη συνοχή της κοινότητας. Κυρίως, όμως, εξασφάλιζε την εύνοια των θεών που προστάτευαν την πόλη. Οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων δεν ήταν υπερβατικοί και απόμακροι, αλλά προσιτοί και συνδεδεμένοι με την καθημερινότητα των ανθρώπων, αφού κάθε σημαντική στιγμή της ζωής τους σημαδευόταν από την παρουσία τους. Προστάτευαν την πόλη και γι’ αυτό οι άνθρωποι έπρεπε να τους κρατούν ευχαριστημένους. Η πιστή τήρηση των τελετουργιών που συνόδευαν τις θρησκευτικές τελετές, με την αφθονία των προσφορών στα ιερά, την άψογη οργάνωση αγώνων και διαφόρων λειτουργιών, την διευθέτηση των εξόδων που συνόδευαν θυσίες και δημόσια γεύματα,[2] αναγνωρίζονταν ως εκδηλώσεις ευσέβειας και ήταν το απόλυτο ζητούμενο.

Η έννοια, λοιπόν, της ευσέβειας συνδεόταν αποκλειστικά με την σωστή εκτέλεση όλων των θρησκευτικών πρακτικών, την προσφορά δηλαδή των κατάλληλων τελετουργικών φροντίδων προς την θεότητα (θεραπεύειν).[3] Οποιαδήποτε παράλειψη ή παρατυπία επέσυρε τη θεϊκή οργή και θεωρούνταν ασέβεια τόσο σοβαρής μορφής, που το μίασμα δεν περιοριζόταν σε ατομικό επίπεδο, δηλαδή στον παραβάτη, αλλά μόλυνε όλη την πόλη. Ο ίδιος ο παραβάτης τιμωρούνταν αυστηρά, ως αντανάκλαση της ανάγκης μιας απειλούμενης από το μίασμα κοινωνίας να υπερασπιστεί την ενότητά της και την υγιή σχέση της με τους θεούς. Δείγμα αυτής της αντίδρασης ήταν η λεγόμενη τελετουργία φαρμακού[4], σύμφωνα με την οποία κάθε χρόνο η πόλη καταδίκαζε σε εξορία το πιο περιθωριακό και ψυχικά διαταραγμένο άτομο, με την πεποίθηση πως έπαιρνε μαζί του κάθε μιαρό στοιχείο της πόλης.
Όσο υλική ήταν η υπόσταση της έννοιας της μιαρότητας μέσα στα πλαίσια της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, άλλο τόσο και το αντίδοτό της, η διαδικασία της κάθαρσης, απέκτησε εξ ορισμού την ίδια υπόσταση. Συνήθως επρόκειτο για πλύση με νερό ή λουτρά και σπανιότερα για υπνοκαπνισμό, απαραίτητη τελετουργική διαδικασία σε κάθε δυνάμει μολυντικό φαινόμενο, όπως η γέννηση, ο θάνατος, ο έρωτας και η αρρώστια. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις απαιτούνταν εξαγνισμός που τελούνταν σύμφωνα με τον χρησμό που είχε δοθεί από τον κατεξοχήν θεό του καθαρμού, Απόλλωνα.[5] Οι χρησμοί, και ειδικά του μαντείου των Δελφών, γίνονταν ο φορέας του θείου λόγου και διαδραμάτιζαν καθοριστικό ρόλο στον τελετουργικό χαρακτήρα του καθαρμού και κατ’ επέκταση στην θρησκευτική δραστηριότητα σε όλη τη διάρκεια των κλασικών χρόνων. Σ’ αυτό συνέβαλε και η επιλογή από την πολιτεία μιας ομάδας προσώπων, των θεωρών, με τον αρχιθεωρό να αναλαμβάνει χρέη φροντίδας της συντήρησης της αποστολής στο μαντείο, τους χρησμολόγους και μάντεις να ερμηνεύουν τους χρησμούς και τους εξηγητές να προτείνουν μεθόδους εξαγνισμού διασαφηνίζοντας σκοτεινά μέρη του τυπικού της λατρείας.[6]

Η κωδικοποίηση των τελετουργιών συντελέστηκε από πολύ νωρίς με την σύσταση γραπτών νόμων που αναρτιόνταν στις πύλες των ιερών και σε δημόσιους χώρους, ώστε να είναι προσβάσιμοι σε όλους και όχι αποκλειστικά από κάποια κλειστή ιερατική κάστα. Δεν υπήρχε η έννοια της «Εκκλησίας» ως σώμα. Ιερείς και πολίτες είχαν όλοι το δικαίωμα να υπηρετούν τους θεούς τους, αρκεί να μην είχαν μιασθεί από κάποιο παράπτωμα[7]. Δεν υπήρχαν ιερά βιβλία να πρεσβεύουν τον λόγο του θεού, αντίθετα η γνώση ήταν προϊόν μακρόχρονων εμπειρικών διαδικασιών που μετουσιώθηκαν σταδιακά στον τελετουργικό κώδικα πάνω στον οποίο στηρίχτηκε το θρησκευτικό συναίσθημα του Έλληνα πολίτη. Η παράδοση όριζε πώς και πότε θα γίνει η κάθε τελετή. Οι μήνες βαπτίζονταν από το όνομα των τελετών που διεξάγονταν τη συγκεκριμένη περίοδο και η κάθε πόλη είχε το ημερολόγιό της, για να καθορίζει χρονικά τις λατρευτικές τελετές που όφειλε να αποδώσει στους θεούς, όπως συμπόσια, αθλητικούς αγώνες, χορούς, πομπές ή θεατρικές παραστάσεις, επιδεικνύοντας την έκταση της τυπολατρείας σε όλες τις θρησκευτικές πράξεις και την σημασία που τους αποδιδόταν από τους πολίτες και από την ίδια την πόλη, ως θεσμός.[8]


ΒΑΣΙΚΕΣ ΙΕΡΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ


Η τελετή της θυσίας ήταν η ιερή πράξη που κυριάρχησε στην Ελλάδα από τα ομηρικά μέχρι και τα ύστερα κλασικά χρόνια. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα (Συμπόσιον, 188)[9], η θυσία προς τιμή των θεών αποτελούσε την κορυφαία στιγμή «της φιλίας μεταξύ θεών και ανθρώπων», εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την απρόσκοπτη λειτουργία της ανθρώπινης κοινότητας. Υπήρχαν πολλά είδη θυσίας, με κυριότερη την αιματηρή θυσία διατροφικού τύπου, κατά την οποία σφαγιαζόταν ένα ή περισσότερα οικόσιτα ζώα, ανάλογα με την σπουδαιότητα της γιορτής ή την οικονομική κατάσταση του θυσιάζοντος. Σύμφωνα με το τελετουργικό, ένα μέρος τους καιγόταν στον βωμό προς βρώση των θεών, και το υπόλοιπο μαγειρευόταν και καταναλωνόταν σε συλλογικά γεύματα (συμπόσια) από τους συμμετέχοντες στην θυσία. Προτού μαγειρευτεί, το σφάγιο έπρεπε να καθαγιαστεί, προκειμένου να φαγωθεί από τους ανθρώπους χωρίς τον κίνδυνο να περιπέσουν στην κατάσταση του ζώου.[10] Ανάλογα με τον λόγο και τον χώρο που τελούνταν η θυσία, θυσιαστής μπορούσε να γίνει είτε ο αργηχός της οικογένειας είτε ένας τεχνίτης που αναλάμβανε ταυτόχρονα χρέη θυσιαστή και μαγείρου. Στα ιερά, το τελετουργικό της θυσίας αναλάμβαναν οι ιερείς.

Σε κάθε πόλη και σε καθημερινή βάση τελούνταν θυσίες τέτοιου τύπου με διάφορες αφορμές. Η σημασία τους ήταν μεγάλη, αφού, εκτός από την διατήρηση των καλών σχέσεων με τους θεούς που διασφάλιζε την τάξη και την ευημερία, αποτελούσαν και μια σημαντική ευκαιρία για συσπείρωση των σχέσεων ανάμεσα στους πολίτες, εξαιτίας της κοινής συμμετοχής σε όλα τα θρησκευτικά δρώμενα, αλλά και για κατανάλωση κρέατος.[11] Ήταν, επομένως, απαραίτητο όλη η τελετουργική διαδικασία, από τον έλεγχο του σφαγίου, την πομπή του ιερέα και των θυσιαζόντων μέχρι τον βωμό, τους καθαρμούς και τις προσευχές που προηγούνταν της θανάτωσης, μέχρι τον σφαγιασμό, το γδάρσιμο και το κόψιμο του κρέατος σε ίσες μερίδες, το βράσιμό του στις χύτρες και το συλλογικό γεύμα, το συμπόσιο, που ακολουθούσε για να επικυρώσει την κοινωνική ιεραρχία[12] και την σύμπραξη των θεών με την ανθρώπινη κοινωνία, όλα έπρεπε να τελεστούν με ευλαβική ακρίβεια.
Ανάλογα με την πόλη και τον τιμώμενο θεό, πολλές τελετουργίες ξεκινούσαν με την προσφορά των πρώτων καρπών της γης (απαρχαί) ή τις σπονδές, οι οποίες άλλες φορές συνδέονταν με τις αιματηρές θυσίες κι άλλες εμφανίζονταν ως αυθύπαρκτα τελετουργικά. Μέρος κάποιου υγρού, το οποίο μπορούσε να είναι νερωμένο κρασί, άκρατος οίνος, γάλα, μείγμα κρασιού, νερό ή μέλι,[13] χυνόταν επάνω στον βωμό του θεού ή κατευθείαν στο έδαφος, ενώ ταυτόχρονα προφερόταν μια προσευχή. Πολλές ιεροτελεστίες της καθημερινής ζωής ξεκινούσαν ή ολοκληρώνονταν με αυτό το τελετουργικό, το οποίο εμπεριείχε το στοιχείο της προσφοράς στους θεούς ενισχύοντας τους ενωτικούς δεσμούς μαζί του, αλλά και των μελών μιας ομάδας μεταξύ τους, όπως δείχνει η χρήση τους στην επικύρωση συνθηκών και συμμαχιών.

Ένα άλλο είδος ιεράς σπονδής ήταν οι χοές, οι οποίες χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, τις χοαί νηφαλίους (χωρίς οίνο) και της αοίνους (καθαρό νερό, γάλα ή μέλι). [14] Οι χοές απευθύνονταν κυρίως στους νεκρούς, επιτυγχάνοντας την σύναψη δεσμών με τους ζωντανούς.

Το ολοκαύτωμα ήταν μια άλλη μορφή θυσίας, πάλι προς τιμή των νεκρών, αλλά και των καταχθόνιων δυνάμεων, η οποία ήταν θυσία χωρίς κατανάλωση του κρέατος, το οποίο καιγόταν ολόκληρο απευθείας στη γη, χωρίς να μένει τίποτα για το συμπόσιο. Το τελετουργικό του ολοκαυτώματος πραγματοποιούνταν την νύχτα και συνοδευόταν από εξορκισμούς που εξασφάλιζαν την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων με τους χθόνιους κυρίως θεούς που τους προστάτευαν.[15]

Εκτός από τις αιματηρές θυσίες υπήρχαν και οι αναίμακτες, οι οποίες είχαν κυρίως ιδιωτικό χαρακτήρα και τελούνταν μέσα στο σπίτι. Πολλές φορές συνδυάζονταν και με αιματηρές θυσίες.
Απαραίτητο τελετουργικό στοιχείο σε όλες τις μορφές ιερών πράξεων ήταν η προσευχή. Υπήρχαν πολλών ειδών προσευχές, όπως ευχές, καθαγιασμοί, ύμνοι, τελετουργικά άσματα, ικεσίες κατάρες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν τυποποιημένες. Κάθε ευσεβής άνθρωπος όφειλε να ξεκινά την ημέρα του με μια προσευχή. Κάθε συμπόσιο και κάθε γεύμα, το ίδιο. Σημαντικά γεγονότα, όπως μάχες, δεν ξεκινούσαν χωρίς προσευχή. Οι προσευχές και οι σπονδές συνόδευαν σχεδόν κάθε μορφή ιερής πράξης και ήταν απαραίτητο στοιχείο στην τελετουργική αλληλουχία.


ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ


Ένα κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις ιερές πράξεις που προαναφέρθηκαν ήταν πως σε καμία δεν απαιτούνταν η παρουσία κάποιου εξουσιοδοτημένου μεσολαβητή ανάμεσα στους ανθρώπους και τους θεούς. Όλοι οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, αρκεί να μην είχαν μιανθεί από κάποιο παράπτωμα. Κλειστή ήταν η πρόσβαση στα ιερατικά αξιώματα μόνο στους μέτοικους και ξένους, καθώς και σε όσους είχαν σωματικά ελαττώματα.[16] Την ανάγκη ενός προσωπικού που θα μεριμνούσε για την σωστή λειτουργία των ιερών, εκπλήρωνε η πολιτεία, με την εκχώρηση κάποιων θρησκευτικών καθηκόντων σε έναν ορισμένο αριθμό πολιτών, που διέφεραν από ιερό σε ιερό. Αυτά τα άτομα, τα οποία δεν αποτέλεσαν ποτέ μια κλειστή ιερατική κάστα, είχαν την ευθύνη της επιβολής της τάξης στους πιστούς και της τήρησης σεβασμού στους ιερούς χώρους των ναών. Κύριό τους καθήκον ήταν η συντήρηση του ειδώλου που αναπαριστούσε τον θεό, καθώς και η συντήρηση των οικοδομημάτων που βρίσκονταν στον χώρο του ιερού, καθήκοντα που συχνά μοιράζονταν με έναν ή περισσότερους βοηθούς, τους νεωκόρους. Οι ιερείς βοηθούσαν στην διεξαγωγή των θυσιών, στον καθαγιασμό των θυμάτων, στην απαγγελία προσευχών. Μπορούσαν να σφάξουν οι ίδιοι το θύμα ή να προσλάβουν κάποιον θυσιαστή. Ήταν υπεύθυνοι για την διοργάνωση των μεγάλων θρησκευτικών εορτών σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και έλεγχαν τα οικονομικά των ιερών.[17] Με την ευθύνη της φύλαξης των ιερών νόμων, όφειλαν να διατηρούν και να εξασφαλίζουν τον σεβασμό προς την παράδοση και τις θρησκευτικές τελετουργίες. Μπορούσαν να εκδίδουν διατάγματα, ακόμη και να νομοθετούν για θρησκευτικά θέματα.[18]
Οι ιερείς ήταν αξιοσέβαστα πρόσωπα. Η θέση τους τους εξασφάλιζε κάποια προνόμια, όπως τιμητική θέση στο θέατρο και οι καλύτερες μερίδες από τα σφάγια των θυσιών. Δεν ήταν αποκλεισμένοι από την κοσμική ζωή, μπορούσαν να νυμφευτούν και να κάνουν οικογένεια, όπως μπορούσαν κα να διαμένουν εκτός του ιερού. Υπήρχαν ορισμένες οικογένειες (Ετεοβουτάδες, Ευμολπίδες, Κήρυκες), καθώς και κάποιες κατηγορίες ιερέων, όπως οι ιερείς των Δελφών, που το αξίωμα ήταν κληρονομικό και ισόβιο,[19] ο γενικός κανόνας όμως ήθελε τα αξιώματα αυτά αιρετά, που καλύπτονταν από απλούς πολίτες που υπάγονταν στα διατάγματα της Εκκλησίας του Δήμου και της Βουλής και δεν θεωρούνταν μόνιμο επάγγελμα. Ο τρόπος που διαχειρίζονταν τα οικονομικά και διοικητικά θέματα των ιερών ελέγχονταν από την πόλη, αφού όφειλαν να δώσουν λογαριασμό για τις πράξεις τους σε αυτήν, με την λήξη της υπηρεσίας τους.

Εκτός από τους απλούς πολίτες, μια άλλη κατηγορία ανθρώπων που επωμίζονταν την κρατική θρησκευτική εξουσία ήταν οι άρχοντες. Πιο σημαντικός από όλους ήταν ο άρχων-βασιλεύς, ο οποίος κληρονομούσε τις θρησκευτικές του λειτουργίες. Ήταν αυτός που διηύθυνε τις θυσίες των πάτριων λατρειών, καθώς και τις εορτές των Λήναιων και των Μυστηρίων, είχε το δικαίωμα να εκδικάσει υποθέσεις ασέβειας και να διευθετήσει διενέξεις που αφορούσαν στην ανάληψη ιερατικών αξιωμάτων και, τέλος, ήταν ο υπεύθυνος του θρησκευτικού ημερολογίου. Για την διευθέτηση των επίθετων εορτών, όπως τα Μεγάλα Διονύσια, υπεύθυνος ήταν ο Επώνυμος άρχων. Ο Πολέμαρχος μεριμνούσε για τις θυσίες στην Αγροτέρα Άρτεμη και στον Ενυάλιο και επέβλεπε τις γιορτές και τους αγώνες που διεξάγονταν προς τιμή των πεσόντων πολεμιστών. Φρόντιζε επίσης για τις θυσίες προς τιμήν του Αρμοδίου και του Αριστογείτονα.
Κάθε χρόνο η πόλη εξέλεγε μια δεκαμελή ομάδα, τους Ιεροποιούς, οι οποίοι αναλάμβαναν την διοργάνωση των μεγάλων γιορτών που γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια, πλην των Παναθηναίων, αλλά και των ετήσιων, όπως τα Μικρά Παναθήναια.
Τον οικονομικό έλεγχο των λατρειών τον είχαν οι Επιστάτες και την οικονομική αρωγή (λειτουργία) που εξελίχθηκε στην ανάληψη οργάνωσης κάποιων εορτών, επωμίζονταν οι Επιμελητές. [20]

Η παρουσία και συμμετοχή του κάθε θρησκευτικού λειτουργού ήταν απόλυτα απαραίτητη και ζωτικής σημασίας, αφού ο καθένας από την θέση του διοργάνωνε, επέβλεπε, έλεγχε και γενικά συνέβαλε ενεργά και με υπευθυνότητα στην σωστή εκτέλεση όλων των τελετουργικών παραμέτρων της θρησκείας τους, σύμφωνα με τις επιταγές της παράδοσης που είχαν κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενιές.



ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ



Η εδραίωση του τελετουργικού χαρακτήρα της ελληνικής θρησκείας συντελέστηκε παράλληλα με την καθιέρωση του δωδεκάθεου και την σύσταση του θεσμού της πόλης-κράτους, μέσα στα πλαίσια του οποίου ιδρύθηκαν οργανωμένοι πλέον χώροι λατρείας, οι ναοί. Ο ναός φιλοξενούσε το άγαλμα της θεότητας, γύρω από το οποίο περιστρεφόταν ένα ολόκληρο σύστημα θρησκευτικών τελετών και πρακτικών, το οποίο αποτελούσε το πλαίσιο και το συμβολικό κέντρο της πόλης.

Μέσα από την τυπολατρική εφαρμογή ενός συγκεκριμένου λατρευτικού κώδικα, που δεν προερχόταν από κάποιο ιερό βιβλίο ή δόγμα, αλλά πήγαζε από την παράδοση, στην οποία παρέμεναν πιστοί ακόμα κι όταν αυτή φαινόταν παρωχημένη και ακατάληπτη, οι άνθρωποι μπορούσαν να εκφράσουν σε καθημερινή βάση την ευσέβειά τους προς τους θεούς. Όλες οι πτυχές της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής εμποτίζονταν με τελετουργικά που εξασφάλιζαν την εύνοια των θεών και την υγιή σχέση μαζί τους. Κάθε παρατυπία στον τρόπο διεξαγωγής θεωρούνταν ασέβεια βαριάς μορφής που προκαλούσε την θεία εκδίκηση, μολύνοντας ολόκληρη την πόλη, γι’ αυτό και τα μέτρα εναντίον της ήταν αυστηρά και απόλυτα.

Η κάθε πόλη είχε τις δικές της γιορτές που τελούνταν σε συγκεκριμένες μέρες και με συγκεκριμένες τελετουργικές διαδικασίες, με τις οποίες απέδιδε τις οφειλόμενες τιμές προς τους θεούς, κυρίως μέσω των θυσιών και των αναθηματικών προσφορών. Η σημαντικότερη ιερή πράξη ήταν η αιματηρή θυσία διατροφικού τύπου, με τον σφαγιασμό οικόσιτου ζώου. Το μέρος που καιγόταν στην πυρά προοριζόταν μέσω του καπνού που αναδυόταν στον ουρανό προς βρώση των θεών, ενώ το υπόλοιπο μοιραζόταν και τρωγόταν από τους συμμετέχοντες στην θυσία, σε συλλογικά γεύματα, τα συμπόσια. Μόνο μέσα από αυτή την τελετουργική διαδικασία οι άνθρωποι μπορούσαν να καταναλώσουν κρέας χωρίς να μιανθούν. Τα καλύτερα κομμάτια προορίζονταν για τους αξιωματούχους και προύχοντες της πόλης, αλλά και για τους ιερείς, μια αιρετή ομάδα πολιτών που επωμίζονταν, ως θρησκευτικοί λειτουργοί, την ευθύνη της ορθής διεξαγωγής των θυσιών και των υπόλοιπων τελετουργικών δραστηριοτήτων, καθώς και την συντήρηση και διαχείριση των ναών. Ποτέ δεν αποτέλεσαν κλειστή κάστα, αντίθετα είναι ενσωματωμένοι στο σώμα των πολιτών που τους εξέλεγε και τους έλεγχε στο τέλος της θητείας τους. Οι ιερείς, όπως και οι υπόλοιπες ομάδες θρησκευτικών λειτουργών, ήταν κατά κανόνα αιρετοί και ασκούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα με την ίδια συνέπεια που ασκούσαν όλες τις υποχρεώσεις που συνόδευαν την δημόσια ζωή τους.



***



Η θρησκεία, που ήταν παρούσα σε όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής, αποτέλεσε ένα ολόκληρο σύστημα οργάνωσης, που θεμελίωνε την κοινωνία της πόλης-κράτους και διασφάλιζε την ενότητά της, συσφίγγοντας τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους και αυτών με τους θεούς τους. Όλες οι θρησκευτικές εκδηλώσεις τους αρχαίου κόσμου, από τα συμπόσια και τους αθλητικούς αγώνες μέχρι τους χορούς στις πομπές και τις θεατρικές παραστάσεις, σχημάτιζαν τον συνεκτικό ιστό που δομούσε τον θεσμό της πόλης-κράτους και υμνούσε την κοινή ζωή των ανθρώπων μέσα στα πλαίσιά της. Ο τελετουργικός της χαρακτήρας, ο διαμορφωμένος από την παράδοση, δηλαδή από τους ίδιους τους ανθρώπους και την εμπειρία τους και όχι από κάποιον μεσσία ή ιερό βιβλίο που ευαγγέλιζε τον λόγο του θεού, ήταν το ειδοποιό στοιχείο που απομάκρυνε τους Έλληνες της Αρχαιότητας από μοιρολατρικούς δογματικούς εγκλωβισμούς, αναγάγοντάς τους ουσιαστικά σε θεούς των θεών τους.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


- Murray, O. και Price, S. (επιμ.). Η αρχαία ελληνική πόλις. Από τον Όμηρο
έως την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μτφρ. Σ. Κάπαρη. Εκδόσεις
Πατάκη. Αθήνα 2007.

- Vernant, J.-P. (επιμ.). Ο Έλληνας άνθρωπος. Μτφρ. Χ. Τασάκου. Εκδόσεις
Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα 1996.

- Zaidman, L.B., Pantel, P.S. Η θρησκεία στις ελληνικές πόλεις της κλασικής
εποχής. Μτφρ. Κ. Μπούρας, επιμ. Μ. Τριανταφύλλου. Εκδόσεις Πατάκη.
Αθήνα 2007.




[1] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, «Οι λατρευτικές πρακτικές» στο: Μ. Τριανταφύλλου (επιμ.), Η θρησκεία
στις ελληνικές πόλεις της κλασικής εποχής, μτφρ. Κ. Μπούρας (Αθήνα 2007), σελ. 31.
[2] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 20.
[3] M. Vegetti, «Ο άνθρωπος και οι θεοί» στο: J.P. Vernant (επιμ.), Ο Έλληνας άνθρωπος, μτφρ. Χ.
Τασάκου (Αθήνα 1996), σελ. 382.
[4] M. Vegetti, το ίδιο, σελ. 389.
[5] M. Vegetti, το ίδιο, σελ. 389.
[6] L.B. Zaidmann, P.S. Pantel, ό.π., σ.σ. 55-56.
[7] M. Vegetti, ό.π., σελ. 381.
[8] M. Vegetti, το ίδιο, σελ. 387.
[9] M. Vegetti, το ίδιο, σελ. 402.
[10] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, ό.π., σ.σ. 32-3.
[11] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 35.
[12] M. Vegetti, ό.π., σελ. 403. Τα καλύτερα κομμάτια κρέατος (οσίη κρεών) προορίζονταν για τους
διοικητές, τους ιερείς και τους προύχοντες της πόλης.
[13] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, ό.π., σελ. 42.
[14] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 43.
[15] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 39.
[16] Ch. Sourvinou-Inwood, «Τι είναι η θρησκεία της πόλεως;» στο: O.Murray και S. Price (επιμ.), Η
αρχαία ελληνική πόλις. Από τον Όμηρο έως την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μτφρ. Σ. Κάπαρη
(Αθήνα 2007), σελ. 387.
[17] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 48.
[18] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 53.
[19] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 52.
[20] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 49.