20.7.26

Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού

 "Το δώρο της μητέρας μου που μου άλλαξε τη ζωή — Η πορεία από τη φιλοσοφική αναζήτηση στην προσευχή της καρδιάς"

~ αντί Μνημοσύνου ~🕯️

«Για εκείνη που πίστεψε πριν από μένα για μένα.»🕊️

~ του Στυλιανού Καβάζη



Αν έπρεπε να διαλέξω ένα μόνο βιβλίο ανάμεσα στα εκατοντάδες που έχω διαβάσει στη ζωή μου, θεολογικά, ιστορικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά κ.ο.κ ένα βιβλίο που δεν αποτέλεσε απλώς μια ακόμη ανάγνωση, αλλά άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ψυχή μου και επηρέασε βαθιά την πορεία της ζωής μου, η επιλογή μου θα ήταν χωρίς δεύτερη σκέψη μία και μοναδική.

«Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητού».

Ίσως για κάποιους αυτή η απάντηση να φανεί παράξενη. Ένα μικρό και φαινομενικά απλό βιβλίο, γραμμένο από έναν άγνωστο Ρώσο συγγραφέα περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα, να στέκεται ανάμεσα σε μεγάλα φιλοσοφικά έργα, σπουδαίες λογοτεχνικές δημιουργίες και τόμους που διαμόρφωσαν την ανθρώπινη σκέψη.

Κι όμως..

Υπάρχουν βιβλία που η αξία τους δεν μετριέται από τη φήμη τους, τον όγκο τους ή την ακαδημαϊκή τους αναγνώριση. Μετριέται από τη δύναμη με την οποία αγγίζουν τον άνθρωπο, από την αλλαγή που προκαλούν μέσα του, από τον δρόμο που ανοίγουν εκεί που πριν υπήρχε μόνο αναζήτηση. Ένα τέτοιο βιβλίο υπήρξε για μένα το έργο αυτό. Δεν μου πρόσθεσε απλώς κάποιες ακόμη γνώσεις. Δεν έγινε μια ακόμη ψηφίδα στη βιβλιοθήκη της ζωής μου. Έγινε σταθμός, αφορμή εσωτερικής αναμέτρησης και τελικά ένας δρόμος επιστροφής.

Ωστόσο η πιο συγκινητική πλευρά αυτής της ιστορίας είναι ότι δεν έφτασε στα χέρια μου μέσα από τη δική μου αναζήτηση όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές. Ήρθε ως ένα απρόσμενο δώρο, πριν αρκετά χρόνια από τη μητέρα μου. Τη μητέρα μου που σήμερα, λίγο περισσότερο από ένα χρόνο μετά την κοίμησή της, δεν βρίσκεται πλέον δίπλα μου με τη φυσική της παρουσία, αλλά συνεχίζει να υπάρχει μέσα από όλα εκείνα που άφησε πίσω της. Ανάμεσα σε αυτά, αυτό το βιβλίο έχει μια ξεχωριστή θέση, γιατί τελικά αποδείχθηκε κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό αντικείμενο.

Ήταν μια παρακαταθήκη.

Ήταν ένας σπόρος που έπεσε στη ζωή μου και περίμενε υπομονετικά την κατάλληλη εποχή για να βλαστήσει. Γιατί όταν μου το χάρισε, δεν ήμουν έτοιμος να το δεχθώ όπως του άξιζε.

Εκείνη την περίοδο η μεγάλη μου αγάπη ήταν η φιλοσοφία. Είχα διαβάσει με πάθος τους αρχαίους φιλοσόφους, τους στωικούς, τους επικούρειους, αλλά και τους νεότερους μεγάλους στοχαστές. Από τον Μάρκο Αυρήλιο και τον Επίκουρο μέχρι τον Καντ, τον Νίτσε και άλλους εκπροσώπους της ανθρώπινης διανόησης, αναζητούσα απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης μέσα από τη δύναμη της σκέψης και του ορθού λόγου.

Η γνώση, η ανάλυση, η αμφισβήτηση και η φιλοσοφική αναζήτηση ήταν οι δρόμοι μέσα από τους οποίους προσπαθούσα να κατανοήσω τον κόσμο.

Μέσα σε αυτή την πορεία βέβαια δεν έλειψαν και οι έντονες συζητήσεις με τη μητέρα μου για θέματα πίστης, Εκκλησίας και θεολογίας. Συζητήσεις που πολλές φορές γίνονταν θυελλώδεις, καθώς εγώ προσπαθούσα να προσεγγίσω τα πάντα μέσα από τα εργαλεία της φιλοσοφίας, ενώ εκείνη κρατούσε με απλότητα και βαθιά εμπιστοσύνη την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τότε δυστυχώς δεν μπορούσα να καταλάβω ότι υπάρχουν ερωτήματα τα οποία ο άνθρωπος δεν τα προσεγγίζει μόνο με τη δύναμη του νου. Υπάρχουν δρόμοι που δεν ανοίγουν μόνο με τη σκέψη, αλλά με την αλλαγή της καρδιάς.

Έτσι κάποια στιγμή, αντί για μια ακόμη συζήτηση, η μητέρα μου μου έδωσε ένα βιβλίο.

Αυτό το βιβλίο. Στην αρχή, όμως, δεν του έδωσα τη σημασία που του άρμοζε. Διάβασα το οπισθόφυλλο και, μέσα στην αυτοπεποίθηση της νεανικής μου σκέψης, το θεώρησα υπερβολικά απλό μπροστά σε όλα εκείνα τα "μεγάλα φιλοσοφικά έργα" που είχα μελετήσει.

Το έβαλα στην άκρη.

Το άφησα σε μια γωνιά της βιβλιοθήκης μου.

Όμως κάποια βιβλία έχουν έναν παράξενο τρόπο να επιστρέφουν. Κάποια στιγμή, ψάχνοντας ένα άλλο βιβλίο, έπεσε μπροστά μου ξανά. Το σήκωσα και, ανοίγοντάς το τυχαία, το βλέμμα μου στάθηκε σε ένα απόσπασμα:

«Ο Θεός ζητά από τους πιστούς να παραιτούνται από το θέλημά τους και από κάθε προσκόλληση σ' αυτό, ώστε να υποτάσσονται ολοκληρωτικά στο θείο θέλημα. Ό,τι κάνει είναι για το καλό και για τη σωτηρία του ανθρώπου».

Δεν μπορώ να εξηγήσω πλήρως τι συνέβη εκείνη τη στιγμή. Ήταν σαν κάτι μέσα μου να σταμάτησε για λίγο και να άκουσε.

Συνέχισα να διαβάζω και όσο προχωρούσα στις σελίδες, τόσο ανακάλυπτα ότι πίσω από την απλότητα του λόγου υπήρχε ένα τεράστιο βάθος. Δεν ήταν ένα βιβλίο που προσπαθούσε να επιβληθεί στη σκέψη μου. Δεν ζητούσε να κερδίσει μια φιλοσοφική αντιπαράθεση.

Μιλούσε για κάτι διαφορετικό.

Για εμπειρία. Για βίωμα. Για μια γνώση που δεν αποκτάται μόνο με το μυαλό, αλλά με ολόκληρη την ύπαρξη.

Μέσα στις σελίδες του γνώρισα έναν άγνωστο προσκυνητή, έναν άνθρωπο που περιπλανιέται στους δρόμους της Ρωσίας με μια μοναδική δίψα να μάθει τι σημαίνει η αποστολική εντολή:

«ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε».

Πώς μπορεί ο άνθρωπος να προσεύχεται πάντοτε; Πώς μπορεί η προσευχή να πάψει να είναι μια απλή πράξη της ημέρας και να γίνει η ίδια η αναπνοή της ψυχής;

Η απάντηση έρχεται μέσα από την καθοδήγηση ενός γέροντα μοναχού και από τη σοφία των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, όπως αυτή διασώθηκε στη μεγάλη πνευματική κληρονομιά της Φιλοκαλίας των Νηπτικών.

Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη δύναμη αυτού του βιβλίου. Δεν μιλά απλώς για τον Θεό.

Μιλά για τη συνάντηση του ανθρώπου με τον Θεό.

Η περίφημη ευχή της καρδιάς,

«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»

δεν είναι απλώς μια φράση. Για την Ορθόδοξη πνευματική παράδοση είναι ένας ολόκληρος δρόμος. Είναι η κραυγή της καρδιάς που αναζητά την ένωση με τον Δημιουργό της, η προσευχή που πέρασε μέσα από αιώνες ασκητών, μοναχών και Αγίων. Η Φιλοκαλία, καρπός της σοφίας μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας και της εργασίας του Αγίου Μακαρίου Νοταρά και του σπουδαίου Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη που γιορτάζε πριν λίγες μέρες, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά θησαυροφυλάκια της Ορθοδοξίας.

Εκεί συναντά κανείς όχι θεωρίες, αλλά μαρτυρίες ανθρώπων που αγωνίστηκαν, πόνεσαν, προσευχήθηκαν και μεταμορφώθηκαν.

Γιατί τελικά υπάρχει μια μεγάλη διαφορά,

άλλο να γνωρίζει κάποιος πράγματα για τον Θεό και άλλο να γνωρίζει τον Θεό.

Το βιβλίο αυτό υπήρξε για μένα ακριβώς αυτή η γέφυρα. Από τη γνώση προς την εμπειρία.

Από τη σκέψη προς την καρδιά.

Από την αναζήτηση προς την επιστροφή.

Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω πως η μητέρα μου δεν μου χάρισε απλώς ένα βιβλίο.

Μου άφησε έναν δρόμο. Έναν δρόμο που ίσως τότε δεν μπορούσα να δω, αλλά που εκείνη, με την απλότητα της πίστης της, γνώριζε.

Κάθε φορά που ανοίγω αυτές τις σελίδες, δεν συναντώ μόνο έναν Ρώσο προσκυνητή του 19ου αιώνα, ούτε μόνο τη σοφία των Αγίων Πατέρων.

Συναντώ και εκείνη. Τη μορφή που μου έδωσε αυτό το βιβλίο. Τον άνθρωπο που πίστεψε πριν από μένα για μένα και ίσως τελικά αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ζωής ότι ορισμένα δώρα αποκαλύπτουν την πραγματική τους αξία όχι τη στιγμή που τα λαμβάνουμε, αλλά πολλά χρόνια αργότερα, όταν η ψυχή μας είναι πλέον έτοιμη να τα καταλάβει.

Οι «Περιπέτειες ενός Προσκυνητού» δεν είναι απλώς η ιστορία ενός ανθρώπου που αναζητά την αδιάλειπτη προσευχή. Είναι η ιστορία κάθε ανθρώπου που ψάχνει το νόημα και για μένα προσωπικά θα παραμείνει για πάντα, το αγαπημένο μου βιβλίο. Το βιβλίο που μου χάρισε η αγαπημένη μου μητέρα. Το βιβλίο που έγινε δρόμος επιστροφής.🕊️🌿 


17.7.26

Πότε ιδρύθηκε η Εκκλησία σου; Και μερικές σκέψεις μου για την Ορθοδοξία

Θα σας πω την προσωπική μου άποψη. Πολύ συχνά προκύπτουν ενστάσεις από μέρους μου όσον αφορά στις διάφορες εθιμοτυπίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην οποία ανήκω από τότε που γεννήθηκα, αφού γεννήθηκα μέσα σε ορθόδοξη οικογένεια και μεγάλωσα και ζω σε ορθόδοξη χώρα. Μερικά από αυτά, λοιπόν, που με ενοχλούν είναι τα εξής:

Με ενοχλεί πολύ που δεν δίνεται η δέουσα σημασία σε ολόκληρο το κείμενο της Αγίας Γραφής, αφού το συντριπτικό κομμάτι της Παλαιάς Διαθήκης, πλην των Ψαλμών και κάποιων εδαφίων από τον Ησαΐα και τη Γένεση, καθώς και ολόκληρη η Αποκάλυψη της Καινής, ούτε που αναφέρονται εντός Ορθοδοξίας, σα να μην υπάρχουν, σα να μη μας αφορούν ή μας ενδιαφέρουν. 

Με ενοχλεί το γεγονός ότι, παρόλο που οι ποιμένες μας ξέρουν ότι πολλά από αυτά που εφαρμόζονται στην εκκλησία σήμερα δεν συνάδουν με τον δρόμο του Κυρίου και την αλήθεια Του, ωστόσο επιλέγουν να μην προβαίνουν σε διορθώσεις, γιατί απλά "έτσι έχουν τα πράγματα τώρα". Που υπάρχουν, δυστυχώς, εντολές που δεν ακολουθούνται ή που αποσιωπούνται ή αλλοιώνονται, ακολουθώντας ατζέντες που δεν ξέρω, ούτε και θέλω να ξέρω, για ποιον λόγο ήρθαν εντός εκκλησίας και σε τι αποσκοπούν, όταν ο ίδιος ο Χριστός έχει τονίσει με έμφαση πως ούτε μία κεραία ή ένα γιώτα δεν πρέπει να προστεθεί ή αφαιρεθεί μέσα από το ιερό κείμενο, και όταν ο ίδιος μας έχει δώσει άπειρα παραδείγματα μέσα από τον Λόγο Του για το τι να περιμένουμε όταν καταπατώνται αυτές οι εντολές.

Με ενοχλεί επίσης που δεν υπάρχει καμία συμπάθεια στις μεταφράσεις στη νεοελληνική  από το πρωτότυπο, που είναι η ελληνιστική κοινή, αφού θεωρεί ότι βεβηλώνει την αυθεντικότητα του πρωτότυπου κειμένου. Μόνο που αυτό είναι υποκριτικό, αφού το πρωτότυπο της ελληνιστικής κοινής αφορούσε μόνο στην Καινή Διαθήκη. Στην Παλαιά Διαθήκη το πρωτότυπο ήταν γραμμένο στην εβραϊκή και την αραμαϊκή γλώσσα. Άρα, η ελληνιστική κοινή στην Παλαιά Διαθήκη είναι ήδη μετάφραση κάποιου άλλου πρωτοτύπου, το οποίο είχε προηγηθεί.  Θέλουμε, λοιπόν, τις μεταφράσεις ή δεν τις θέλουμε; Αποφασίστε. Γιατί ήδη η Αγία Γραφή έχει μεταφραστεί σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και όλοι δέχονται τα οφέλη του ιερού λόγου στη δική τους γλώσσα που κατανοούν και καταλαβαίνουν και χαίρονται χωρίς καμία διαμαρτυρία από κανέναν. Αν θεωρείτε ότι η νέα ελληνική απόδοση μόνο κακό κάνει, φανταστείτε με να σας ψέλνω τη σημερινή μου ανάρτηση στην ελληνιστική κοινή σε ήχο Δ' πλάγιο, και ελάτε μετά να μου πείτε τι καταλάβατε από το όλο κείμενο.

Δεν μπορώ να ξέρω για ποιον λόγο δεν έρχονται τα αρχαία κείμενα, ψαλμωδίες και προσευχές σε λόγο σύγχρονο εδώ στην Ελλάδα, ώστε να μπορούν να βρίσκουν πρόσβαση στον σύγχρονο άνθρωπο, να μπορεί να κατανοεί τα όσα συμβαίνουν εντός εκκλησίας, αλλά και όταν βρίσκεται μόνος του στο σπίτι του. Και, όταν έρχεται η ώρα της μελέτης της προσωπικής, τότε να έχει τη δυνατότητα από μόνος του να επικαλείται το πρωτότυπο για μεγαλύτερη εμβάθυνση της πληροφορίας αν το επιθυμεί, σε ένα πιο ακαδημαϊκό επίπεδο. Όπως γίνεται παντού.

Με ενοχλεί ηθικά που υπάρχει τόσο μένος απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη εκκλησία, δόγμα ή ανθρώπους πέραν της Ορθοδοξίας, τους οποίους τους έχει αφορίσει οριζόντια όλους, ασχέτου περιεχομένου ή χριστιανικού τρόπου ζωής και σύμπνοιας με την διδασκαλία του Χριστού, υποστηρίζοντας de facto ότι "δεν θα σωθεί κανένας, πλην των Ορθοδόξων". Εκπρόσωπος της εκκλησίας το είπε αυτό. Αυτό το συχνά φανατισμένο μίσος, το μένος και η χλεύη που βλέπω να εκδηλώνονται απέναντι σε κάθε τι που δεν είναι τυπικώς ορθόδοξο, αφορίζοντάς τα ασυζητητί, όταν η πίστη μας πρεσβεύει, ή θα έπρεπε να πρεσβεύει, αγάπη μόνο.

Με ενοχλεί που όλη η Θεία Λειτουργία είναι αφιερωμένη σχεδόν εξ' ολοκλήρου σε ψαλμωδίες, όταν το κήρυγμα που είναι η ανάλυση του Λόγου του Θεού και η εφαρμογή του στις ζωές μας, περιορίζεται σε δέκα το πολύ λεπτά, σε πλείστες δε εκκλησίες, εξαλείφεται παντελώς από το πρόγραμμα. 

Με ενοχλεί που ο απλός ορθόδοξος κόσμος δεν έχει γνώση Θεού, δεν είναι κατηχημένος, δεν μελετάει την Αγία Γραφή, ούτε και την εφαρμόζει, και πώς να το κάνει, άλλωστε. Αντίθετα, οτιδήποτε το εθιμοτυπικό, ό,τι έχει να κάνει με τελετουργικά και παραδόσεις, όλα αυτά βεβαίως και τα τηρεί με άκρα πιστότητα μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας. 

Με ενοχλεί που θεοποιούνται σε τόσο υπερβολικό σημείο και λατρεύονται σε τόσο ύψιστο βαθμό οι άγιοί μας, που έχουν πρακτικά μονοπωλήσει την πίστη μέσα στις συνειδήσεις των πιστών καθολικά και σε καθημερινή βάση, χωρίς να γίνεται το αντίστοιχο και με την ίδια ένταση με τον ιδρυτή της εκκλησίας, που είναι ο Χριστός, που Τον έχουμε αφήσει σε μιαν άκρη για δυο-τρεις φορές τον χρόνο. Όταν ο ίδιος ο Κύριος έχει δώσει σαφή εντολή "Μόνο τον Κύριό το Θεό σου θα προσκυνάς και μόνο αυτόν θα λατρεύεις." (Κατά Ματθαίον, κεφ. 4: 10). Τι λέει εδώ μέσα, στον Λόγο του Θεού; Λέει: "Μόνο". Και τι άλλο μας λεέι κάπου αλλού; "Και να αγαπάς τον Κύριο το Θεό σου μ' όλη την καρδιά σου, μ' όλη την ψυχή σου, μ' όλο το νου σου και μ' όλη τη δύναμή σου." (Κατά Μάρκον, κεφ. 12: 30). Μάλιστα. Αυτό λέει. Αυτό κάνουμε κι εμείς; Δε νομίζω.

Με ενοχλεί που οι ιερείς το έχουν παρακάνει με τη χλιδή και τα χρυσοποίκιλτα ενδύματά τους, με την πολυτελή ζωή τους, που καμία σχέση δεν έχει με τον ταπεινό τρόπο ζωής και εμφάνισης που έχει διδάξει ο Χριστός μέσα από το παράδειγμά Του και τη διδασκαλία Του. Όπως με ενοχλεί που η ηγεσία της Εκκλησίας, ο αρχηγός της, ο αρχιεπίσκοπος, είναι σταθερά απών από κάθε κοινωνικό, πολιτικό, διεθνές κτλ. γεγονός που κλονίζει την αντοχή και την πίστη μας. Καμία λέξη, καμία νουθεσία, καμία παρηγορία, καμία ενθάρρυνση ή κατεύθυνση, καμία ένδειξη γενναιότητας, κανένας παραδειγματισμός από μέρους του. Για μένα είναι σα να μην υπάρχει, σα να έχει παρατήσει το ποίμνιο χωρίς ποιμένα, κι αυτό είναι απαράδεκτο, θλιβερό, προδοτικό, μη αποδεκτό.

Δεν είναι μόνο αυτά που με ενοχλούν, κάθε φορά προκύπτουν και άλλα και άλλα. Και στενοχωριέμαι και εκνευρίζομαι, όταν βλέπω άλλες πλευρές από άλλες οπτικές γωνίες, που ενώ έχουν κρατήσει το δόγμα σταθερό, πόσο όμορφα έχουν προχωρήσει σε αυτή την ένωση του χθες με το σήμερα και πόσο οι σύγχρονοι της δικής τους εκκλησίας ζουν αυτή τη σύνδεση μέσα στην καθημερινότητά τους με μεγάλη ζέση και διάθεση να τα εφαρμόσουν όλα αυτά με τον πιο ζεστό και δημιουργικό τρόπο, χωρίς να μισούν ή να αφορίζουν κανέναν, γιατί απλά, δεν ασχολούνται. Αυτό που τους αφορά είναι ο Χριστός. Ψάχνουν τρόπους ο Χριστός να γίνει μέρος του εαυτού τους, της οικογένειάς τους, του σπιτιού τους, της κοινότητάς τους, της σχέσης τους με τον κόσμο, πώς να κατανοήσουν όλα όσα είπε και δίδαξε μέσα στο πετσί τους, ώστε ο Λόγος να χαραχτεί πάνω στην καρδιά τους και να μείνει εκεί για πάντα. 

Ψάχνουν και ψάχνονται. Εμείς, οι ορθόδοξοι, δεν το κάνουμε αυτό, είμαστε καθηλωμένοι. Γιατί, από όσο καταλαβαίνω προσωπικά, δείχνουν να έχουν κλείσει για τους όποιους δικούς τους λόγους την πρόσβαση σε κάθε τι που θα μπορούσε να ανανεώσει το τέλμα μιας αέναα επαναλαμβανόμενης κατάστασης που δεν ανελκύει τον άνθρωπο, μόνο τον κρατάει στάσιμο σε μια εμβρυακή κατάσταση, που δεν ξέρω ποιους βολεύει και τι εξυπηρετεί. Δεν το κάνουν, κι αυτό βαλτώνει, νομίζω, λίγο τα πράγματα, έως πολύ, κυρίως, την όλη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τον Θεό σε ένα πιο άμεσο, πιο βαθύ και πιο πολυδιάστατο επίπεδο θείας κατανόησης, θείας (επι-) κοινωνίας και θείας ελευθερίας ως δώρο και καρπός εκ του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος προς όλους τους πιστούς που τα ζητούν. Ζητείστε και θα λάβετε είναι η εντολή, που είναι και υπόσχεση, και είναι και εκπλήρωση. Δώρα που, όμως, δεν τα λαβαίνουμε, γιατί, απλά, δεν τα ζητούμε, ώστε να τα γευτούμε και να τα ζήσουμε.

Ωστόσο, παραμένω Ορθόδοξη, γιατί ξέρω ποιος είναι ο ιδρυτής της, που δεν είναι άλλος ένας άνθρωπος που σκέφτηκε να αλλάξει κάτι. Θα ήθελα όμως να το έκανε η ίδια, εκ των έσω, όπως το έκανε και ο Χριστός όταν είδε τα κακώς κείμενα να αλλοιώνουν την Εκκλησία Του. Και όλα τα εθιμοτυπικά και τις παραδόσεις που προστέθηκαν μέσα στην Ορθοδοξία μέσα στο διάβα των αιώνων, απλά θα ήθελα λίγο λίγο να αρχίσει να τα αποβάλει, κρατώντας την έτσι όπως ήταν τότε, στα χρόνια των πρώτων Αποστόλων, απλή, ανόθευτη, ενθουσιώδη, και προσηλωμένη στον Λόγο του Θεού, ο οποίος ήταν κατανοητός γιατί απλά ήταν γραμμένος στη γλώσσα που μιλούσε ο απλός λαός και μπορούσε να την καταλάβει. 

Γιατί και ο ίδιος ο Χριστός τα είχε βάλει με αυτές τις παραδόσεις που είχαν αλλοιώσει τη διδασκαλία, είχε αναποδογυρίσει τραπέζια για αυτό το θέμα. Όπως τα είχε βάλει και με τους επίσημους της τότε Εκκλησίας, που είχε καθηλωθεί κι εκείνη μέσα στην ακαμψία της, όπως συμβαίνει και με εμάς σήμερα. Και θα έπρεπε να αρχίσουμε να αφήνουμε Εκείνον να οδηγεί το καράβι της Ορθοδοξίας, όχι τις παραδόσεις, όχι τους αγίους, όχι τους ιερείς, όχι τις Συνόδους και τους επισκόπους και αρχιεπισκόπους, απλά τον Χριστό, φτάνει να τον αφήσουμε να κατοικήσει μέσα στην καρδιά μας και να μας δείξει τον Δρόμο προς την Αλήθεια και προς τη Ζωή.  

Θέλω να είμαι Ορθόδοξη, είμαι Ορθόδοξη, αγαπώ την Ορθοδοξία, την πρώτη Εκκλησία που προηγήθηκε όλων των άλλων. Σε αυτήν γεννήθηκα, σε αυτήν γαλουχήθηκα. Όμως αγαπώ τον Χριστό περισσότερο, όταν αυτά τα δύο δεν συμβαδίζουν. Κι όταν βλέπω την Εκκλησία μου να βάζει άλλα πράγματα πάνω από τον Χριστό και τον Θείο Λόγο Του, όταν ξεφεύγει της πορείας της, όπως της δόθηκε από τον Χριστό, τότε υπάρχει θέμα. Και θα κάνω τις ενστάσεις μου στους ανθρώπους της Εκκλησίας μου, και θα ενοχληθούν. Ίσως κάποιοι να με χαρακτηρίσουν και αιρετική. Δεν με απασχολεί, γιατί ξέρω ποιον Θεό υπηρετώ. 

Ο Χριστός είναι Εκείνος που μας έχει διδάξει να ερευνούμε τα πνεύματα, να μελετούμε τας Γραφάς, να κηρύττουμε τις επαγγελίες Του, να μοιραζόμαστε τη χαρά Του, την ελπίδα Του, την ομορφιά του χαρακτήρα Του, τη λεβεντιά Του, την ντομπροσύνη Του, την δικαιοσύνη Του και την αγάπη Του και αυτό κάνω. Γιατί για μένα, αυτά που με έχει διδάξει ο Κύριος και μου τα δείχνει καθημερινά, κάθε φορά που βλέπω μια πάγια κατάσταση να συγκρούεται με τα λόγια του Θεού, δεν μπορώ να το δεχτώ. Γιατί αν το δεχτώ, προδίδω την πίστη μου σ' Εκείνον, παύω να είμαι χριστιανή, κι αυτό, είναι κάτι που δεν το θέλουμε.  

Θέλω να μπορώ να λατρεύω τον Κύριο και Θεό μου στην γλώσσα που καταλαβαίνω. Θέλω να στρέφομαι και πέρα από τους αγίους για να αντλήσω γνώση ή έμπνευση ή ενθουσιασμό, που θα με ωθήσουν να Τον αγαπώ ακόμα περισσότερο. Θέλω να μπορώ να σημειώνω πάνω στην Αγία Γραφή μου και αυτό να μη θεωρείται βέβηλο, να την έχω μαζί μου παντού, να τη βλέπω να γίνεται πιο προσωπική, σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου και της πορείας μου προς την πίστη και τη γνώση και τη σοφία του Κυρίου και όχι να την κρατάω κλειστή και σκονισμένη ψηλά στο εικονοστάσι του σπιτιού μου, απλά για να λέω ότι υπάρχει. 

Θέλω να ενθουσιάζομαι με την Εκκλησία μου, να ανυπομονώ να βρίσκομαι εκεί, να λαχταράω να συναντώ ανθρώπους που έχουν την ίδια λαχτάρα για τον Χριστό που έχω κι εγώ. Θέλω να νιώθω τον Χριστό μέσα σε κάθε μέλος της εκκλησίας μου, στα λόγια τους, τα έργα τους, το πώς συμπεριφέρονται μέσα και έξω από την εκκλησία, το πώς ντύνονται έτσι ώστε να εκφράζουν αυτό τον φόβο Κυρίου με την παρουσία τους, το πώς εκπέμπουν αγάπη για τον διπλανό τους, αγάπη Θεού. Θέλω όλα αυτά να τα βλέπω μέσα στην Εκκλησία μου, να βιώνω Χριστό παντού εκεί μέσα, σε κάθε στασίδι, αναλόγιο, εικόνα, κερί, θυμιατό, σταυρό. 

Για την ώρα αυτό δεν το αισθάνομαι να συμβαίνει, πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις. Αυτό όμως που μπορώ να κάνω είναι να προσπαθώ σε ατομικό επίπεδο και στο μέτρο που μπορώ να φέρνω την πίστη του Θεού πιο κοντά στους ανθρώπους με έναν τρόπο πιο ανεπίσημο και πιο οικείο, πέρα από τις ξύλινες ψαλμωδίες και τα ακατάλυπτα αναγνώσματα. Τα φέρνω εδώ, μέσα από αυτή την ιντερνετική γωνιά, για να μοιράσω αυτή την προσέγγιση σε κάποιον εκεί έξω που ίσως έχει ανάγκη να ζήσει την πίστη του λίγο λιγότερο άκαμπτα, λιγότερο τελετουργικά, αλλά να μπει μέσα σε αυτό το συναρπαστικό ταξίδι, να αρχίσει να γνωρίζει τον Θεό, που δεν βρίσκεται σε ένα απροσδιόριστο υπερπέραν, αλλά ακριβώς εδώ, σε αυτό το δωμάτιο, δίπλα του, εγκάρδιο, τρυφερό, ανταποκρίσιμο, περιμένοντάς τον με μια απέραντη αγάπη να Τον γνωρίσει, να συμφιλιωθεί μαζί Του, να Τον μάθει, και με Εκείνον αρωγό, να του αποκαλύψει με τη σειρά Του τα μεγάλα και θαυμαστά αυτής του της επιλογής αιώνιας ζωής και πίστης.

Εύχομαι καλό σαββατοκύριακο σε όλους!

Με αγάπη,

Εύα 💗


----  η φωτό από το διαδίκτυο.

5.7.26

Άγιοι της γειτονιάς μας



Ζουν ανάμεσά μας και είναι πολύ σημαντικό να τους βρω.

Μπορώ να ψάξω στην εκκλησία: ή την Κυριακή, αν ξυπνήσω και πάω στη λειτουργία (ίσως να πηγαίνω, αλλά με ανοιχτά ή κλειστά τα μάτια;), ή το Σάββατο το απόγευμα στον εσπερινό (μια μικρή τελετή που προετοιμάζει για την κυριακάτικη λειτουργία) ή τη μέρα που οι πιο πολλές ενορίες κάνουν κάποια απογευματινή συνάντηση με ομιλία ή συζήτηση για θέματα πνευματικά ή και κοινωνικά κ.τ.λ. (ρώτα τον παπά της ενορίας σου). 

"Ενορία" σημαίνει η εκκλησία που λειτουργεί κάθε Κυριακή κοντά στο δρόμο όπου μένεις, στην οποία "ανήκει" το σπίτι σου, εσύ με την οικογένειά σου και όλη η περιοχή σας. Όλοι εσείς, που ζείτε εκεί, είστε μια "ενορία", είστε δηλαδή "ενορίτες", μια πνευματική ένωση.

Εκεί θα δω μερικούς ανθρώπους, ελάχιστους, που το πρόσωπό τους φανερώνει την καθαρότητα και την απλότητα της καρδιάς τους, την ταπεινή ψυχή τους, την αγάπη τους. Μπορεί βέβαια να έχουν κι αυτοί ελαττώματα ή και να κάνω λάθος και να περάσω για τέτοιον κάποιον υποκριτή (δεν έχω πείρα σε τέτοιες αναζητήσεις). Πάντως εκεί είναι - μάλλον θα είναι κάποιας ηλικίας (όχι οπωσδήποτε) και πιθανότερο να είναι γυναίκες, αν και υπάρχουν και άντρες.

Αυτοί έχουν το Χριστό μέσα τους σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ' όσο εγώ. Είναι τα πρότυπά μου. Μπορεί να είναι μορφωμένοι ή αγράμματοι, επιστήμονες ή χαμάληδες... Πάντως είναι εκείνοι που, βλέποντάς τους, θα καταλάβω γιατί η ζωή μου -ή η κοινωνία- πάει χάλια και πώς θα γλιτώσω απ' αυτά τα χάλια και θα πλησιάσω το Χριστό, που γιατρεύει τα πάντα.

Αλλά πρέπει να ψάξω, κάνοντας το σταυρό μου και μια ταπεινή προσευχή (για να μου κάνει δώρο ο Θεός το να βρω έναν απ' αυτούς) και μάλλον καλύτερα ν' αρχίσω σήμερα, ή έστω την ερχόμενη Κυριακή.


22.6.26

Μικρή απόδραση στη Νάξο

Ένα ταξιδάκι εξπρές μέχρι τη Νάξο και πίσω έφτασε για να αλλάξει το σκηνικό και τη διάθεση, και να ξαναγεμίσουν οι μπαταρίες. 

Στιγμιότυπο από την πειραϊκή ακτογραμμή, καθώς το πλοίο απομακρυνόταν αργόσυρτα από το λιμάνι νωρίς το πρωί. Οι λήψεις είναι μέσα από το τζάμι του πλοίου.



Ένα πολύωρο ταξίδι με πλοίο επιβάλλει και τον απαραίτητο αντιπερισπασμό για να περνάει η ώρα πιο δημιουργικά. Για μένα, Άγκαθα Κρίστι και Ηρακλής Πουαρό είναι πάντα μια πολλή ταιριαστή επιλογή.


Το πιο ωραίο καλωσόρισμα στο νησί, με την Πορτάρα να κυριαρχεί αγέρωχη και διαχρονική στο κυκλαδίτικο τοπίο. Η θολούρα στο τζάμι του πλοίου πρόσθεσε κάτι το φευγαλέο και ονειρικό στο αποτέλεσμα της λήψης.


Ο τουρισμός ξεκίνησε πολύ δυναμικά αυτό το καλοκαίρι στο νησί, με τον κόσμο να συνωστίζεται ασφυκτικά μέσα στα στενά του Κάστρου και της Χώρας, στα ορεινά χωριά, αλλά και στις καταγάλανες ακρογιαλιές του.


Εδώ φωτογραφίες από καφετέρια όπου σταματήσαμε να πιούμε το πρωινό μας καφεδάκι, πριν κάνουμε τα απαραίτητα ψώνια για το σπίτι. 


Και κάτι σε χρώμα πύρινο πορτοκαλί. Τουρίστες κατακλύζουν κάθε γειτονιά και στεαστό, ό,που και να κοιτάξεις. Κι ακόμα δεν έχει μπει καλά-καλά το καλοκαίρι.


Η Μητρόπολη του νησιού με την γνώριμη κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική φωταγωγημένη σα λαμπερό αστέρι μέσα σε σκοτεινό ουρανό.


Απορροφημένοι από τα κοινωνικά δίκτυα που τείνουν να εξαφανίσουν τις αληθινές ανθρώπινες σχέσεις. Το εν λόγω ζευγάρι ήρθε από Γαλλία με σκοπό να ζήσει από κοντά το κυκλαδικό όνειρο. Παιδιά, η θάλασσα είναι από την άλλη μεριά!


Αμέτρητες φιγούρες επισκεπτών διαγράφονται στον βράχο της Πορτάρας (τα λεγόμενα Παλάτια ή νησάκι του Βάκχου, κατά τους ντόπιους), λίγο πριν ο ήλιος δύσει νωχελικά μέσα στο υδάτινο στοιχείο.


Ήταν ένα ταξίδι εξπρές, κυρίως γιατί έπρεπε να γίνουν πράγματα που δεν μπορούσαν να περιμένουν. Μαζί με τις υποχρεώσεις όμως, προλάβαμε να πάρουμε λίγο αέρα Νάξου, να ευχαριστηθούμε τη φρεσκάδα του νησιού, το σπίτι μας που είχαμε έναν καιρό να το δούμε, να απαντηθούμε με πρόσωπα οικεία και αγαπημένα.


Φύγαμε με την υπόσχεση ότι πολύ σύντομα θα ξαναβρεθούμε εκεί, όχι για δουλειές αυτή τη φορά, αλλά για να ζήσουμε το αγαπημένο νησί λίγο περισσότερο, να το ευχαριστηθούμε πιο πολύ, την ομορφιά του, τις απαλές στιγμές που μας χαρίζει κάθε φορά, χωρίς άγχος και χωρίς υποχρεώσεις.


Φωτογραφία τραβηγμένη από τον σύζυγο την ώρα που ήμουν προσηλωμένη στην εξιχνίαση του μυστηρίου, έτσι όπως εξελισσόταν μέσα από την συναρπαστική πένα της αγαπημένης συγγραφέα.

Κάθε μας ταξίδι στη Νάξο μας αφήνει με την αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός όταν βρίσκεσαι εκεί. Ίσως επειδή υπάρχει αυτή η έντονη πεποίθηση ότι ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα, ότι πετάει σαν πουλί πάνω στα κύματα του Αιγαίου και μας ξεφεύγει ολοένα. Ίσως για να αδημονούμε ακόμα πιο πολύ για την επιστροφή μας μέχρι την επόμενη φορά που θα βρεθούμε εκεί. Μέχρι την επόμενη φορά, λοιπόν!

Με αγάπη,

Εύα 💗


7.6.26

Κυριακή των Αγίων Πάντων

 

Κυριακή των Αγίων Πάντων σήμερα. Γιορτάζουν εκείνοι που πέρασαν από τον κόσμο δίχως να αφήσουν το όνομά τους χαραγμένο σε μάρμαρα, παρά μόνο στις χούφτες του Θεού. Οι ασκητές των βράχων, οι μάρτυρες της διπλανής πόρτας, οι μάνες που νύχτωσαν πάνω από ένα άρρωστο παιδί ψιθυρίζοντας μια προσευχή, οι ταπεινοί που μοιράστηκαν το τελευταίο τους ψωμί στο σκοτάδι.

Αν κλείσεις τα μάτια, μπορείς να ακούσεις το ποδοβολητό τους. Είναι το «νέφος των μαρτύρων», ένας αόρατος χορός που μας περιβάλλει. Δεν στέκονται μακριά, σε απρόσιτα βάθρα. Σκύβουν πάνω από την κούρασή μας, πιάνουν το χέρι μας στις ανηφόρες, μας θυμίζουν πως ο ουρανός δεν είναι ένα άδειο υπερπέραν, αλλά ένα σπίτι γεμάτο αδέλφια.

Οι Άγιοι Πάντες είναι η απόδειξη πως ο άνθρωπος πλάστηκε για να λάμπει. Μας κοιτάζουν μέσα από τα εικονίσματα με μάτια γεμάτα κατανόηση και μας ψιθυρίζουν: «Μην φοβάσαι την αδυναμία σου. Κι εμείς από χώμα ήμασταν. Απλώς αφήσαμε το Φως να περάσει από τις ρωγμές μας».

----  Κείμενο αλλιευμένο από το διαδίκτυο, αγνώστου.

----  Φωτογραφία από εδώ.