Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3.4.26

οι φίλοι και οι σκύλοι


Οι φίλοι μου.

Οι σκύλοι μου.

---  Από το ποίημα της Γλυκερίας Μπασδέκη "Οι φίλοι και οι σκύλοι", μπορείτε να το διαβάσετε όλο εδώ.

Με αγάπη,

Εύα 💗

17.1.22

Τόνγκα, ποίηση και Αλέκος Φασιανός


Ένα θηρίο βρυχάται ακόμη 

μες στης αβύσσου τους σκοτεινούς ωκεανούς 

αρματωμένο κι έτοιμο

από καιρούς αλήσμονους και βάθη ξεχασμένα 

πίσω στον κόσμο των γιορτών της πλάσης και των ζώντων 

να κατακτήσει απαιτεί με βιάση αδικημένη με βία ανεκτική και με οργή 

τα πρωτοτόκια που από πάντα δικαιούταν 

σαν από χρόνια και αιώνες αθέμιτα αρπαγμένα

τη θέση την κυρίαρχη την πρώτη 

την προσωπική 

για μια στερνή αμετάκλητη φορά

πάνω στο θυσιαστήριο της ερημώσεως.


~ Εύα


*****

----  φωτό από εδώ.


*****

"Πολλές φορές έκλαιγα, κρυφά, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω τι είναι ζωγραφική." 

~ Αλέκος Φασιανός

       ~ Αλέκος Φασιανός, χθες έφυγε ένας ακόμη μεγάλος Έλληνας ζωγράφος.


*****

 ---- φωτό από εδώ.


*****

Τόνγκα και Αλέκος Φασιανός, τα δύο μεγάλα γεγονότα της ημέρας. Το πρώτο, ένα γεωλογικό θαύμα της  φύσης. Το δεύτερο, ένα εικαστικό θαύμα της ανθρώπινης φύσης.  Και τα δύο ήρθαν για να αλλάξουν τον κόσμο. 

Και τον άλλαξαν. 

Αντίο, κ. Φασιανέ.


Με αγάπη,

Εύα 💗


17.9.21

7ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών

 


"Πώς γράφω; Δεν ξέρω κι εγώ πώς γράφω. Απλώς, γράφω γιατί δεν μπορώ να μη γράφω."

~ Γιάννης Ρίτσος

Με αγάπη,

Εύα 💗


******

----  φωτό και πληροφορίες προγράμματος θα τα βρείτε εδώ


19.8.21

Η σιωπή του φετινού καλοκαιριού

Ένα καλοκαίρι που δύσκολα θα ξεχάσει κανείς 

ποτέ στη ζωή του

φωτιά

κάρβουνο

απώλεια

και δάκρυ βουβό που κολλά 

χωρίς να κυλά

στην πίσω πλευρά του μάγουλου

στην άλλη όψη της ζωής

σαν το ρετσίνι που μόλις έσκασε

πάνω στην πληγωμένη χαρακιά 

ενός ακόμη 

αμάραντου πεύκου

που δεν θα ξαναδώ ποτέ.

Ένας τόπος

ένας κόσμος

μια πληγή

και κάπου εκεί ανάμεσα

ένα ίχνος στο ζοφερό σκοτάδι

από ελπίδα

δυο ξωκκλήσια αλώβητα

φρεσκοασβεστωμένα 

λες και βαφτήκαν μόλις χτες

αναμεσίς στις φλόγες.

Να,

κι άλλο ένα λίγο πιο πέρα

κι ένα μοναστήρι

ανέγγιχτο απ' το κακό

με την καμπάνα να χτυπά

εμβατήρια νίκης

μες στην κοιλάδα του θανάτου.

Θεός και άγιοι όλοι εδώ

και μια ανάσα πιο κάτω

άνθρωποι απλοί, 

χαροκαμένοι

και ηρωικοί

βαστούν γερά

πάνω στα δυο τους πόδια

σ' αυτή τη μάνα γη, 

Εύβοια, Μάνη, Αττική, 

Μεσσήνη, Αρκαδία,

τη μαύρη

την πυρπολημένη.

Αναμμένοι  λύχνοι 

που μετά βίας μπορείς να διακρίνεις

μες στην πηχτή ομίχλη

το τράνταγμα

και το σκοτάδι

που ολοένα πυκνώνει

ολοένα σιμώνει

θέρος το θέρος

σιωπή τη σιωπή

ολοένα περισσότερο..



Με αγάπη,

Εύα 💗

7.8.21

Η κατάρα του πεύκου

 Εύβοιά μου, μην κλαις...


«Γιάννη, γιατί ἔκοψες τὸν πεῦκο;
Γιατί; Γιατί;»
Ἀγέρας θὰ ’ναι, λέει ὁ Γιάννης
καὶ περπατεῖ.

Ἀνάβει ἡ πέτρα, τὸ λιβάδι
βγάνει φωτιά.
Νὰ ’βρισκε ὁ Γιάννης μία βρυσοῦλα,
μία ρεματιά!

Μὲς τὸ λιοπύρι, μὲς στὸν κάμπο
νὰ ἕνα δεντρί...
Ξαπλώθη ὁ Γιάννης ἀποκάτου,
δροσιὰ νὰ βρεῖ.

Τὸ δέντρο παίρνει τὰ κλαριά του
καὶ περπατεῖ!
Δὲν θ΄ ἀνασάνω, λέει ὁ Γιάννης,
γιατί, γιατί;

«Γιάννη, ποῦ κίνησες νὰ φτάσεις;»
«Στὰ δύο χωριά.»
«Κι ἀκόμα βρίσκεσαι δῶ κάτου;
Πολὺ μακριά!»

«Ἐγὼ πηγαίνω, ὅλο πηγαίνω.
Τί ἔφταιξα ἐγώ;
Σκιάζεται ὁ λόγκος καὶ μὲ φεύγει,
γι' αὐτὸ εἶμαι δῶ.

Πότε ξεκίνησα; Εἶναι μέρες...
γιὰ δύο, γιὰ τρεῖς...
Ὁ νοῦς μου σήμερα δὲ ξέρω,
τ' εἶναι βαρύς».

«Νὰ μία βρυσοῦλα, πιε νεράκι
νὰ δροσιστεῖς».
Σκύβει νὰ πιεῖ νερὸ στὴ βρύση,
στερεύει εὐθύς.

Οἱ μέρες πέρασαν κι οἱ μῆνες,
φεύγει ὁ καιρός,
Στὸν ἴδιο τόπο εἲν' ὁ Γιάννης,
κι ἂς τρέχει ἐμπρός...

Νὰ τὸ χινόπωρο, νὰ οἱ μπόρες,
μὰ ποῦ κλαρί;
Χτυπιέται ὀρθὸς μὲ τὸ χαλάζι,
μὲ τὴ βροχή.

«Γιάννη, γιατί ἔσφαξες τὸ δέντρο,
τὸ σπλαχνικό,
ποῦ 'ριχνεν ἴσκιο στὸ κοπάδι
καὶ στὸ βοσκό;»

Ὁ πεῦκος μίλαε στὸν ἀέρα
- τ' ἀκοῦς, τ' ἀκοῦς;-
καὶ τραγουδοῦσε σὰ φλογέρα
στοὺς μπιστικούς.

«Φρύγανο καὶ κλαρὶ τοῦ πῆρες
καὶ τὶς δροσιὲς
Καὶ τὸ ρετσίνι του ποτάμι
ἂπ΄ τὶς πληγές.

Σακάτης ἤτανε κι ὁλόρθος,
ὡς τὴ χρονιά,
Πού τὸν ἐγκρέμισες γιὰ ξύλα,
Γιάννη φονιά!»

«Τὴ χάρη σου ἐρημοκλησάκι,
τὴν προσκυνῶ,
Βόηθα νὰ φτάσω κάποιαν ὥρα
καὶ νὰ σταθῶ...

Ἡ μάνα μου θὰ περιμένει
κι ἔχω βοσκή...
Κι εἶχα καὶ τρύγο... Τί ὥρα νάναι
καὶ τί ἐποχή;

Ξεκίνησα τὸ καλοκαῖρι
-νὰ στοχαστεῖς-
Κι ἦρθε καὶ μ' ἧβρε ὁ χειμῶνας
μεσοστρατίς.

Πάλι Ἁλωνάρης καὶ λιοπύρι!
Πότε ἦρθε; Πῶς;
Ἅγιε, σταμάτησε τὸ λόγκο,
ποῦ τρέχει ἐμπρός.

Ἅγιε, τὸ δρόμο δὲν τὸν βγάνω
-μὲ τί καρδιά;-
Θέλω νὰ πέσω νὰ πεθάνω,
ἐδῶ κοντά.»

Πέφτει σὰ δέντρο ἂπ΄ τὸ πελέκι...
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε τὸ δάσος,
πολὺ μακριά.

Ἐκεῖ τριγύρω οὔτε χορτάρι,
φωνὴ καμιά.
Στ΄ ἀγκάθια πέθανε, στὸν κάμπο,
στὴν ἐρημιά.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940)

(πηγές από εδώ και εδώ.)

29.10.19

Η σιωπή των τσαρουχιών

  1. ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, «ΕΛΛΑΔΑ»
(Οχτώβρης 1940)

Ακέρια η γης εσείστηκε κι εβρόντηξε όλη η πλάση –
μια φούχτα άνθρωποι ανίσκιωτοι, μες σε μια φούχτα τόπο,
κάτι σπασμένα μάρμαρα, κάτι φαρδιά πλατάνια,
μόνο μπαρούτι τους το φως και σκάγια τους οι ελιές τους
και δίπλα τους η Παναγιά, κι η Λευτεριά μπροστά τους
να φέγγει απ’ το βαθύ καημό κι απ’ τα πορτοκαλάνθια.

Κι εκεί, στου δρόμου το σταυρό, στο μυστικό δαφνώνα,
να οι Θερμοπύλες έτοιμες, να και το Εικοσιένα,
όρθια τ’ αλέτρια κι οι πηγές, όρθιοι κι οι αποθαμένοι,
η Ελλάδα η μυριοπίκραντη με τα γαλάζια μάτια,
μ’ ένα σταμνί στην κεφαλή, μ’ ένα σπαθί στο χέρι,
κι απάνου στο χωμάτινο σπασμένο κεραμίδι
δυο καρβουνάκια κόκκινα κι ένα κουκκί λιβάνι,
η φλόγα της καλής αντρειάς, του δίκιου ο δυναμίτης –
κι ακέρια η γης εβρόντηξε κι ο κόσμος εφωτίστη.
***

Σήμερα διάβασα ότι ο ήχος που παράγεται από το σύρσιμο των τσαρουχιών όταν εφάπτουν στη γη κατά τη διάρκεια του βηματισμού στην παρέλαση είναι το μήνυμα που στέλνουν οι ζωντανοί στους νεκρούς πεσόντες που τους λένε ότι είμαστε εδώ, διάδοχοι και συνεχιστές σας και ότι ο αγώνας συνεχίζεται.


 ---
* Το ποίημα του Ρίτσου το βρήκα εδώ.

** Η φωτό είναι από εδώ, επεξεργασμένη ελαφρώς από την γράφουσα.


7.5.17

Μέρες Μαγιού στη Νάξο

Αν είναι ύλη αυτό που βλέπεις 
ή πνεύμα 
λίγο έχει σημασία, αφού και τα δύο, 
όπως λέει και ο ποιητής, 
στη Νάξο, 
κυρίως την ορεινή, 
στην καρδιά της, 
φτάνουν στο ουσιώδες.
Δαμαριώνας, Αγιασσός, Χώρα
τόσες εικόνες, 
πες μου, 
τόσο φως, 
ένα ζευγάρι μάτια πώς να τα χωρέσει;



Φωτογραφική μηχανή: Canon D70

Καλή περιήγηση!

Εύα 💗

4.12.14

Φωτογραφίες σε άσπρο-μαύρο: Ημέρα 4η


Άρχισε μια σιγανή βροχή προς αργά το βράδυ.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό - σου είναι αδιάφορο -
Μια εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα
- Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα -
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ' αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ' ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ' το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι
Τόσο π' αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.

Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.
Μια κίτρινη παλαιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

Μ.Α.

*

Η ξαφνική χτεσινοβραδινή νεροποντή ήταν το έναυσμα για τη σημερινή μου φωτογραφική συμμετοχή. Μια βόλτα στο κοντινό άλσος, μια φύση ολόφρεσκη και καθάρια, πευκοβελόνες να σπάζουν στο κάθε μου πάτημα και η ποίηση του πολυαγαπημένου μου Μανόλη Αναγνωστάκη να ντύνει με λέξεις τόσο μοναδικά και τόσο αβίαστα όλα αυτά που φούσκωναν σιωπηλά μέσα μου.

20.5.14

Θυμήσου

evapsarrou.blogspot.com


Τι σου χρωστούσε η ζωή και σου τα χάρισε όλα;
Πού είναι τώρα; 
Πού τα' χεις απωλέσει;
Ποιο άτι απατηλό έχεις ζέψει και ποια ελπίδα 
περιμένεις να φανεί
τώρα, που βρίσκεσαι μια ανάσα 
πριν το τέλος;
Αιχμάλωτος στο μίζερο, το σκοτεινό, 
το διχασμένο
να χάνεσαι σε αφορισμούς και κρίματα
παράλογα..
Αυτό στ' αλήθεια σου αξίζει;
Θυμήσου, Έλληνα, ποιος είσαι!
και φέρσου ανάλογα.


  

14.2.13

Η αγάπη έρχεται στο τέλος

 .. όταν οι βιτρίνες θα έχουν πια ξεστολιστεί
από του Αγίου Βαλεντίνου τις πολύχρωμες γυαλιστερές γιρλάντες
κι όταν καρδούλες κι αρκουδάκια θα έχουνε και πάλι στα κουτιά τους
ερμητικά κλειστεί.
 
Γιατί η αγάπη έρχεται στο τέλος,
όταν φανταχτερά και πλουμιστά όλα τους θα έχουν με τα χρόνια ξεθωριάσει
και ως το χρώμα της καρδιάς οι περιπέτειες της ζωής θα σ' έχουνε πια φτάσει
 στο κόκκινο το αληθινό, αυτό που ξέρει πώς να πλέκει των ανθρώπων τις στιγμές
με αγνή κι ατόφια ευτυχία. 

Η αγάπη έρχεται στο τέλος γιατί απέχει από πολλά,
μικρότητες, πείσματα και πάθη, υπερηφάνειες και εγωισμούς,
γιατί αρέσκεται να φθάνει τελευταία, όταν όλοι και όλα μακριά θα έχουν φύγει
και να χαρίζεται σ' αυτούς που το 'σηκώνομαι και φεύγω'
δεν είναι της δικής τους της ζωής επιλογή,
αλλά το 'μένω και παλεύω' ό,τι κι αν γίνει, αρκεί εσύ κι εγώ να είμαστε μαζί.
 
 Γιατί η αγάπη έρχεται στο τέλος,
και θέλει να είσαι εκεί όταν γυρέψει να σε βρει.
 
Χρόνια πολλά σε όσους δεν χρειάζονται μια μέρα τον χρόνο να τους πει πως πρέπει να γιορτάσουν την αγάπη τους,
αφού η κάθε μέρα τους μαζί είναι από μόνη της γιορτή!


(υγ. Ο τίτλος της ανάρτησης είναι παρμένος από το τραγούδι της ομότιτλης ταινίας που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους με αφορμή την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.)

1.11.12

Ορθο-λογισμοί


Ορθού λόγου στεγανά
Ζωής απο-στείρωση
Φαντασίας στείρωση
Ορθο-λογική τέλεση
Ονείρου εκ-τέλεση
Χωρίς αντί-λογο
Χωρίς διά-λογο
Σαφώς υπό-λογο
- Σε ποιον δοσί-λογο; -
(Για ποιον επί-λογο;)
Με τρόπο ανά-λογο
Με το παρά-λογο
Προς τον μονό-λογο
Του εντός και επί ταυτά..

Έτσι, για να σιγοντάρω την υπερ-λογικότητα των καιρών, που με ξεπερνά. 
Η φωτό, από μια βιτρίνα του κέντρου της Αθήνας.


18.9.12

Σεπτέμβρης


Γκρίζα μαυρίσαν σύννεφα στου θόλου τα θεμέλια
και δε μ' αφήνουν πίσω τους να δω τι πορφυρίζει
να δω τον ήλιο δε μπορώ σα μου γελά σιμά μου
που' γινε η θλίψη ήλιος μου και χιόνι η χαρά μου.


22.11.11

Ευβοϊκά Τέμπη

There is something about rivers by Eva Psarrou

Κλείσε μέσα στην καρδιά σου την βόρεια Εύβοια

Με τον Κηρέα ποταμό που βρέχει το φαράγγι του Δερβενιού


Και με τις όχθες τις σπαρμένες με το μαγεμένο πλατανόδασος


Κλείσε την μ’ όλα της τα κάλλη, τους ήχους και τα χρώματα


Σε βαθμό υπερθετικό μέσα στην καρδιά σου


Και θα αισθανθείς κάθε μεγαλείο να φτερουγίζει..


7.11.11

Πάντα θα υπάρχει το Παρίσι




Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ

που λόγια πάντα αλλόκοτα μιλεί

για το Παρίσι

στη συντροφιά μας όταν έρθει να καθίσει









Λένε γι' αυτόν

πως από τα μαθητικά του χρόνια είχεν ορίσει

μοναδικό μες στη ζωή του ιδανικό

να πάει στο Παρίσι.




 Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε

το ονειρεμένο αυτό ταξίδι που ποθούσε.



Παντού για κείνο συζητούσε

Μες στα όνειρά του αυτό θωρούσε

Τόσο που ο πόθος του με τον καιρό

του' γινε μες στην ύπαρξή του

ένα στολίδι λαμπρό

Να πάει στο Παρίσι..



Για το ταξίδι αυτό το ονειρευτό

σκότωνε φευγαλέες επιθυμίες

και έκανε αιματηρές οικονομίες

για να το πραγματοποιήσει

να πάει στο Παρίσι



Και να! που κάποια μέρα στα στερνά το κατορθώνει

Κι ένα πρωί μέσα στου τρένου το βαγόνι

για το Παρίσι μεθυσμένος ξεκινά.




Μα μόλις αντίκρυσε μακριά τον Πύργο του Άιφελ ν' αχνοδιαγράφεται στο φόντο τ' ουρανού

φρικτή μια σκέψη εισόρμησε στην κάμαρα του νου:

'Κι ύστερα; Κι ύστερα τι θα γινόταν; Πώς θα μπορούσε πια να ζήσει

με δίχως τη λαχτάρα αυτή για το Παρίσι;'

Γιατί ένιωθε τώρα καλά πως όταν σε λίγο στο Παρίσι θα βρισκόταν

μέσα σ' ελάχιστο διάστημα ασφαλώς

θα το βαριόταν.

Και τότε;




Και τότε πήρε μια τεράστια απόφαση που ως τώρα δεν ευρέθηκε να του τη συγχωρήσει κανείς

Αντίς να προχωρήσει στο Παρίσι, κατέβηκε σ' ένα προάστιο, στο Σεντ Ντενίς.

Και το πρωί ξανάθρε εδώ από την ίδια οδό.


Και τώρα, σαν και τότε πρωτού φύγει, πάλι

με μια λαχτάρα σαν και πριν μεγάλη

μιλάει και λέει παντού πως έχει ορίσει

μοναδικό μες στη ζωή του ιδανικό




να πάει στο Παρίσι.



Ορέστης Λάσκος


3.10.11

Omnia vanitas

Omnia vanitas by eve.ps
Omnia vanitas, a photo by Eva Psarrou on Flickr.

VANITAS VANITATUM OMNIA VANITAS

by: Anne Bronte (1820-1849)

In all we do, and hear, and see,
Is restless Toil and Vanity.
While yet the rolling earth abides,
Men come and go like ocean tides;

And ere one generation dies,
Another in its place shall rise;
That, sinking soon into the grave,
Others succeed, like wave on wave;

And as they rise, they pass away.
The sun arises every day,
And hastening onward to the West,
He nightly sinks, but not to rest:

Returning to the eastern skies,
Again to light us, he must rise.
And still the restless wind comes forth,
Now blowing keenly from the North;

Now from the South, the East, the West,
For ever changing, ne'er at rest.
The fountains, gushing from the hills,
Supply the ever-running rills;

The thirsty rivers drink their store,
And bear it rolling to the shore,
But still the ocean craves for more.
'Tis endless labour everywhere!
Sound cannot satisfy the ear,

Light cannot fill the craving eye,
Nor riches half our wants supply,
Pleasure but doubles future pain,
And joy brings sorrow in her train;

Laughter is mad, and reckless mirth--
What does she in this weary earth?
Should Wealth, or Fame, our Life employ,
Death comes, our labour to destroy;

To snatch the untasted cup away,
For which we toiled so many a day.
What, then, remains for wretched man?
To use life's comforts while he can,

Enjoy the blessings Heaven bestows,
Assist his friends, forgive his foes;
Trust God, and keep His statutes still,
Upright and firm, through good and ill;

Thankful for all that God has given,
Fixing his firmest hopes on Heaven;
Knowing that earthly joys decay,
But hoping through the darkest day.


***




Γεννημένη το Γενάρη του 1820 η Anne Bronte ήταν το νεώτερο μέλος της οικογένειας Bronte. Τα περισσότερα ποιήματά της τα έγραψε σε συνεργασία με τις δυο – επίσης λογοτέχνιδες – αδελφές της, Emily (Ανεμοδαρμένα Ύψη) και Charlote (Τζέιν Έϋρ). Πέθανε μόλις 29 χρονών από φυματίωση. Στο σύντομο της ζωής της έγραψε ποιήματα και νουβέλες με έκδηλη την επίδραση του ρεαλισμού, σε αντίθεση με τον άκρατο ρομαντισμό των αδελφών της. Αυτό, σε συνδυασμό με τους προβληματισμούς της πάνω σε ζητήματα θρησκείας, αλλά και την εκλεπτυσμένη ειρωνική της ματιά, στάθηκαν σημεία διαμάχης με τις δύο αδελφές της. Το έργο της θα είχε ίσως καλύτερη τύχη αν δεν εμποδιζόταν η επανέκδοσή τους από την αδελφή της Charlote. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν κατόρθωσε να αποκτήσει την υστεροφημία των δύο διάσημων αδελφών της.


***