Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στα χειρόγραφα και τις παλιές εκδόσεις βιβλίων και αρκετές είναι οι φορές που έχω ευχηθεί να είχα αρκετά χρήματα, ώστε να μπορούσα να τα διαθέσω σε μια τέτοια συλλογή. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, οπότε έχω προσαρμοστεί στο αμέσως επόμενο εφικτό μου, που είναι να τα θαυμάζω στις προθήκες των μουσείων και στις μεγάλες βιβλιοθήκες όποτε μου δίνεται η ευκαιρία.
Πριν από λίγες μέρες κάτι αναπάντεχο συνέβη. Χρειάστηκε να παραβρεθώ σε μια κοινωνική υποχρέωση που θα γινόταν σε ένα μικρό ταβερνάκι στον Νέο Κόσμο. Είχα να παραδώσω εργασία μετά από λίγες μέρες και το να χάσω την Κυριακή μου ενώ ήμουν πελαγωμένη μέσα στην ύλη και τις προθεσμίες μου και με όλα τα υπόλοιπα να τρέχουν, ε, δεν ήταν και η ιδανικότερη συγκυρία, ήταν όμως κάτι που δεν μπορούσα να το αποφύγω, κι έτσι, πήγα.
Το ταβερνάκι βρισκόταν σε ένα στενό κάπου πίσω από την Βουλιαγμένης και το μόνο που προϊδέαζε για τον σκοπό της λειτουργίας του ήταν μια ξεχαρβαλωμένη πινακίδα πάνω από την πόρτα που έγραφε «ταβέρνα τάδε». Ωραία, σκέφτηκα, ό, τι χρειαζόταν για να δέσει το γλυκό… Μπήκα με μισή καρδιά, και χαλασμένη διάθεση, όπως όταν κάτι ξεκινάει από την αρχή στραβά και ξέρεις ότι θα συνεχίσει το ίδιο στραβά όπως ξεκίνησε. Απ’ έξω δεν φαινόταν απολύτως τίποτα, όταν όμως άνοιγες την πόρτα και έμπαινες στο εσωτερικό του, σε περίμενε μια έκπληξη: ένας άλλος κόσμος ξετυλιγόταν μπροστά σου, που καμία σχέση δεν είχε με το σήμερα. Κάθε σπιθαμή στους τοίχους, κάθε έπιπλο, όλα γεμάτα από κειμήλια ενός παρελθόντος όχι πολύ μακρινού, όμως απόλυτα αυθεντικού. Μπακίρια και τεράστια κεχριμπαρένια κομπολόγια, μπουφέδες και καθρέπτες με σκαλίσματα, παλιά γραμμόφωνα και ραδιόφωνα, πορτραίτα μέσα σε ξεθωριασμένες παμπάλαιες κορνίζες, προφανώς οι πρόγονοι του ιδιοκτήτη, σε μια άκρη ένα ξύλινο ψυγείο, από αυτά που έπαιρναν πάγο για να λειτουργήσουν, κάπου αλλού μια ραπτομηχανή χωρίς ποδαράκι, από αυτές τις επιτραπέζιες με τη μανιβέλα στο πλάι, δεν ήξερες τι να πρωτοκοιτάξεις.

Κάθε γωνιά του αποκάλυπτε και μία έκπληξη. Δεν κάθισα αμέσως στο τραπέζι, προτίμησα να σεργιανίσω αργά θαυμάζοντας αυτά τα αντικείμενα από κοντά κι ήταν σα να έβλεπα εκθέματα σε κάποιο ξεχασμένο ιστορικό μουσείο. Ώσπου η προσοχή μου έπεσε σε ένα απόμερο τραπεζάκι, μακριά από την κίνηση του μαγαζιού. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί και έμεινα έκπληκτη από αυτά που φιλοξενούσε. Πάνω στο τραπέζι χειρόγραφα του προηγούμενου αιώνα, δελτία και τεφτέρια που έμοιαζαν με εργατικά ημερολόγια παρουσίας και υλικών (μετρημένων σε οκάδες!), ένας τεράστιος τόμος των αρχών του 20ου αιώνα, σαν μια πολυεγκυκλοπαίδεια επί παντός επιστητού, γραμμένη στα αγγλικά και κάτω από όλα αυτά… ένας Milton του 1805!!! Το χιλιοταλαιπωρημένο δερματόδετο βιβλίο που έπιασα στα χέρια μου ήταν ένα αντίτυπο του Paradise Lost, το διάσημο έργο που τον καθιέρωσε ως δημιουργό!
Για όσους ίσως τον αγνοούν, ο John Milton, θεωρείται ας πούμε ο εθνικός ποιητής της Αγγλίας, κάτι αντίστοιχο με τον δικό μας Διονύσιο Σολωμό, ο ίδιος μάλιστα επιδίωξε να κατακτήσει αυτό τον τίτλο, σε μια εποχή που ένας τέτοιος τίτλος είχε σημασία. Παρά τις εξεζητημένες του σπουδές στο Κέιμπριτζ και την τέλεια κατάρτισή του στα λατινικά που θα του εξασφάλιζαν λαμπρή καριέρα στη νομική ή στην εκκλησία, εκείνος στράφηκε στην ποίηση, τον μόνο δρόμο που θα τον οδηγούσε στην αθανασία. Τον Χαμένο Παράδεισο τον ξεκίνησε όταν είχε χάσει την όρασή του και κανένας αντιπερισπασμός δεν μπορούσε πλέον να τον αποσπάσει από το έργο του. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία έπη στην Ευρώπη, με θέμα την πτώση του ανθρώπου, τη μάχη του καλού με το κακό, τον ορθό λόγο, την ελεύθερη βούληση, με το οποίο κατάφερε τελικά να εκπληρώσει την φιλοδοξία του, να μείνει αθάνατος μέσα από το έργο του.
Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, βρισκόταν στα χέρια μου. Το κείμενο ήταν γραμμένο στα αγγλικά και στα γαλλικά και ανά σελίδες διακοσμούνταν με γκραβούρες εποχής. Ο χρόνος δεν το είχε λυπηθεί, οι σελίδες του ήταν γεμάτες κηλίδες, σκισμένο σε πολλές μεριές, κολλημένο σε άλλες, παρόλα αυτά, ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για ένα βιβλίο ανεκτίμητο.

Όταν ρώτησα γι’ αυτό τον ιδιοκτήτη, δεν είχε ιδέα ούτε για το ποιος ήταν ο Milton ούτε για την αξία του βιβλίου. «Το μόνο που εκτιμώ σ’ αυτά που βλέπεις γύρω σου είναι ο χρόνος που έχει περάσει από πάνω τους», μου είπε. «Δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Αυτό και το να βλέπω κάπου-κάπου το ενδιαφέρον κάποιου πελάτη, όπως καλή ώρα του λόγου σου, για αυτά που μαζεύω τόσα χρόνια και στολίζουν το μαγαζί μου. Ήρθε κάποια μέρα κάποιος και μου είπε ότι αυτό το βιβλίο αξίζει πολλά λεφτά. Ξέρεις τι του είπα; Και όλα τα λεφτά του κόσμου να μου δώσεις, δεν το δίνω. Δεν μπορώ να δώσω τίποτα από αυτά που βλέπεις εδώ μέσα, γιατί όλα αυτά είμαι εγώ… Και να φανταστείς ότι το βρήκα πεταμένο στα σκουπίδια! Η γυναίκα μου με κοροϊδεύει, αλλά εγώ δεν την ακούω. Αν δω κάτι να μου τραβήξει το μάτι, κάτι παλιό, θα το πάρω χωρίς ενδοιασμούς. Ακόμη κι από τα σκουπίδια. Το τι βρίσκει κανείς ψάχνοντας εκεί δεν λέγεται. Σκέτος παράδεισος. Πάμε και πληρώνουμε και γεμίζουμε γυαλιστερά και φανταχτερά φτιασίδια, όταν η αλήθεια δεν θέλει φτιασίδια. Η αλήθεια λάμπει από μόνη της κι η μεγαλύτερη αλήθεια που βλέπεις μέσα στο μαγαζί μου είναι η αλήθεια του χρόνου. Κι αυτό δεν συγκρίνεται με όλα τα φτιασίδια του κόσμου.»
Αυτά μου είπε ο μαγαζάτορας. Νομίζω ότι τα είχε πει όλα.
Πριν από λίγες μέρες κάτι αναπάντεχο συνέβη. Χρειάστηκε να παραβρεθώ σε μια κοινωνική υποχρέωση που θα γινόταν σε ένα μικρό ταβερνάκι στον Νέο Κόσμο. Είχα να παραδώσω εργασία μετά από λίγες μέρες και το να χάσω την Κυριακή μου ενώ ήμουν πελαγωμένη μέσα στην ύλη και τις προθεσμίες μου και με όλα τα υπόλοιπα να τρέχουν, ε, δεν ήταν και η ιδανικότερη συγκυρία, ήταν όμως κάτι που δεν μπορούσα να το αποφύγω, κι έτσι, πήγα.
Το ταβερνάκι βρισκόταν σε ένα στενό κάπου πίσω από την Βουλιαγμένης και το μόνο που προϊδέαζε για τον σκοπό της λειτουργίας του ήταν μια ξεχαρβαλωμένη πινακίδα πάνω από την πόρτα που έγραφε «ταβέρνα τάδε». Ωραία, σκέφτηκα, ό, τι χρειαζόταν για να δέσει το γλυκό… Μπήκα με μισή καρδιά, και χαλασμένη διάθεση, όπως όταν κάτι ξεκινάει από την αρχή στραβά και ξέρεις ότι θα συνεχίσει το ίδιο στραβά όπως ξεκίνησε. Απ’ έξω δεν φαινόταν απολύτως τίποτα, όταν όμως άνοιγες την πόρτα και έμπαινες στο εσωτερικό του, σε περίμενε μια έκπληξη: ένας άλλος κόσμος ξετυλιγόταν μπροστά σου, που καμία σχέση δεν είχε με το σήμερα. Κάθε σπιθαμή στους τοίχους, κάθε έπιπλο, όλα γεμάτα από κειμήλια ενός παρελθόντος όχι πολύ μακρινού, όμως απόλυτα αυθεντικού. Μπακίρια και τεράστια κεχριμπαρένια κομπολόγια, μπουφέδες και καθρέπτες με σκαλίσματα, παλιά γραμμόφωνα και ραδιόφωνα, πορτραίτα μέσα σε ξεθωριασμένες παμπάλαιες κορνίζες, προφανώς οι πρόγονοι του ιδιοκτήτη, σε μια άκρη ένα ξύλινο ψυγείο, από αυτά που έπαιρναν πάγο για να λειτουργήσουν, κάπου αλλού μια ραπτομηχανή χωρίς ποδαράκι, από αυτές τις επιτραπέζιες με τη μανιβέλα στο πλάι, δεν ήξερες τι να πρωτοκοιτάξεις.
Κάθε γωνιά του αποκάλυπτε και μία έκπληξη. Δεν κάθισα αμέσως στο τραπέζι, προτίμησα να σεργιανίσω αργά θαυμάζοντας αυτά τα αντικείμενα από κοντά κι ήταν σα να έβλεπα εκθέματα σε κάποιο ξεχασμένο ιστορικό μουσείο. Ώσπου η προσοχή μου έπεσε σε ένα απόμερο τραπεζάκι, μακριά από την κίνηση του μαγαζιού. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί και έμεινα έκπληκτη από αυτά που φιλοξενούσε. Πάνω στο τραπέζι χειρόγραφα του προηγούμενου αιώνα, δελτία και τεφτέρια που έμοιαζαν με εργατικά ημερολόγια παρουσίας και υλικών (μετρημένων σε οκάδες!), ένας τεράστιος τόμος των αρχών του 20ου αιώνα, σαν μια πολυεγκυκλοπαίδεια επί παντός επιστητού, γραμμένη στα αγγλικά και κάτω από όλα αυτά… ένας Milton του 1805!!! Το χιλιοταλαιπωρημένο δερματόδετο βιβλίο που έπιασα στα χέρια μου ήταν ένα αντίτυπο του Paradise Lost, το διάσημο έργο που τον καθιέρωσε ως δημιουργό!
Για όσους ίσως τον αγνοούν, ο John Milton, θεωρείται ας πούμε ο εθνικός ποιητής της Αγγλίας, κάτι αντίστοιχο με τον δικό μας Διονύσιο Σολωμό, ο ίδιος μάλιστα επιδίωξε να κατακτήσει αυτό τον τίτλο, σε μια εποχή που ένας τέτοιος τίτλος είχε σημασία. Παρά τις εξεζητημένες του σπουδές στο Κέιμπριτζ και την τέλεια κατάρτισή του στα λατινικά που θα του εξασφάλιζαν λαμπρή καριέρα στη νομική ή στην εκκλησία, εκείνος στράφηκε στην ποίηση, τον μόνο δρόμο που θα τον οδηγούσε στην αθανασία. Τον Χαμένο Παράδεισο τον ξεκίνησε όταν είχε χάσει την όρασή του και κανένας αντιπερισπασμός δεν μπορούσε πλέον να τον αποσπάσει από το έργο του. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία έπη στην Ευρώπη, με θέμα την πτώση του ανθρώπου, τη μάχη του καλού με το κακό, τον ορθό λόγο, την ελεύθερη βούληση, με το οποίο κατάφερε τελικά να εκπληρώσει την φιλοδοξία του, να μείνει αθάνατος μέσα από το έργο του.Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, βρισκόταν στα χέρια μου. Το κείμενο ήταν γραμμένο στα αγγλικά και στα γαλλικά και ανά σελίδες διακοσμούνταν με γκραβούρες εποχής. Ο χρόνος δεν το είχε λυπηθεί, οι σελίδες του ήταν γεμάτες κηλίδες, σκισμένο σε πολλές μεριές, κολλημένο σε άλλες, παρόλα αυτά, ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για ένα βιβλίο ανεκτίμητο.

Όταν ρώτησα γι’ αυτό τον ιδιοκτήτη, δεν είχε ιδέα ούτε για το ποιος ήταν ο Milton ούτε για την αξία του βιβλίου. «Το μόνο που εκτιμώ σ’ αυτά που βλέπεις γύρω σου είναι ο χρόνος που έχει περάσει από πάνω τους», μου είπε. «Δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Αυτό και το να βλέπω κάπου-κάπου το ενδιαφέρον κάποιου πελάτη, όπως καλή ώρα του λόγου σου, για αυτά που μαζεύω τόσα χρόνια και στολίζουν το μαγαζί μου. Ήρθε κάποια μέρα κάποιος και μου είπε ότι αυτό το βιβλίο αξίζει πολλά λεφτά. Ξέρεις τι του είπα; Και όλα τα λεφτά του κόσμου να μου δώσεις, δεν το δίνω. Δεν μπορώ να δώσω τίποτα από αυτά που βλέπεις εδώ μέσα, γιατί όλα αυτά είμαι εγώ… Και να φανταστείς ότι το βρήκα πεταμένο στα σκουπίδια! Η γυναίκα μου με κοροϊδεύει, αλλά εγώ δεν την ακούω. Αν δω κάτι να μου τραβήξει το μάτι, κάτι παλιό, θα το πάρω χωρίς ενδοιασμούς. Ακόμη κι από τα σκουπίδια. Το τι βρίσκει κανείς ψάχνοντας εκεί δεν λέγεται. Σκέτος παράδεισος. Πάμε και πληρώνουμε και γεμίζουμε γυαλιστερά και φανταχτερά φτιασίδια, όταν η αλήθεια δεν θέλει φτιασίδια. Η αλήθεια λάμπει από μόνη της κι η μεγαλύτερη αλήθεια που βλέπεις μέσα στο μαγαζί μου είναι η αλήθεια του χρόνου. Κι αυτό δεν συγκρίνεται με όλα τα φτιασίδια του κόσμου.»
Αυτά μου είπε ο μαγαζάτορας. Νομίζω ότι τα είχε πει όλα.





