Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα european poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα european poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15.3.09

Χαμένος Παράδεισος

Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στα χειρόγραφα και τις παλιές εκδόσεις βιβλίων και αρκετές είναι οι φορές που έχω ευχηθεί να είχα αρκετά χρήματα, ώστε να μπορούσα να τα διαθέσω σε μια τέτοια συλλογή. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, οπότε έχω προσαρμοστεί στο αμέσως επόμενο εφικτό μου, που είναι να τα θαυμάζω στις προθήκες των μουσείων και στις μεγάλες βιβλιοθήκες όποτε μου δίνεται η ευκαιρία.

Πριν από λίγες μέρες κάτι αναπάντεχο συνέβη. Χρειάστηκε να παραβρεθώ σε μια κοινωνική υποχρέωση που θα γινόταν σε ένα μικρό ταβερνάκι στον Νέο Κόσμο. Είχα να παραδώσω εργασία μετά από λίγες μέρες και το να χάσω την Κυριακή μου ενώ ήμουν πελαγωμένη μέσα στην ύλη και τις προθεσμίες μου και με όλα τα υπόλοιπα να τρέχουν, ε, δεν ήταν και η ιδανικότερη συγκυρία, ήταν όμως κάτι που δεν μπορούσα να το αποφύγω, κι έτσι, πήγα.

Το ταβερνάκι βρισκόταν σε ένα στενό κάπου πίσω από την Βουλιαγμένης και το μόνο που προϊδέαζε για τον σκοπό της λειτουργίας του ήταν μια ξεχαρβαλωμένη πινακίδα πάνω από την πόρτα που έγραφε «ταβέρνα τάδε». Ωραία, σκέφτηκα, ό, τι χρειαζόταν για να δέσει το γλυκό… Μπήκα με μισή καρδιά, και χαλασμένη διάθεση, όπως όταν κάτι ξεκινάει από την αρχή στραβά και ξέρεις ότι θα συνεχίσει το ίδιο στραβά όπως ξεκίνησε. Απ’ έξω δεν φαινόταν απολύτως τίποτα, όταν όμως άνοιγες την πόρτα και έμπαινες στο εσωτερικό του, σε περίμενε μια έκπληξη: ένας άλλος κόσμος ξετυλιγόταν μπροστά σου, που καμία σχέση δεν είχε με το σήμερα. Κάθε σπιθαμή στους τοίχους, κάθε έπιπλο, όλα γεμάτα από κειμήλια ενός παρελθόντος όχι πολύ μακρινού, όμως απόλυτα αυθεντικού. Μπακίρια και τεράστια κεχριμπαρένια κομπολόγια, μπουφέδες και καθρέπτες με σκαλίσματα, παλιά γραμμόφωνα και ραδιόφωνα, πορτραίτα μέσα σε ξεθωριασμένες παμπάλαιες κορνίζες, προφανώς οι πρόγονοι του ιδιοκτήτη, σε μια άκρη ένα ξύλινο ψυγείο, από αυτά που έπαιρναν πάγο για να λειτουργήσουν, κάπου αλλού μια ραπτομηχανή χωρίς ποδαράκι, από αυτές τις επιτραπέζιες με τη μανιβέλα στο πλάι, δεν ήξερες τι να πρωτοκοιτάξεις.

Κάθε γωνιά του αποκάλυπτε και μία έκπληξη. Δεν κάθισα αμέσως στο τραπέζι, προτίμησα να σεργιανίσω αργά θαυμάζοντας αυτά τα αντικείμενα από κοντά κι ήταν σα να έβλεπα εκθέματα σε κάποιο ξεχασμένο ιστορικό μουσείο. Ώσπου η προσοχή μου έπεσε σε ένα απόμερο τραπεζάκι, μακριά από την κίνηση του μαγαζιού. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί και έμεινα έκπληκτη από αυτά που φιλοξενούσε. Πάνω στο τραπέζι χειρόγραφα του προηγούμενου αιώνα, δελτία και τεφτέρια που έμοιαζαν με εργατικά ημερολόγια παρουσίας και υλικών (μετρημένων σε οκάδες!), ένας τεράστιος τόμος των αρχών του 20ου αιώνα, σαν μια πολυεγκυκλοπαίδεια επί παντός επιστητού, γραμμένη στα αγγλικά και κάτω από όλα αυτά… ένας Milton του 1805!!! Το χιλιοταλαιπωρημένο δερματόδετο βιβλίο που έπιασα στα χέρια μου ήταν ένα αντίτυπο του Paradise Lost, το διάσημο έργο που τον καθιέρωσε ως δημιουργό!

Για όσους ίσως τον αγνοούν, ο John Milton, θεωρείται ας πούμε ο εθνικός ποιητής της Αγγλίας, κάτι αντίστοιχο με τον δικό μας Διονύσιο Σολωμό, ο ίδιος μάλιστα επιδίωξε να κατακτήσει αυτό τον τίτλο, σε μια εποχή που ένας τέτοιος τίτλος είχε σημασία. Παρά τις εξεζητημένες του σπουδές στο Κέιμπριτζ και την τέλεια κατάρτισή του στα λατινικά που θα του εξασφάλιζαν λαμπρή καριέρα στη νομική ή στην εκκλησία, εκείνος στράφηκε στην ποίηση, τον μόνο δρόμο που θα τον οδηγούσε στην αθανασία. Τον Χαμένο Παράδεισο τον ξεκίνησε όταν είχε χάσει την όρασή του και κανένας αντιπερισπασμός δεν μπορούσε πλέον να τον αποσπάσει από το έργο του. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία έπη στην Ευρώπη, με θέμα την πτώση του ανθρώπου, τη μάχη του καλού με το κακό, τον ορθό λόγο, την ελεύθερη βούληση, με το οποίο κατάφερε τελικά να εκπληρώσει την φιλοδοξία του, να μείνει αθάνατος μέσα από το έργο του.

Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, βρισκόταν στα χέρια μου. Το κείμενο ήταν γραμμένο στα αγγλικά και στα γαλλικά και ανά σελίδες διακοσμούνταν με γκραβούρες εποχής. Ο χρόνος δεν το είχε λυπηθεί, οι σελίδες του ήταν γεμάτες κηλίδες, σκισμένο σε πολλές μεριές, κολλημένο σε άλλες, παρόλα αυτά, ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για ένα βιβλίο ανεκτίμητο.

Όταν ρώτησα γι’ αυτό τον ιδιοκτήτη, δεν είχε ιδέα ούτε για το ποιος ήταν ο Milton ούτε για την αξία του βιβλίου. «Το μόνο που εκτιμώ σ’ αυτά που βλέπεις γύρω σου είναι ο χρόνος που έχει περάσει από πάνω τους», μου είπε. «Δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Αυτό και το να βλέπω κάπου-κάπου το ενδιαφέρον κάποιου πελάτη, όπως καλή ώρα του λόγου σου, για αυτά που μαζεύω τόσα χρόνια και στολίζουν το μαγαζί μου. Ήρθε κάποια μέρα κάποιος και μου είπε ότι αυτό το βιβλίο αξίζει πολλά λεφτά. Ξέρεις τι του είπα; Και όλα τα λεφτά του κόσμου να μου δώσεις, δεν το δίνω. Δεν μπορώ να δώσω τίποτα από αυτά που βλέπεις εδώ μέσα, γιατί όλα αυτά είμαι εγώ… Και να φανταστείς ότι το βρήκα πεταμένο στα σκουπίδια! Η γυναίκα μου με κοροϊδεύει, αλλά εγώ δεν την ακούω. Αν δω κάτι να μου τραβήξει το μάτι, κάτι παλιό, θα το πάρω χωρίς ενδοιασμούς. Ακόμη κι από τα σκουπίδια. Το τι βρίσκει κανείς ψάχνοντας εκεί δεν λέγεται. Σκέτος παράδεισος. Πάμε και πληρώνουμε και γεμίζουμε γυαλιστερά και φανταχτερά φτιασίδια, όταν η αλήθεια δεν θέλει φτιασίδια. Η αλήθεια λάμπει από μόνη της κι η μεγαλύτερη αλήθεια που βλέπεις μέσα στο μαγαζί μου είναι η αλήθεια του χρόνου. Κι αυτό δεν συγκρίνεται με όλα τα φτιασίδια του κόσμου.»

Αυτά μου είπε ο μαγαζάτορας. Νομίζω ότι τα είχε πει όλα.

2.2.09

Αναζητώντας τον Ρεμπώ



Τα ποιήματά του χαρακτηρίστηκαν ως λογοτεχνικές ωρολογιακές βόμβες. Για τον Αλμπέρ Καμύ ήταν «ο ποιητής της εξέγερσης και μάλιστα ο σημαντικότερος από όλους». Γάλλοι ομότεχνοί του τον αποκάλεσαν «Μεσσία». Δεν δέχτηκε καμιά επιρροή και επηρέασε τους πάντες. Σύμφωνα με τον Πωλ Βαλερύ «όλη η γνωστή λογοτεχνία είναι γραμμένη στη γλώσσα της κοινής λογικής - εκτός από εκείνη που έχει γράψει ο Ρεμπώ».

Για τον Αρθούρο Ρεμπώ (Arthur Rimbaud,1854-1891) δεν υπάρχουν ουδέτερες αντιδράσεις. Ή τον μισείς ή τον λατρεύεις. Αυτό φαίνεται καθαρά από τις ακραίες κριτικές που έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και το έργο του:

«Ένα αγγελικό μυαλό που είχε αναμφίβολα δεχτεί τη θεία φώτιση». (Πωλ Κλωντέλ)
«Ο εφευρέτης των ρυθμών της σύγχρονης πεζογραφίας και η βάση στην οποία στηρίχτηκαν όλες οι θεωρίες του είδους» ( Ίντιθ Σίτγουελ)
«Ένα από τα υψηλότερα "πνεύματα" μέσα στο σώμα ενός άγριου και τρομερού παιδιού». (Ζακ Ριβιέρ)
«Ένας αληθινός θεός της εφηβείας». (Αντρέ Μπρετόν)
«Ο πρώτος ποιητής ενός αγέννητου πολιτισμού». (Ρενέ Σαρ)
«Ένας επηρμένος διανοητικά έκφυλος με την επιπρόσθετη επιπλοκή, σε περιόδους λογοτεχνικής παραγωγής, του τοξικού παραληρήματος». (Δρ Ζάκμεν-Παρλιέ )
«Ιδιοσυστατικός ψυχοπαθής». (Δρ Ζ. Α. Λακάμπρ)
«Ο πρώτος άνδρας που έκανε ποτέ μια σημαντική δήλωση για την απελευθέρωση των γυναικών, λέγοντας ότι όταν οι γυναίκες απελευθερωθούν από τη μακροχρόνια δουλεία τους στους άνδρες, θα είναι πραγματικός χείμαρρος. Νέοι ρυθμοί, νέα ποίηση, νέοι τρόμοι, νέες ομορφιές». (Πάττι Σμιθ)

Πολλοί έχουν βαδίσει στα ίχνη του προκειμένου να ανακαλύψουν πού κρύβεται η αλήθεια για αυτόν τον τόσο αντιφατικό ποιητή. Αρκετοί τον ακολούθησαν ως τις αχαρτογράφητες περιοχές που διένυσε ως εξερευνητής. Πάνω από δέκα βιβλία είναι ο μέσος όρος των βιογραφιών που γράφονται γι’ αυτόν κάθε χρόνο, καμία όμως δεν έχει κατορθώσει να αιχμαλωτίσει όλες τις πτυχές του πολυδιάστατου και αινιγματικού χαρακτήρα και έργου του, με αποτέλεσμα η καθολική αλήθεια να εξακολουθεί να παραμένει άπιαστη.

Ο ίδιος ήταν ο πρώτος που αποκήρυξε με τις επιλογές του τους μύθους που συνδέθηκαν με την φήμη του. Άγνωστο γιατί, αποφασίζει να εγκαταλείψει την ποίηση στα είκοσί του χρόνια και ενώ είχε ήδη δείξει σαφή δείγματα δυνατής ποιητικής γραφής. Εγκαταλείπει τους λογοτεχνικούς κύκλους του Παρισιού και ξεκινά μια περιπετειώδη ζωή, ερχόμενος συνεχώς σε μετωπική σύγκρουση με τα χρηστά ήθη της εποχής του. Έχει μείνει στην ιστορία η παθιασμένη σχέση του με τον κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερό του, επίσης ποιητή, Πωλ Βερλαίν, την οποία δεν κάλυψε ποτέ κάτω από κοινωνικές μάσκες και ταμπού (ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για τον 19ο αιώνα ακόμη), αντίθετα την προασπίζεται με θέρμη ως μοντέλο κοινωνικής αλλαγής. Ταξιδεύει σε πολλές χώρες του κόσμου, εργάζεται ως εργοστασιακός εργάτης, παιδαγωγός, επαίτης, λιμενεργάτης, μισθοφόρος, ναυτικός, εξερευνητής, έμπορος, λαθρέμπορος όπλων, αργυραμοιβός και, για ορισμένους κατοίκους της νότιας Αβησσυνίας, ως μουσουλμάνος Προφήτης.

Ο ίδιος ήταν αυτός που με τις ανατρεπτικές επιλογές και την αδυσώπητη γραφίδα του, διαμόρφωσε τον θρύλο του. Εμπνευσμένος αναρχικός, ναρκομανής, ομοφυλόφιλος, με εκδηλώσεις ανάρμοστης συμπεριφοράς που έφτανε συχνά στα όρια της παρανομίας, ο Αρθούρος Ρεμπώ, ο ιδανικός αντι-ήρωας, ο σκοτεινός και πολυδιάστατος, ο ευφυής και δαιμονικός, υπήρξε από τις πιο καταστρεπτικές και λυτρωτικές παρουσίες στον πολιτισμό του 20ού αιώνα.

Ποιητής με άγριο κυνισμό και επιδέξιος χειραγωγός, προκαλούσε, αμφισβητούσε, κατέρριπτε και ανέπλαθε με τα πάντα τα πάντα, ακόμη και την ίδια την πραγματικότητα, την οποία θεωρούσε ένα πεδίο πολύ περιοριστικό για την τέχνη της ποίησης, αφού ο αληθινός ποιητής αποτελούσε για τον Ρεμπώ ένα είδος προφήτη, ικανό να διαμορφώσει μία νέα πραγματικότητα, εφευρίσκοντας το άγνωστο. Για να γίνει αυτό, είχε χρέος να γνωριστεί με τον εαυτό του, να τον μάθει, να τον καλλιεργήσει στο μυαλό και στην ψυχή, ώστε τελικά να δημιουργήσει μία «οικουμενική γλώσσα». Για να γίνει προφήτης, έπρεπε να απορρυθμίσει όλες του τις αισθήσεις, εννοώντας προφανώς την συστηματική υπονόμευση κάθε συμβατικής τους λειτουργίας.

Για τον Ρεμπώ η ποίηση έπρεπε να είναι απαλλαγμένη από όλα τα στεγανά, γι’ αυτό και αναζητούσε με μανία νέες ελεύθερες φόρμες, απομακρύνοντας την τέχνη του από τους περιορισμούς του κλασικού μέτρου που επέβαλε ο μέχρι τότε κυρίαρχος στην γαλλική ποίηση τύπος του αλεξανδρινού στίχου. Ο ίδιος αποκαλούσε αυτούς τους πειραματισμούς του «αλχημεία του λόγου». Η γραφή του έδωσε νέες διαστάσεις στην τέχνη της γραφής, η αμφισημία της οποίας εξακολουθεί και αντιστέκεται σε ορθολογιστικές ερμηνείες, με αποτέλεσμα να απομυθοποιήσει την αστική λογοτεχνία, όπως με την ζωή του απομυθοποιούσε την αστική κοινωνία.
«Η πραγματική ζωή είναι απούσα»
«Εγώ είμαι κάποιος άλλος»
«Τον έρωτα πρέπει να τον επινοήσουμε από την αρχή»
«Να τη η εποχή των Δολοφόνων»,
φράση την οποία ο Χένρυ Μίλλερ συνέδεσε με το χάος της χιλιετίας και τον πυρηνικό πόλεμο14 και η

«λελογισμένη απορρύθμιση όλων των αισθήσεων» - που συχνά παρατίθεται χωρίς τη λέξη «λογική»).

Φράσεις αινιγματικές, απόψεις και επιλογές ακραίες, αναμειγνύονται με μια ζωή ξέχειλη από υπερβολές και καταχρήσεις, ποίηση που καθηλώνει, που ανατρέπει, που ισοπεδώνει και αναπλάθει εκ νέου με νέους όρους και νέα δεδομένα, δημιουργώντας ένα σύνθετο και παθολογικά διφορούμενο έργο, όπου ζωή και τέχνη, τέχνη και ζωή δημιουργούν ένα ισχυρό διανοητικό διεγερτικό και ταυτόχρονα ένα πυκνό αδιαπέραστο ιστό φαντασίωσης και παραίσθησης, από την οποία δύσκολα μπορεί να ξεφύγει κανείς. Εκείνος σταμάτησε να γράφει ποίηση, ελάχιστοι είναι όμως εκείνοι που, αφού αγαπήσουν την ποίησή του, σταματούν να την διαβάζουν.

Παρά την βραχύβια πορεία του (πέθανε στα 37 από μια μορφή καρκίνου των οστών, εγκατέλειψε τους λογοτεχνικούς κύκλους στα 20) πρόλαβε παρόλα αυτά και τάραξε τα λιμνάζοντα λογοτεχνικά νερά, εισάγοντας τον ρομαντισμό στον 20ο αιώνα και προετοιμάζοντας το έδαφος για τα κινήματα του συμβολισμού και σουρεαλισμού. Το έργο του διαπότισε βαθύτατα γενιές ολόκληρες καλλιτεχνών και κινήματα, επηρεάζοντας κατά τρόπο εντυπωσιακό σημαντικά ονόματα από όλους τους χώρους των τεχνών, όπως οι Πάμπλο Πικάσσο, Αντρέ Μπρετόν, Ζαν Κοκτώ, Μπομπ Ντύλαν, Τζον Λένον και Τζιμ Μόρρισον, οι οποίοι μέσα από την πρωτοποριακή του τέχνη βρήκαν μια έξοδο κινδύνου από τον χώρο των συμβάσεων και του κομφορμισμού.


***


Η ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ(Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου)


"Και τώρα η σειρά μου. Η εξιστόρηση μιας τρέλας μου.

Για πολύ καιρό καυχήθηκα πως κάθε πιθανού τόπου ήμουν ο κυρίαρχος και ως γελοιότητες χαρακτήριζα τις διασημότητες της σύγχρονης ζωγραφικής και ποιήσεως.

Αυτά που μ΄ άρεσαν ήταν: τα παράλογα έργα ζωγραφικής, τα διακοσμητικά στις εξώπορτες, τα σκηνικά, οι μεταμφιέσεις περιπλανώμενων θιάσων, τα διαφημιστικά φυλλάδια, οι λαϊκοί διάκοσμοι, η ντεμοντέ λογοτεχνία, τα Λατινικά της εκκλησίας, τα ανορθόγραφα ερωτικά βιβλία, οι νουβέλες της γιαγιάς, τα παραμύθια, τα παιδικά βιβλιαράκια, οι παλαιές όπερες, τα ανόητα ρεφρέν και οι αφελείς ομοιοκατάληκτοι ρυθμοί.

Ονειρεύτηκα σταυροφορίες, εξερευνητικά ταξίδια που κανείς δεν είχε υπόψη του, ανιστόρητες δημοκρατίες, καταπνιγμένους θρησκευτικούς πολέμους, επαναστάσεις των ηθών, μετακινήσεις φυλών και ηπείρων. Πίστευα σ’ όλα τα μάγια.

Εφηύρα των φωνηέντων το χρωματολόγιο! Το Άλφα για το μαύρο, το Έψιλον για το λευκό, το Ιώτα για το κόκκινο, το Όμικρον για το κυανό, το Ύψιλον για το πράσινο. Οριοθέτησα τη μορφή και την κίνηση κάθε συμφώνου, και, με ενστικτώδεις ρυθμούς, κολακεύτηκα με την ανακάλυψη μιας ποιητικής γλώσσας, που σήμερα ή αύριο, όλοι θ’ αναγνώριζαν. Και κράτησα για μένα τη μετάφραση της.

Αρχικά ήταν κάτι σαν έρευνα. Έγραψα για σιωπές, για νύχτες, έδωσα λέξεις στ’ απερίγραπτο, σταμάτησα την περιδίνηση. "



Arthur Rimbaud


***