Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα creative writing. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα creative writing. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26.7.12

Δεσμοί Αίματος - το πρώτο μου μυθιστόρημα

Γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ποιήματα, μικρές ιστορίες, άρθρα σε διάφορα έντυπα, εδώ, στο μπλογκ μου.. Όλα όμως ήταν μικρής έκτασης. Η μεγαλύτερή μου ιστορία (η οποία μάλιστα βραβεύτηκε και σε διαγωνισμό διηγήματος παίρνοντας την τρίτη θέση) δεν ξεπερνούσε τις τριάντα σελίδες.

Όμως, δεν με κάλυπτε εξ' ολοκλήρου. Στην άκρη του μυαλού μου υπήρχε πάντα μια λαχτάρα να γράψω κάτι μεγαλύτερο. Ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα, σαν κι αυτά που διάβαζα τόσα χρόνια, μια ιστορία με ήρωες καθημερινούς ανθρώπους που όμως η ζωή τους τους βάζει μπροστά σε καταστάσεις όπου καλούνται να φτάσουν στα όρια των αντοχών και του χαρακτήρα τους, να διανύσουν το εύρος και το βάθος της προσωπικότητάς τους από το ένα άκρο ως το άλλο μέσα από ανατροπές και αναθεωρήσεις.

Δεν τολμούσα να το κάνω πράξη. Μερικές φορές, όταν έχεις διαβάσει πολλά και σημαντικά πράγματα από μεγαθήρια του πνεύματος, αυτό μπορεί να σου γυρίσει και μπούμερανγκ. Εννοώ, ότι σε σύγκριση με όλους αυτούς και τα έργα τους, θεωρείς αστείο ακόμα και να επιχειρήσεις να κάνεις κάτι από μόνος σου. Τα αντιμετώπιζα με τόσο δέος που αισθανόμουν τη δική μου φωνή να εξαφανίζεται από τον χάρτη του δημιουργικού μου κόσμου και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι' αυτό.

Το συζήτησα με έναν καθηγητή μου, με τον οποίο ακόμα επικοινωνώ μετά από τόσα χρόνια, το συζήτησα με κάποιους φίλους κοντινούς που είχαν κάποια σχέση με τον χώρο με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, αφού είχε γίνει ένα σαράκι που μου έτρωγε τα σωθικά. Ήθελα να γράψω και δεν μπορούσα! Φοβόμουν...

Μερικές φορές, αυτό που λένε, ότι πρέπει να συμπέσουν οι συγκυρίες για να πάρει κάτι μπροστά, έχει πράγματι ισχύ. Αυτό έγινε σε μένα. Το συζητούσα με κάποιον φίλο, λέγοντάς του πόσο φοβόμουν μήπως αρχίσω να γράφω βλακείες και η απάντηση κεραυνός που εισέπραξα μου έφτασε για να ξεκινήσω: "Ε, και;" Αυτό μου είπε. "Το πρόβλημά σου δεν είναι τι θα γράψεις, αλλά να ξεκινήσεις να γράφεις. Θέλεις να γράψεις μυθιστόρημα, έτσι δεν είναι; Ε, ο μόνος τρόπος για να γράψεις ένα μυθιστόρημα είναι να καθίσεις κάτω και να το γράψεις."

Με σόκαρε η απλότητα της σκέψης του, που όμως αποκαλύφθηκε ως η μεγάλη κρυμμένη αλήθεια που αναζητούσα. Αν ήθελα να γράψω, έπρεπε να καθίσω να γράψω. Τι πιο απλό! Καλοκαίρι ήταν όπως και τώρα. Καθόμουν στη βεράντα και η ησυχία ήταν τόσο απόλυτη γύρω μου που μπορούσα να ακούσω την εσωτερική μου φωνή με μεγάλη ευκρίνεια. 'Ο μόνος τρόπος για να το γράψεις, είναι να καθίσεις και να το γράψεις.' Κι έτσι όπως μου έρχονταν σαν αποκάλυψη αυτές οι λέξεις σηκώθηκα, πήγα στο γραφείο μου, άνοιξα τον υπολογιστή μου σε ένα έγγραφο word και ξεκίνησα να γράφω. Έτσι απλά. Ξεκίνησα και μετά δεν είχα σταματημό. Στην αρχή έκανα κάποιους άγαρμπους χειρισμούς, κάπου μου έφευγε κάπου με τράβαγε, όμως μετά από λίγο άρχισε να κυλάει σα νερό, πολλές φορές σαν χείμαρρος, μέχρι που το τελείωσα πριν καλά-καλά το καταλάβω. Σχεδόν μόνο του με οδήγησε προς τα εκεί. Και τι λύτρωση όταν έφτασα στην πιο πολυπόθητη λέξη απ' όλες, τη λέξη ΤΕΛΟΣ. Το είχα τελειώσει!

Για περισσότερο από έναν χρόνο το μυθιστόρημά μου καθόταν κλεισμένο στο συρτάρι του γραφείου μου. Μια όμορφη ιδέα που ήρθε από τον e-φίλο Gyro με έκανε να αλλάξω γνώμη και να το βγάλω προς τα έξω. 'Η τέχνη είναι για να μοιράζεται' μου είπε και θυμήθηκα τον εαυτό μου να γράφει την ίδια φράση σε κάποιο σχόλιό μου που απαντούσε στην απορία ενός αναγνώστη στους Εαπίλεκτους γιατί κάθομαι και ασχολούμαι με τα του ΕΑΠ, αφού δεν υπάρχει καμία απολαβή για μένα. Το μόνο που διέφερε ήταν το ουσιαστικό. Αντί για τέχνη είχα γράψει γνώση, μικρή όμως η διαφορά, αφού και η τέχνη και η γνώση είναι για να μοιράζονται. Μετέτρεψα λοιπόν τους Δεσμούς Αίματος με οδηγό τις οδηγίες του σε ηλεκτρονική μορφή και σας το παρουσιάζω! :)

Με αυτή την ανάρτηση σας αποχαιρετώ για το καλοκαίρι. Σας εύχομαι να περάσετε καλά, να περάσετε τέλεια, είτε φύγετε είτε μείνετε. Εγώ φεύγω αύριο, για λίγο. Για μετά, βλέπουμε.
Θα περνάω να σας βλέπω όποτε επιστρέφω στο σπίτι.

Εύχομαι σε όλους σας Καλό Καλοκαίρι!


Book reviews:

α) από Gyro


β) από maria



Νέα Ενημέρωση:


Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας και τα καλά σας λόγια!


Έχετε δίκιο για το δύσκολο της ανάγνωσης μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. Κι εγώ της ίδιας άποψης είμαι, κι εγώ θέλω να μπορώ να το κρατάω στα χέρια μου, να έχω φυσική επαφή με το βιβλίο που διαβάζω, να ακούω τις σελίδες στο γύρισμά τους, να μυρίζω τη μυρωδιά του, να σημειώνω πάνω του..


Όμως, είμαι πολύ ντροπαλή για να αποφασίσω να το τρέξω σε εκδοτικούς οίκους, δεν μου πηγαίνει καθόλου αυτό το κομμάτι της προώθησης της δουλειάς, το βλέπω σαν εφιάλτη. Γι' αυτό και δεν βγήκε από το συρτάρι παρά μόνο όταν ο Gyro μου υπέδειξε και αυτή την εναλλακτική της ηλεκτρονικής παρουσίασης, την οποία δεν είχα σκεφτεί ως τότε. 

Το να το βγάλω σε ηλεκτρονική μορφή ήταν η αμέσως επόμενη δυνατή επιλογή για μένα που γενικά δεν έχω καθόλου καλές σχέσεις με προωθήσεις, marketings και τα λοιπά συναφή.
Εννοείται πως ο απώτερος σκοπός είναι να βρεθεί εκδότης και το βιβλίο να εκδοθεί κανονικά, σε έντυπη μορφή και να πάρει το δρόμο του στα ράφια των βιβλιοθηκών μέσω της κλασικής, παραδοσιακής έντυπης οδού. Στο εξωτερικό αυτά τα κάνουν αντζέντηδες, εδώ όλα πρέπει να τα κάνουμε μόνοι μας, σνιφ.... 

:)


Σας ευχαριστώ και πάλι!


30.10.11

Αλληγορία των ματαιοτήτων (3)

Had I wings by eve.ps
Had I wings, a photo by Eva Psarrou on Flickr.
"Δεν μπορώ να σε καταλάβω, βρε Παναγιώτη, μα τον σταυρό που σου κάνω.. Η Μίνα σ' αγαπάει και ξέρω ότι την αγαπάς κι εσύ, κάντε μια προσπάθεια ακόμα, βρε αγόρι μου, αμαρτία από τον Θεό να χαλάσετε έτσι το σπίτι σας!" Ήταν η ίδια υποδοχή που του επιφύλασσε κάθε φορά που τον επισκεπτόταν στο γηροκομείο και η συζήτηση γυρνούσε σταθερά στο θέμα της Μίνας και του γάμου τους. Αγαπιόντουσαν τόσο, δεν είχε άδικο ο γέρος του, μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευε ότι ήταν μια χαρά μεταξύ τους, τι είχε πάει στραβά;...
Είχαν γνωριστεί στη Γερμανία, εκείνος γεννημένος εκεί, εκείνη είχε πάει να κάνει το μεταπτυχιακό της στην ψυχολογία. Συναντήθηκαν στο πάρτυ ενός φίλου του, ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον κεραυνοβόλα, παντρεύτηκαν εκεί, χώρισαν εδώ.. Δεν πρόλαβαν καλά καλά να τακτοποιηθούν με το σπίτι τους, με τις δουλειές τους και χώρισαν.. Λες και ο τόπος δεν τους ήθελε... Η αλήθεια είναι βέβαια ότι εκείνη δεν ήθελε τον τόπο, του το είχε πει, άλλωστε, από πριν φύγουν από την Γερμανία. Της άρεσε η ζωή εκεί, ο τρόπος που ήταν όλα ρυθμισμένα ως την τελευταία λεπτομέρεια, της άρεσε αυτό το ελεγχόμενο περιβάλλον που πρόσφερε η ξένη χώρα. Εκείνος όμως πίστευε ότι ήταν ένας κύκλος που είχε έρθει η ώρα του να κλείσει. Δεν θεωρούσε τις ενστάσεις της Μίνας άξιες σοβαρής συζήτησης, εκείνος την είχε ζήσει την ξενιτιά από τα γεννοφάσκια του, κανείς δεν την ήξερε καλύτερα από εκείνον. Ενθουσιασμός ήταν που θα καταλάγιαζε με τον καιρό, ήταν σίγουρος γι' αυτό, και τότε θα έβλεπε πόσο δίκιο είχε που σκεφτόταν να επιστρέψουν.
Για τον ίδιο βέβαια δεν ήταν στην ουσία επιστροφή, αφού επιστροφή προϋπέθετε πως είχε φύγει πρώτα, ενώ εκείνος δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στην Ελλάδα. Άκουγε που συζητούσαν γι’ αυτήν οι δικοί του, ιστορίες για τον τόπο τους και τους ανθρώπους που είχαν αφήσει πίσω για να τους ζεσταίνουν τις παγωμένες νύχτες του βορρά, έβλεπε το νόστο να τους καίει τα σωθικά, η εμπειρία του ωστόσο από την πατρίδα σταματούσε εκεί. Πόσες φορές δεν άκουγε τη μάνα του να παρακαλάει τον πατέρα του να επιστρέψουν πίσω. ‘Πάρε μας από δω, δεν αντέχω άλλη ξενιτιά, θα πεθάνω... Δεν θέλω να πεθάνω στα ξένα...’ του έλεγε δακρυσμένη στις κουβέντες που έκαναν μόνοι οι δυο τους όταν νόμιζαν ότι εκείνος είχε αποκοιμηθεί με μια φωνή που λυγούσε και σίδερα. "Αγάντα γυναίκα" ήταν η σταθερή απάντηση που εισέπρατε από τον κυρ-Γιάννη, "αγάντα να ξεμπερδέψουμε πρώτα." Και έκανε ‘αγάντα’ η Ειρήνη και έσφιγγε τα δόντια μήνες, χρόνια, ώσπου μια μέρα δεν άντεξε η καρδιά από το ‘αγάντα’ και πέθανε στα ξένα. Από εκείνη τη στιγμή η ψυχολογία του Παναγιώτη άλλαξε. Δεν έβρισκε πλέον κανένα ενδιαφέρον στη δουλειά του, οι γερμανοί φίλοι του του φαίνονταν αδιάφοροι, δεν τον χωρούσε το σπίτι του. Το ανέφερε στη Μίνα, όμως εκείνη δεν ήθελε ούτε να ακούσει για επιστροφή, με το που τελείωσε ήρθαν αμέσως κάποιες δελεαστικότατες επαγγελματικές προτάσεις, η μία δίπλα σχεδόν στο σπίτι τους, στο αντικείμενό της, τα λεφτά ήταν πολύ καλά, ο Παναγιώτης όμως δεν μπορούσε να συμμεριστεί τον ενθουσιασμό της γυναίκας του, το σαράκι του είχε ήδη ρημάξει τα σωθικά.
"Τώρα που όλοι κοιτάζουν να φύγουν από εκεί, εμείς θα επιστρέψουμε; Σύνελθε, αγάπη μου, εδώ είναι το μέλλον μας, δεν μπορείς να το δεις;" εκλιπαρούσε η Μίνα σε μια απέλπιδα προσπάθεια να του αλλάξει τα μυαλά. Εκείνος όμως δεν μπορούσε να το δει. Παρόλο που οι προοπτικές δεν ζωγραφίζονταν ευοίωνες αφού θα ξεκινούσε από το μηδέν σε έναν τόπο που μόνο ακουστά τον είχε, είχε πάρει πλέον την απόφασή του. Κι έτσι, μια ωραία πρωία, τα μαζέψανε και φύγανε. Και η Μίνα.. τον ακολούθησε χωρίς να πει τίποτα.
Δεν ξανασυζήτησαν για το θέμα, δεν το θεώρησε απαραίτητο αφού το ζήτημα είχε λυθεί. Βρίσκονταν όλοι πίσω στην Αθήνα, ο διάδοχος ήταν ήδη στα σχαριά -είχε φροντίσει άμεσα γι' αυτό, ο καιρός περνούσε κι εκείνος δεν γινόταν νεώτερος- και δεν θα μπορούσε να είναι πιο ενθουσιασμένος για το νέο ξεκίνημα της ζωής τους στην Ελλάδα, τον τόπο του πατέρα και της μάνας του και από εδώ και στο εξής, και δικό του και της οικογένειάς του..

26.10.11

Αλληγορία των ματαιοτήτων (2)

Death river by eve.ps
Death river, a photo by Eva Psarrou on Flickr.
Μέχρι να επιστρέψει στο σπίτι είχε γίνει μούσκεμα από τη νεροποντή που τον βρήκε στο δρόμο, δυο-τρεις φορές γλύτωσε παρά τρίχα το τρακάρισμα. Το μόνο καλό με τη βροχή ήταν πως έκανε τα αδέσποτα να λουφάξουν κι έτσι θα είχε λίγη ησυχία πριν ξαναφύγει το απόγευμα. Από κηδεία σε γάμο.. ωραία... Μετά από έναν χρόνο χωρισμένοι, ήρθε μια κηδεία για να πουν δυο κουβέντες. Και αυτές γεμάτες κυνισμό και πικρία.. Έβγαλε τα παπούτσια, τα έβαψε για να είναι έτοιμα και τα τοποθέτησε κάτω από το παντελόνι δίπλα στην καρέκλα. Δεν έφταιγε εκείνος που είχαν φτάσει ως εκεί. Σίγουρα έφταιγε, όμως δεν έφταιγε. Δεν είχε χαλάσει εκείνος το σπίτι τους. Δεν ξενοπερπατούσε, δεν έβγαινε με τις παρέες του, δούλευε. Δούλευε μέρα-νύχτα για να μην τους λείψει τίποτα, και το ευχαριστώ ήταν να τον πετάξει έξω από το σπίτι. Τι άλλο ήθελε, επιτέλους; Γιατί δεν μπορούσε να είναι ευχαριστημένη; Τι της έλειπε;
Η ώρα ήταν περασμένη. Πεινούσε. Παρήγγειλε δυο σουβλάκια και μια μπύρα από το σουβλατζίδικο της γειτονιάς. Δεν είχε φύγει στ' αλήθεια, του ήταν αδύνατο να απομακρυνθεί από το σπίτι του και έψαχνε από την πρώτη στιγμή να βρει ένα διαμέρισμα κάπου εκεί κοντά, ας ήταν και μια τρύπα δεν τον ένοιαζε, αρκεί να μπορούσε να βλέπει τον μικρό να πηγαίνει στο σχολείο. Τι καλά που θα ήταν να περνούσε κάθε μέρα μπροστά από το σπίτι του, να τον βλέπει πίσω από τις γρύλιες του παραθύρου του, τέλεια θα ήταν... Και η τύχη του χαμογέλασε. Με το που είδε το τοιχοκολλημένο ενοικιαστήριο πήρε τηλέφωνο και το έκλεισε κατευθείαν, χωρίς καν να το ελέγξει. Ό,τι και να' ταν, ήταν αυτό που ήθελε, στη θέση που το ήθελε.
Ζούσε μέσα σε ένα σκοτεινό και άδειο διαμέρισμα, μόνα έπιπλα ένα τραπέζι, μια καρέκλα και ένα στρώμα στο πάτωμα. Δεν πήρε τίποτα από το σπίτι, πέρα από μερικά ρούχα του, της τα είχε αφήσει όλα. Άναψε ένα τσιγάρο, έβαλε ένα ποτό, σήκωσε το ποτήρι ψηλά.. 'στην υγειά της αχάριστης' μονολόγησε και το κατέβασε μονορούφι..
Σε κάποιο επαγγελματικό του ραντεβού έτυχε να περνάει έξω από ένα κατάστημα εξοπλισμού camping. Η βιτρίνα ήταν γεμάτη από χίλια δυο εξαρτήματα, πολλά από τα οποία ούτε και ήξερε πού χρησίμευαν. Του τράβηξε την προσοχή ένα ζευγάρι κυάλια. Μπήκε και τα αγόρασε. Και από τότε άρχισε να στήνεται καθημερινά στο παράθυρο του σαλονιού και να παρακολουθεί τη γειτονιά περιμένοντας την ώρα που θα εμφανιζόταν ο γιος του. Είχε πάει μία και, ό,που να'ταν θα εμφανιζόταν... Νά' τος! Επέστρεφε παρέα με τους φίλους του. Η καρδιά του κόντεψε να σπάσει. Το μουτράκι του ήταν καταϊδρωμένο, σίγουρα θα έπαιζε μπάλα με την ομάδα του σχολείου του.. Το μαναράκι του... Κάθε φορά που το έβλεπε του φαινόταν και πιο ψηλός, πιο όμορφος... Τι του έκανε; Τι του είχε κάνει;... Τον παρατηρούσε έτοιμος να κλάψει με τα κυάλια, είχε ψηλώσει. Την είχε κατηγορήσει πως είχε βρει άλλον, ότι γι' αυτό το είχε διαλύει. Έναν χρόνο όμως τώρα που παρακολουθούσε την κίνηση του σπιτιού του με τα κυάλια, άντρας δεν είχε πατήσει στο σπίτι. Τον ακολούθησε με το βλέμμα ώσπου χάθηκε πίσω από την πόρτα του σπιτιού. Άφησε τα κυάλια στο περβάζι του παραθύρου και έπιασε να ντυθεί όπως-όπως, πώς πέρασε έτσι η ώρα, είδηση δεν πήρε. Η βροχή είχε σταματήσει και ένας ήλιος λαμπερός εμφανίστηκε πίσω από τα μολυβιά σύννεφα. Ούτε και σήμερα φάνηκε κανείς.. Είχε αργήσει.

24.10.11

Αλληγορία των ματαιοτήτων (1)

Steenwyck Harmen, Allegory of vanities, 1612-1656
Ο καιρός ήταν μουντός, είχε μπει από νωρίς το φθινόπωρο εκείνη τη χρονιά. Όλα ήταν βρεγμένα από τη νεροποντή της προηγούμενης νύχτας. Την άκουγε τη βροχή στον ύπνο του, αλλά τώρα διαπίστωνε ότι δεν ήταν όνειρο.  Είχε ξυπνήσει μέσα στα νεύρα από το αλύχτισμα των αδέσποτων που είχαν κάνει κατάληψη στη γειτονιά εδώ και μήνες, ευχόμενος να βρισκόταν κάποτε ένας χριστιανός να τα ξεπαστρέψει. Και τώρα που επιτέλους είχαν ησυχάσει, εκείνος έπρεπε να σηκωθεί. Άσχημα ξεκινούσε η μέρα του, κάτι που προμήνυε ότι θα συνεχιζόταν με τον ίδιο τρόπο, την έβλεπε τη δουλειά. Άνοιξε εκνευρισμένος τη ντουλάπα, έβγαλε το μοναδικό σκουρόχρωμο κοστούμι, έψαξε για κανένα σιδερωμένο πουκάμισο, πού στο διάβολο εξαφανίζονταν όλα όποτε τα χρειαζόταν; Γεμάτος δυσφορία φόρεσε το πρώτο που βρήκε και βγήκε στον δρόμο. Βρίζοντας για τις λάσπες που λέρωσαν τα παπούτσια του και για την ανικανότητα του δημάρχου να φτιάξει επιτέλους τον δρόμο έξω από το σπίτι του τόσον καιρό μετά τα έργα αποχέτευσης, μπήκε όλος τσαντίλα στο αυτοκίνητο.
Στο νεκροταφείο έφτασε καθυστερημένα. Το φέρετρο βρισκόταν ήδη στη θέση του κάτω από τη φρεσκοσκαμμένη λάσπη όταν έφτασε. Ανάμεσα στους λιγοστούς παρευρισκόμενους είδε την γυναίκα του. Προτίμησε να κρατήσει απόσταση. Κάποια στιγμή κοιταχτήκανε. 'Τι να κάνω;' της έκανε νόημα, όμως εκείνη γύρισε αλλού το βλέμμα ανέκφραστη. Δεν έφταιγε εκείνος που είχε αργήσει, τι ήθελε επιτέλους! Είχε ανασηκώσει τους ώμους συρρικνώνοντας τον σβέρκο του μέσα στην λασπωμένη καπαρντίνα σε μια απολογητική κίνηση, ήταν φανερό όμως ότι δεν έφτανε για να συγχωρεθεί από την πρώην. Δεν του έκανε εντύπωση, ποτέ δεν της έφτανε τίποτα, εκείνη η αλάθητη και εκείνος πάντα ο σκάρτος. Σήμερα ωστόσο ήταν αποφασισμένος να μη δώσει συνέχεια, εξάλλου τη μάνα της έθαβε, δικαιολογούνταν να είναι αναστατωμένη κι ας μην το έδειχνε. Ήταν σίγουρος ότι θα του το συγχωρούσε μόλις ηρεμούσαν τα πράγματα, όπως του τα συγχωρούσε πάντα κι ας μην το είχε παραδεχτεί ποτέ.
"Έχεις θράσος, αυτό μπορώ να σου το αναγνωρίσω" ήταν η πρώτη φράση που άκουσε με το που βρέθηκαν μόνοι.
"Είχα δουλειά, δεν μπορούσα να φύγω νωρίτερα. Ήρθα, δεν ήρθα;"
Την απάντηση την έδωσε και πάλι το βλέμμα της. Μετά από τόσον καιρό χώρια, εξακολουθούσε να κόβει σαν λεπίδι. Ένιωσε άβολα για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου, δεν είχε και άδικο.. Ίσως να ήταν και οι τύψεις για τον τρόπο που της είχε φερθεί που τον έκανε να μην πυροδοτήσει τον καβγά.. Δεν ήθελε να δώσει συνέχεια, αν και μπορούσε, ήταν καλός σ' αυτό. Πρόσεξε ότι φορούσε το αγαπημένο του μαύρο ταγέρ, αυτό που είχαν αγοράσει μαζί στο ταξίδι τους στην Πράγα. Είχαν περάσει όμορφα τότε, λες κι ήταν σε άλλη ζωή.. Ήταν διακριτικό το μακιγιάζ της, τα μαλλιά της επιμελώς μαζεμένα σε σινιόν. Ήταν όμορφη... Ένας κόμπος του έσφιξε το στομάχι. Η αλήθεια ήταν πως ήταν κάθαρμα τις περισσότερες φορές, ήξερε όμως, είχε προπονηθεί καλά πάνω στο πώς να τα διώχνει μακρυά τέτοια άβολα συναισθήματα.. πώς να διώχνει τα συναισθήματα γενικώς, θα ήταν το πιο σωστό να πει.
"Φρόντισε μεθαύριο να είσαι στην ώρα σου, μπορείς να το κάνεις;"
"Μπορώ.."
"Ωραία. Και βάλε κάτι σιδερωμένο αυτή τη φορά."
Γύρισε την πλάτη και έφυγε χωρίς να τον χαιρετήσει. Την παρακολουθούσε σιωπηλός που απομακρυνόταν. Εκείνος μέσα στις λάσπες, εκείνη αψεγάδιαστη, σαν κούκλα από πορσελάνη.. Ακόμα περπατούσε με την ίδια χάρη.. πόσο αγαπούσε αυτό το λίκνισμα.. Έβγαλε από την τσέπη το πακέτο με τα τσιγάρα, άναψε ένα.
"Ντροπή! Σεβαστείτε την ιερότητα του χώρου, παρακαλώ, σβήστε το!" Ήταν ο παπάς. Το έσβησε χωρίς να μιλήσει. Εξάλλου, ήταν εκείνος που πριν από λίγα λεπτά του είχε θάψει την πεθερά, του χρωστούσε αυτή τη χάρη.

15.3.09

Χαμένος Παράδεισος

Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στα χειρόγραφα και τις παλιές εκδόσεις βιβλίων και αρκετές είναι οι φορές που έχω ευχηθεί να είχα αρκετά χρήματα, ώστε να μπορούσα να τα διαθέσω σε μια τέτοια συλλογή. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, οπότε έχω προσαρμοστεί στο αμέσως επόμενο εφικτό μου, που είναι να τα θαυμάζω στις προθήκες των μουσείων και στις μεγάλες βιβλιοθήκες όποτε μου δίνεται η ευκαιρία.

Πριν από λίγες μέρες κάτι αναπάντεχο συνέβη. Χρειάστηκε να παραβρεθώ σε μια κοινωνική υποχρέωση που θα γινόταν σε ένα μικρό ταβερνάκι στον Νέο Κόσμο. Είχα να παραδώσω εργασία μετά από λίγες μέρες και το να χάσω την Κυριακή μου ενώ ήμουν πελαγωμένη μέσα στην ύλη και τις προθεσμίες μου και με όλα τα υπόλοιπα να τρέχουν, ε, δεν ήταν και η ιδανικότερη συγκυρία, ήταν όμως κάτι που δεν μπορούσα να το αποφύγω, κι έτσι, πήγα.

Το ταβερνάκι βρισκόταν σε ένα στενό κάπου πίσω από την Βουλιαγμένης και το μόνο που προϊδέαζε για τον σκοπό της λειτουργίας του ήταν μια ξεχαρβαλωμένη πινακίδα πάνω από την πόρτα που έγραφε «ταβέρνα τάδε». Ωραία, σκέφτηκα, ό, τι χρειαζόταν για να δέσει το γλυκό… Μπήκα με μισή καρδιά, και χαλασμένη διάθεση, όπως όταν κάτι ξεκινάει από την αρχή στραβά και ξέρεις ότι θα συνεχίσει το ίδιο στραβά όπως ξεκίνησε. Απ’ έξω δεν φαινόταν απολύτως τίποτα, όταν όμως άνοιγες την πόρτα και έμπαινες στο εσωτερικό του, σε περίμενε μια έκπληξη: ένας άλλος κόσμος ξετυλιγόταν μπροστά σου, που καμία σχέση δεν είχε με το σήμερα. Κάθε σπιθαμή στους τοίχους, κάθε έπιπλο, όλα γεμάτα από κειμήλια ενός παρελθόντος όχι πολύ μακρινού, όμως απόλυτα αυθεντικού. Μπακίρια και τεράστια κεχριμπαρένια κομπολόγια, μπουφέδες και καθρέπτες με σκαλίσματα, παλιά γραμμόφωνα και ραδιόφωνα, πορτραίτα μέσα σε ξεθωριασμένες παμπάλαιες κορνίζες, προφανώς οι πρόγονοι του ιδιοκτήτη, σε μια άκρη ένα ξύλινο ψυγείο, από αυτά που έπαιρναν πάγο για να λειτουργήσουν, κάπου αλλού μια ραπτομηχανή χωρίς ποδαράκι, από αυτές τις επιτραπέζιες με τη μανιβέλα στο πλάι, δεν ήξερες τι να πρωτοκοιτάξεις.

Κάθε γωνιά του αποκάλυπτε και μία έκπληξη. Δεν κάθισα αμέσως στο τραπέζι, προτίμησα να σεργιανίσω αργά θαυμάζοντας αυτά τα αντικείμενα από κοντά κι ήταν σα να έβλεπα εκθέματα σε κάποιο ξεχασμένο ιστορικό μουσείο. Ώσπου η προσοχή μου έπεσε σε ένα απόμερο τραπεζάκι, μακριά από την κίνηση του μαγαζιού. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί και έμεινα έκπληκτη από αυτά που φιλοξενούσε. Πάνω στο τραπέζι χειρόγραφα του προηγούμενου αιώνα, δελτία και τεφτέρια που έμοιαζαν με εργατικά ημερολόγια παρουσίας και υλικών (μετρημένων σε οκάδες!), ένας τεράστιος τόμος των αρχών του 20ου αιώνα, σαν μια πολυεγκυκλοπαίδεια επί παντός επιστητού, γραμμένη στα αγγλικά και κάτω από όλα αυτά… ένας Milton του 1805!!! Το χιλιοταλαιπωρημένο δερματόδετο βιβλίο που έπιασα στα χέρια μου ήταν ένα αντίτυπο του Paradise Lost, το διάσημο έργο που τον καθιέρωσε ως δημιουργό!

Για όσους ίσως τον αγνοούν, ο John Milton, θεωρείται ας πούμε ο εθνικός ποιητής της Αγγλίας, κάτι αντίστοιχο με τον δικό μας Διονύσιο Σολωμό, ο ίδιος μάλιστα επιδίωξε να κατακτήσει αυτό τον τίτλο, σε μια εποχή που ένας τέτοιος τίτλος είχε σημασία. Παρά τις εξεζητημένες του σπουδές στο Κέιμπριτζ και την τέλεια κατάρτισή του στα λατινικά που θα του εξασφάλιζαν λαμπρή καριέρα στη νομική ή στην εκκλησία, εκείνος στράφηκε στην ποίηση, τον μόνο δρόμο που θα τον οδηγούσε στην αθανασία. Τον Χαμένο Παράδεισο τον ξεκίνησε όταν είχε χάσει την όρασή του και κανένας αντιπερισπασμός δεν μπορούσε πλέον να τον αποσπάσει από το έργο του. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία έπη στην Ευρώπη, με θέμα την πτώση του ανθρώπου, τη μάχη του καλού με το κακό, τον ορθό λόγο, την ελεύθερη βούληση, με το οποίο κατάφερε τελικά να εκπληρώσει την φιλοδοξία του, να μείνει αθάνατος μέσα από το έργο του.

Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, βρισκόταν στα χέρια μου. Το κείμενο ήταν γραμμένο στα αγγλικά και στα γαλλικά και ανά σελίδες διακοσμούνταν με γκραβούρες εποχής. Ο χρόνος δεν το είχε λυπηθεί, οι σελίδες του ήταν γεμάτες κηλίδες, σκισμένο σε πολλές μεριές, κολλημένο σε άλλες, παρόλα αυτά, ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για ένα βιβλίο ανεκτίμητο.

Όταν ρώτησα γι’ αυτό τον ιδιοκτήτη, δεν είχε ιδέα ούτε για το ποιος ήταν ο Milton ούτε για την αξία του βιβλίου. «Το μόνο που εκτιμώ σ’ αυτά που βλέπεις γύρω σου είναι ο χρόνος που έχει περάσει από πάνω τους», μου είπε. «Δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Αυτό και το να βλέπω κάπου-κάπου το ενδιαφέρον κάποιου πελάτη, όπως καλή ώρα του λόγου σου, για αυτά που μαζεύω τόσα χρόνια και στολίζουν το μαγαζί μου. Ήρθε κάποια μέρα κάποιος και μου είπε ότι αυτό το βιβλίο αξίζει πολλά λεφτά. Ξέρεις τι του είπα; Και όλα τα λεφτά του κόσμου να μου δώσεις, δεν το δίνω. Δεν μπορώ να δώσω τίποτα από αυτά που βλέπεις εδώ μέσα, γιατί όλα αυτά είμαι εγώ… Και να φανταστείς ότι το βρήκα πεταμένο στα σκουπίδια! Η γυναίκα μου με κοροϊδεύει, αλλά εγώ δεν την ακούω. Αν δω κάτι να μου τραβήξει το μάτι, κάτι παλιό, θα το πάρω χωρίς ενδοιασμούς. Ακόμη κι από τα σκουπίδια. Το τι βρίσκει κανείς ψάχνοντας εκεί δεν λέγεται. Σκέτος παράδεισος. Πάμε και πληρώνουμε και γεμίζουμε γυαλιστερά και φανταχτερά φτιασίδια, όταν η αλήθεια δεν θέλει φτιασίδια. Η αλήθεια λάμπει από μόνη της κι η μεγαλύτερη αλήθεια που βλέπεις μέσα στο μαγαζί μου είναι η αλήθεια του χρόνου. Κι αυτό δεν συγκρίνεται με όλα τα φτιασίδια του κόσμου.»

Αυτά μου είπε ο μαγαζάτορας. Νομίζω ότι τα είχε πει όλα.

3.3.09

Απάτητη κορφή


Περίμενα, περίμενα καιρό
Κι όσο περίμενα, σ’ άγνωστη χώρα προχωρούσα
Σκαρφάλωνα σ’ απότομες πλαγιές
Πάνω σε πέτρες αιχμηρές ισορροπούσα.

Κι όσο να’ ρθεις σε εμένα καρτερούσα,
πάνω σε λήθης μονοπάτια περπατούσα.

Πληγές ανοίξαν απάνω στις υπάρχουσες πληγές
Κι άλλες πολλές απάνω στις καινούργιες ξανανοίξαν
Πληγή που μόνο με πληγή μπορούσε να βαστήξει
Τόσο, που ο πόνος δεν έφτανε πια να με αγγίξει.

Στάλες το αίμα στάλαξε και χάραξε σημάδι
σαν πεφταστέρι φώτισε το πνιγηρό σκοτάδι.

Δυνάμωσαν τα χέρια μου και βγάλανε φτερά
Και μακριά πετάξανε σε σκοτεινούς καιρούς
Με ορατούς τα έβαλαν κι αόρατους εχθρούς
Νύχια και δόντια και καρδιά κρατούσανε γερά.

Ήχους του χρόνου έμαθα καλά να πολεμώ
Πώς θα μπορούσα τώρα πια να σταματήσω;
Σ’ απάτητο σκαρφάλωνα απόκρημνο βουνό
Ό,τι δικό χαμένο μου να το ξανακερδίσω.

Όλα αυτά που νόμιζα πως είχα ξεχασμένα
σε μια στιγμή που τίποτα δεν έμεινε από μένα.

Συνέχισα αντίθετα στο νου να προχωρώ
Ώσπου κατάφερα να φτάσω ως το τέρμα
Χωρίς να ξέρω αν απ’ της μάχης τον αχό είχα σωθεί
Ούτε αν αλήθεια ήτανε ή του μυαλού μου ψέμα.

Τόσο φτάσαν τα μάτια μου να βλέπουν μακριά
κάθε σκιά, που φάνταζε φτιαγμένη από φωτιά.

Αιχμάλωτη μιας μάχης που αργούσε να τελειώσει
Κάποιας ζωής χρωστούμενα ζητούσε να πληρώσει.
Σ’ απάτητη σκαρφάλωσα την πιο ψηλή κορφή
Τίποτα δεν περίμενε εκεί.

7.2.09

Ξημέρωμα Σαββάτου


Ξημέρωμα Σαββάτου πνιγμένο στη σιωπή
σαν ψίθυρος θανάτου που ψάχνει να με βρει

σα μυστική πορεία σ’ υπόγεια διαδρομή
σημάδια που’ χα αφήσει η αγάπη μου να βρει.


Ξημέρωμα Σαββάτου το ίδιο σκηνικό
σκιά που εκείνη φεύγει κι εγώ την κυνηγώ
του χρόνου οι αναμνήσεις πληγές μου που μετρούν
ονείρου παραισθήσεις που καίνε και μεθούν.


Ξημέρωμα Σαββάτου πεθαίνει μια ευχή
σαν κύμα που γυρεύει την τελευταία ακτή

σαν ψέμα που ζητάει αλήθεια να ντυθεί
και τον χαμό της βρίσκει σε κάθε ανατολή…

 

9.1.09

Θέμα λογικής...


Βάπτισε κάποιος την τρέλα λογική και μ’ έναν ψίθυρο του ανέμου
τύμπανα χτύπησαν πολέμου.
Όλα σίγησαν και σκύψαν το κεφάλι.
Πάλι...
Στο όνομα της σωτηρίας του κόσμου, σαν επανάληψη ταινίας περσινής,
όλα τα ψέματα εμπρός μου.

Ρουκέτες πέφτουν σαν βροχή σε χωματένιες γειτονιές
κάνοντας τη νύχτα μέρα
κι οι συνειδήσεις κρύφτηκαν μέσα στις σκιές.
Χάθηκε ο ήλιος πίσω απ’ τους καπνούς και τους αχούς της φρίκης
στο όνομα μιας αιματοβαμμένης νίκης.



Μωρά αθώα ξεψυχούν κατά δεκάδες
το φως πριν δουν καλά-καλά της μέρας
κι ανθρώπων άμοιρες ζωές από τη φόρα κρίνονται ξανά
μιας σφαίρας.
Αίμα και βία κι εκρήξεις εκκωφαντικές
σαν ένοχες σιωπές που κρύφτηκαν στου χρόνου τις στοές.



Ψυχές παιδιών που κοίταξαν τον θάνατο στα μάτια
μάταια ψάχνουν το γιατί.
Γιατί κείτεται δίπλα μου η μάνα μου νεκρή;
Γιατί αύριο δεν θα ξαναπάω στο σχολειό;
Γιατί πλάνο το δράμα μου στου κόσμου έχουν κάνει
τις ειδήσεις των οκτώ;




Γιατί οι άνθρωποι ανθρώπους πολεμάνε;
Γιατί τα όνειρά μου έπαψαν πλέον να πετάνε;
Γιατί στη γειτονιά μου αργεί τόσο πολύ να ξημερώσει;
Ποιος θα σκύψει, θα νοιαστεί, τώρα, ετούτη τη στιγμή,
της ανθρωπιάς το χάδι να μου δώσει;

Κι απ’ του ανθρώπινου μυαλού την λογική
να με γλυτώσει;...

8.12.08

Acid


What might true love really mean?
Is it fields forever green?
Is it give and never take?
Only bend and never break?

Is it bleed and never heal?
Only false and never real?
Is it swim and never fly?
Only smile and never cry?

Is it play and never mean?
Only fight and never dream?
Is it trapped and never free?
Is it you and never me?

Might two souls be kept apart
Love is acid in the heart.

10.11.08

Αν είχε η σκιά μιλιά...


Εντάξει.
Θ’ αφήσω τον χρόνο να περάσει.
Στου χρόνου την άκρη για σε μπορώ να περιμένω
το κλωθογύρισμα της μοίρας πότε θα έρθει να προσμένω..
Σ’ αφήνω, αφού το θες, να περιπλανηθείς
στις άγριες θάλασσες του νου που έχεις για λημέρια
εκεί που οι άστεγες ψυχές ποτέ δεν γαληνεύουν
εκεί που δεν θα δεις αετούς με κάτασπρα να σμίγουν περιστέρια.
Σώμα κουφάρι που το’ φαγε της λήθης η αλμύρα
κατάρτια που μείνανε μισά και σύντροφοί σου γίνανε πιστοί
το πλήρωμα από καιρό φευγάτο και όλα τα πανιά σκισμένα
δυο κάβοι η μόνη σου ελπίδα, μόλις το σφύριγμα Σειρήνων ακουστεί.
Ξέμεινες πίσω κίβδηλα πλάσματα της μνήμης να υπομένεις
νύχτα και μέρα μοναχός… ποια μοίρα τάχα κυνηγάς και τι προσμένεις;…

Άσε με να’ ρθω εγώ σε σένα.
Των δελφινιών τους ήχους θα κάνω οδηγό
και με τον έρωτα μοναχικό σκαρί πύρινες πέτρες θα διασχίσω
πλανεύτρας μοίρας Συμπληγάδες μπροστά σε κύμα φθονερό
το ανάστημά μου ξανά απ’ την αρχή σαν σε γιορτή θα αναστήσω
αίμα ζεστό η ανθρώπινη ζωή
που σαν βορά στα άπληστα ρουθούνια του θα ορμάει
ένστικτα μαύρα σκοτεινά που από λήθαργο αιώνιο του ξυπνάει.
Κι αν ανταριάσει ο καιρός και γίγαντας θεόρατος σταθεί
με λύσσα και στυγνή ορμή μπροστά μου,
όσο κι αν φοβηθώ δεν θα λιγοψυχήσω,
μα σαν στρατιώτης σου πιστός
τη θάλασσά σου της σιωπής θα διασχίσω
με αυταπάρνηση και πίστη περισσή.

Άσε με να’ ρθω εγώ σε σένα.
Στην κόλαση θα κατεβώ του Δάντη να σε βρω
μαινόμενους Μινώταυρους για σε θα πολεμήσω
κι ανήλιαγους Λαβύρινθους σιωπής θα διασχίσω
μίτο ζωής στα δυο σου χέρια να αφήσω.
Κι όταν η δόλια η μοίρα μου σε σένα θα με φέρει
και μες στα δυο σου μάτια θα σώσω να κοιτάξω
το χέρι μου σφιχτά θα σε κρατήσει από το χέρι
και τη φτωχή και ματωμένη μου καρδιά
αμέσως στο λεπτό θα την προστάξω,
μέχρι να φτάσουμε σε μέρη ασφαλή και φωτεινά
πίσω της πόθοι μου σφοδροί να μην με πείσουν να κοιτάξω.
Ορφέας κι Ευρυδίκη μου μάθανε το μάθημα καλά.

Κι αν πλανερά παιχνίδια η φαντασία σου θελήσει να σου παίξει
και στα τυφλά τα μάτια σου φαντάσω ως οπτασία
καρδιά μου, μην ξεγελαστείς κι απ’ το θηκάρι σου σπαθί μη λευτερώσεις
θύελλες, άνεμοι σφοδροί και τρικυμίες
κι αν προσπαθήσουν της αγάπης το σκαρί να διαλύσουν
μάταια πως είναι όλα κι αν θελήσουν να σε πείσουν
και την ψυχή σου με ενοχές γεμίσουν κι ερινύες
μην τα αφήσεις, μάτια μου, να σε παραπλανήσουν.

Ομίχλη μην αφήσεις να καλύψει την καθάρια του έρωτα την όψη
και μην ξεγελαστείς στα μαύρα πως ντύθηκε η νύχτα να σε σώσει
μην την αφήσεις με μάγια μυστικά να σε προστάξει
και σε όρκους αιώνιας σιωπής ξανά να σε καταδικάσει.
Τη δύναμη βρες της φαντασίας τα παιχνίδια τρεις φορές ν’ απαρνηθείς
αν θες από του χρόνου τους ψεύτικους και θαλερούς ιστούς να λυτρωθείς.

Άσε με να’ ρθω εγώ σε σένα.
Κουρσάρος για σένα θα γενώ
μέσα στης λήθης τις αβύσσους για σε θα ταξιδέψω
και την χαμένη σου ψυχή θα’ ρθω για να κουρσέψω
πίσω ξανά σε σένα να σου την επιστρέψω
κι από του έρωτα το φως ας τυφλωθώ…


 

***



Αυτή η ποιητική παρένθεση είχε ως αφετηρία της την παρακίνηση της φίλης μου talisker, η οποία με προσκάλεσε σε ένα πολύ ιδιαίτερο και δύσκολο παιχνίδι, ένα παιχνίδι που τον λόγο δεν τον έχουμε εμείς, αλλά η "σκοτεινή" πλευρά μας.
Εμπνευστής ο πάντα απρόβλεπτος kryos, που μας έριξε στα βαθιά νερά της άλλης όψης του εαυτού μας, αυτής που προτιμά να ζει σε μέρη ανήλιαγα και σκοτεινά, και σπάνια βλέπει το φως της μέρας.
Ένα ταξίδι που πάντα θα κρύβει εκπλήξεις.

Θέλω να δω πολλούς να παίζουν αυτό το «παιχνίδι». Να ακούσω τη σκιά τους να μιλάει. Πρώτον και καλύτερο τον ίδιο τον εμπνευστή, kryo. Θέλω επίσης να διαβάσω τον κωνσταντίνο που πρόσφατα μας αποκάλυψε την ποιητική του πλευρά, την αγαπημένη και πάντα εκλεπτυσμένη σοφία στρέζου, την γλυκιά και σκοτεινή άνιμα, τον φιλόσοφο της παρέας karaflokotsifa, την πάντα γλυκιά και ρομαντική anastasia, την δροσερή ανασαιμιά, τον επαναστάτη βασίλη και τον αθεράπευτα εμπνευσμένο φίλο μου Νικόλα (ανεμοσκορπίσματα).

Θέλω να τους καλέσω όλους, krye, γίνεται;
Η πρόσκληση είναι λοιπόν ανοικτή για όσους τολμούν να αφεθούν!

27.8.08

Σημεία των καιρών...





Στην εποχή μας έχουμε μεγαλύτερα σπίτια,
αλλά μικρότερες οικογένειες
περισσότερη άνεση,
αλλά λιγότερο χρόνο
έχουμε περισσότερα πτυχία,
αλλά λιγότερη κρίση
περισσότερους ειδικούς,

αλλά και περισσότερα προβλήματα
περισσότερα φάρμακα,
αλλά λιγότερο καλή υγεία


ξοδεύουμε απερίσκεπτα,

γελάμε σπάνια,

εξαγριωνόμαστε εύκολα,

ξενυχτάμε συχνά,

και διαβάζουμε λίγο

έχουμε προσθέσει χρόνια στη ζωή μας,
αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας
έχουμε ψηλότερα κτήρια,
αλλά κοντύτερη ψυχική διάθεση

φαρδύτερους δρόμους,
αλλά στενότερη αντίληψη



ξοδεύουμε περισσότερα,
αλλά έχουμε λιγότερα
αγοράζουμε περισσότερα,
αλλά τα απολαμβάνουμε λιγότερο
ζούμε στην εποχή του γρήγορου φαγητού
και της αργής πέψης



με πιο όμορφα σπίτια,
αλλά και πιο πολλά διαλυμένα σπίτια
με ψηλούς ανθρώπους,

αλλά κοντούς χαρακτήρες

στην εποχή μας δεν σεβόμαστε τους άλλους

έχουμε αυξήσει τις περιουσίες μας,
αλλά έχουμε μειώσει τις αξίες μας
έχουμε μάθει να κάνουμε τη ζωή μας,
αλλά δεν ξέρουμε τι θα πει ζωή

κατακτήσαμε το εξωτερικό διάστημα,
αλλά όχι και τον εσωτερικό μας κόσμο
διασπάσαμε το άτομο,
αλλά όχι και την προκατάληψη
σχεδιάζουμε περισσότερα,
αλλά πραγματοποιούμε λιγότερα



έχουμε μάθει να τρέχουμε,
αλλά όχι και να περιμένουμε
να μιλάμε,
αλλά όχι και ν’ ακούμε

λέμε ψέματα πολύ,

και αγαπάμε λίγο



στην εποχή μας νομίζουμε ότι θα ζήσουμε για πάντα,
αλλά χάνουμε τις στιγμές
λες και μας έχουν χαριστεί

δανεικές κι αυτές

όπως κι η ζωή…

Καλό σου ταξίδι, φίλε...


(Γ. Κάργας)

11.8.08

ταραμ-ταραμ-ταραμ



Έγιν’ ο καιρός ευχής προμήνυμα. Πριν καν μαζευτούν τα σύννεφα και προτού πιάσει να σκοτεινιάζει. Όταν ο αυγουστιάτικος ήλιος ακόμη πυράκτωνε την ερημωμένη τσιμεντούπολη και η αφόρητη ζέστη αποστράγγιζε και τις τελευταίες αντοχές αυτών που απόμειναν πίσω σαν ξεχασμένοι ναυαγοί.


Σκληρός μήνας ο Αύγουστος. Αδυσώπητος. Ο ήλιος του μαστιγώνει, αφυδατώνοντας και την πιο δροσερή σκέψη. Δεν υπάρχει ίσκιος να σε παρηγορήσει, ούτε σκοτεινιά να σε προφυλάξει, μόνο εκτεθειμένος υπομένεις την κάψα του σε ένα ανελέητο βασανιστήριο χωρίς τέλος.


Κι όμως…


Μες στο θαμπό απομεσήμερο, όταν όλα ήταν ακίνητα σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει, κάτι προμήνυε τον ερχομό της. Αλλοιώτικα μύρισε το χώμα και οι αισθήσεις οξύνθηκαν. Μια αναμονή αιωρούνταν στον αέρα και μια υπόσχεση, σαν κάτι πως θα άλλαζε…


Κάρφωσα τα μάτια στον θόλο τ’ ουρανού και περίμενα. Περίμενα με τη λαχτάρα μικρού παιδιού. Μια μπόρα, μια βροχή, μια καταιγίδα… σταύρωσα τα χέρια μου σε μιαν ευχή… να βρέξει… να βρέξει ανελέητα…


Ο αέρας στάθηκε ακίνητος κι αυτός μέσα στον χρόνο. Ο ήλιος είχε χαθεί κι ο ουρανός ζωντάνεψε από τα σύννεφα που άρχισαν να αλλάζουν χρώματα και να πυκνώνουν και να βαραίνουν, ώσπου ένα έγιναν μαζί του. Σκοτεινιά κι αναμονή. Και κάπου-κάπου, μια λάμψη να χαρακώνει το μολυβένιο τ' ουρανού. Ας βρέξει… μόνο ας βρέξει…



... κι ήρθαν οι πρώτες ψιχάλες! Διστακτικά στην αρχή, ξεθαρρεμένες κατόπιν έσκαγαν στις πλάκες των πεζοδρομίων, στις φυλλωσιές των δέντρων, στα κάγκελα των σπιτιών. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε. Όλοι κρυμμένοι πίσω από παραθύρια και μπαλκονόπορτες, κάτω από περβάζια. Και μετά, ήρθαν κι άλλες, κι άλλες και σε λίγο, ένας τρελός χορός από μια βροχή χορταστική και γεναιόδωρη, που εισέβαλε παντού σα θείο δώρο! Τα τζάμια των παραθύρων άρχισαν να βουρκώνουν, ρυάκια που έγιναν ποτάμια λύτρωσης, σάρωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους! Κι εγώ, να παρακολουθώ εκστασιασμένη την ευχή μου να εκπληρώνεται μπροστά στα μάτια μου!
ταραμ-ταραμ-ταραμ
ταραμ-ταραμ-ταραμ
ταραμ-ταραμ-ταραμ
Ευχή μου βγες αληθινή
φέρε μια μπόρα, μια βροχή
ταραμ-ταραμ-ταραμ
στήσε στον Αύγουστο παγίδα
φέρε βροχή και καταιγίδα!
ταραμ-ταραμ-ταραμ
ταραμ-ταραμ-ταραμ
ταραμ-ταραμ-ταραμ
Απομεσήμερο Αυγούστου
κάποιος ένα ξόρκι βροχής ψυθίρισε στον νότο
κάποιος τραγούδι το' κανε στον βορά
και η φύση άκουσε και μαζί τους άρχισε να χορεύει σε άδεια πλατεία,
ξυπόλητη και χωρίς αδιάβροχο,
χωρίς σταματημό

και πέρα από μέτρα…

3.8.08

Πολεμική εκστρατεία





Τι πιο παράδοξο πάθος απ’ τον έρωτα.

Όσο περισσότερο του υποτάσσεσαι


τόσο σε απελευθερώνει.


Σε αναδομεί


μέσα από τη συντριβή.


Σε αφανίζει


για να ξαναγεννηθείς.


Σε διατάζει να βιώσεις το απόλυτο σκοτάδι


για να διακρίνεις το φως.


Εξουσιαστής και κυρίαρχος.


Πολεμική εκστρατεία με μη προβλέψιμη έκβαση.


Δύσκολος ο δρόμος του.


Κακοτράχαλος.


Δύσβατος και ανηφορικός.


Και τόσο μοναχικός.


Σε φθείρει.


Σε διαλύει.


Σε οδηγεί σε φυσική εξόντωση.


Κι όσο σε εξοντώνει… τόσο εσύ τον λαχταράς!


Σα νυχτοπεταλούδα που έλκεται
υπνωτισμένη από το φως μιας νυχτερινής λάμπας

κι ας ξέρει πως μπορεί να καεί.


Δεν πτοείται. Δεν την ενδιαφέρει.
Συνεχίζει να πετά παθιασμένους κύκλους θανάτου.

Όπως κι εσύ.

Κύκλους θανάτου κάνεις σαν υπνωτισμένος


γύρω από τη μόνη πηγή που μπορεί να εμπνεύσει.


Την μόνη δύναμη που κινεί τον κόσμο,


που μπορεί και να τα κάνει όλα σωστά
κι εντάξει.

Κι ας καταστραφείς…



Δύσκολος ο δρόμος που ζητά να περπατήσεις.


Και στο τέρμα του δρόμου,


εκεί που το θνητό και το αθάνατο


γίνονται ένα,


και λες πως πια δεν έχει μείνει τίποτε από σένα να περισώσεις,


σου υπόσχεται…


την ουσία της ζωής!


Την ιερή γνώση.


Ποιος μπορεί στ’ αλήθεια να πει


παρά μόνον αυτός


που ως το τέρμα έχει φτάσει;


***



«Εσείς του Έρωτα στράτα όσοι διαβείτε
σταθείτε για να δείτε
νάχει βαριά, όση εγώ, άλλος οδύνη;
Ν’ ακούσετε λοιπόν καταδεχτείτε,
μετά συλλογιστείτε
το βάσανό μου αν έχει ματαγίνει.

Έρως, που δεν τον άξιζα και μήτε
δικός μου θεωρείται
τόσο γλυκιά μου’ χε χαρίσει ειρήνη
που πίσω μου άκουγα να συζητείται:
«Θεέ, πώς εξηγείται
αυτού η καρδιά τέτοια χαρά να κλείνει;»

Και τώρα κάθε σιγουριά έχω χάσει
που θησαυρό ερωτικό ανταμοίβει
κι η φτώχεια έτσι με θλίβει
που δύσκολα μου βγαίνει αυτή η φράση.

Κι από ντροπή τη συμφορά που κρύβει
παρόμοια μ’ εκεινού κρατάω στάση:
χαρά να δείχνει η δράση
κι ο πόνος την καρδιά μου να συντρίβει.»

Δάντης




14.7.08

Ας μπορούσα...


Μικρό παιδί ας μπορούσα να γενώ
φτου ξελευθερία, να φωνάξω
να σκάσει χαμόγελο στα χείλη
στροβίλισμα στης μοίρας το παιχνίδι
σ’ ανέμου νότες να χάνομαι…

Ουράνιο τόξο ας μπορούσα να γενώ
γέννημα βροχής και ήλιου θρέμμα
μ' άλικο χρώμα σαν το αίμα
ευχής ανείπωτης γεφύρι
τη νύχτα του κόσμου να αισθάνομαι…

Ένα σου δάκρυ ας μπορούσα να γενώ
γυάλινη μνήμη στης θλίψης την άκρη
ουρανό και γη σιωπηλά να στάξω
σ’ αγάπης ράχη να καλπάσω
κι από τη μέση των στιγμών να πιάνομαι…
-.-

1.7.08

Μέκκα...

Όταν οι σκέψεις βαραίνουν…


και διαπιστώνω πως όσα μαθήματα κι αν μου δώσει η ζωή
τα ίδια λάθη ανακυκλώνω…


όταν η πολύβουη καθημερινότητα μου κλέβει προκλητικά την ηρεμία…
και με δυσκολία μπορώ να συντονιστώ με την εσωτερική μου φωνή…


τότε…


είναι η ώρα…


που βάζω τα αθλητικά μου και δραπετεύω…
σε μια όαση που ακόμη επιβιώνει…


στην καρδιά της τσιμεντούπολης…


και που έχω την τύχη…
την ευλογία…


να βρίσκεται δίπλα στο σπίτι μου…


7:30 μ.μ. περίπου το απόγευμα και οι κάθετες ακτίνες του ήλιου έχουν αρχίσει να υποχωρούν χαρίζοντας πλατείς ίσκιους που σκιάζουν γενναιόδωρα το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής.







Δεν έχω καλά καλά περάσει την πύλη του πάρκου κι ένας διαφορετικός αέρας αρωματισμένος από τα βότανα της γης και το χαρακτηριστικό άρωμα του πεύκου μου ξυπνά τις αισθήσεις.







Αμέσως αντιλαμβάνεσαι πως έχεις μπει σ’ έναν κόσμο διαφορετικό, αποκομμένο από τους φρενήρεις ρυθμούς της καθημερινότητας, αφού εδώ η φύση ζει στους δικούς της ανεξάρτητους ρυθμούς και θέτει τους δικούς της όρους.


Ο γνώριμος χωμάτινος δρόμος με καλωσορίζει περιμένοντας να τον διανύσω για πολλοστή φορά. Άλλοτε ίσιος και στρωτός, να περνά μέσα από πυκνή βλάστηση, άλλοτε να βγάζει σε ολόφωτα ξέφωτα, πότε να γλύφει τις παρριφές κάποιου απότομου κατεβάσματος, πότε να ανηφορίζει στην πλαγιά του βουνού, σα φίδι που ελίσσεται νωχελικά στην κάψα του καλοκαιριού…









Αριστερά και δεξιά ένα δίκτυο από μικρά μονοπάτια σε προσκαλούν να τα εξερευνήσεις…




Η φύση ξεδιπλώνει όλο της το μεγαλείο…
αιχμαλωτίζει όλες τις αισθήσεις…









Όλα λειτουργούν στους δικούς της ρυθμούς…
τα ζώα, οι άνθρωποι…


Κοτσύφια, καρδερίνες, αηδόνια και τζιτζίκια την ενορχηστρώνουν με σεβασμό. Πέρδικες, σκαντζόχοιροι και χελώνες βρίσκουν σ’ αυτήν το ιδανικό τους περιβάλλον, περνώντας από μπροστά σου χωρίς να ενοχλούνται από την παρουσία σου εκεί…








Η φύση οργιάζει στις αμέτρητες αποχρώσεις του πράσινου.
Πεύκα, ευκάλυπτοι και κυπαρίσσια, πυκνή θαμνώδης βλάστηση, λίγες χουρμαδιές
και αμέτρητες αγριοτριανταφυλλιές…
πανδαισία χρωμάτων...






στις χαράδρες, στα υψώματα…

σαν πίνακας του Βαν Γκογκ…


Στο πρώτο ξέφωτο ήδη βρίσκεσαι ψηλά στην πλαγιά του βουνού και στη θέα της λεωφόρου σκέφτεσαι πόσο μακρινή φαντάζει η ζωή που τρέχει να προλάβει, να φτάσει, να χάσει, να ξαναβρεί…


Ο δρόμος συνεχίζει να ξετυλίγεται και να περιμένει τα βήματά σου, τις σκέψεις σου, τους προβληματισμούς και τα όνειρά σου… Δεν απαιτεί, δεν προδίδει, δεν υποκρίνεται… είναι εκεί για να σε ταξιδέψει… να σου δώσει πίσω αυτό που έχεις χάσει…


Δυο στροφές ακόμα…

και μπροστά σου ξεπροβάλλει το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας να σε ξαφνιάζει κάθε φορά που την αντικρίζεις, σα να' ναι η πρώτη φορά...

Ήρεμη κι απόκοσμη να μπαινοβγαίνει στους μικρούς κολπίσκους της στεριάς και πλοία να κεντούν τα φιλόξενα νερά της, έτοιμη να δεχτεί τη βουτιά του ήλιου, που σήμερα δεν έχει όρεξη να δύσει…

Εδώ τα ξεχνάς όλα.
Αυτό το γενναιόδωρο τοπίο τα έχει νικήσει όλα.
Στην αγκαλιά της φύσης να σε τυλίγουν όλες οι αποχρώσεις του πράσινου
και μπροστά να απλώνεται ο ουρανός και η θάλασσα σε ένα αρμονικό σύνολο,
που τα κάνει όλα εντάξει…

Η Μέκκα μου…

Η καταπόνηση του σώματος καθαγιάζει τις μοναχικές αυτές στιγμές με τον εαυτό σου, που γίνονται όλο και πιο δυσεύρετες...

Ο δρόμος αρχίζει και μαζεύεται. Πολλοί ακολουθούν μαζί μου.
Χορτασμένη από εικόνες, ήχους, χρώματα κι αρώματα και με αγαλλίαση ψυχής
είμαι έτοιμη να επιστρέψω.

Στο βάθος φάνηκαν τα πρώτα σπίτια. Κάπου εκεί, και το δικό μου...

Τα βήματα με ξανάφεραν στην πύλη...

και στην καθημερινότητα που περιμένει να την πιάσω από εκεί που την άφησα…

Όπου να' ναι θα σκοτεινιάσει...