Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σλήμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σλήμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16.9.08

Σοφία Εγγαστρωμένου - Σλήμαν: η "ομηρική σύζυγος"



Αρσακειάς με άριστη γνώση της αρχαίας ελληνικής, από μεσοαστική οικογένεια, με καλή ανατροφή, όμορφο παρουσιαστικό, σεμνή και λιγομίλητη, κοπέλα από σπίτι, όπως θα λέγαμε. Το μέλλον της προδιαγεγραμμένο, αφού είχε όλα τα προσόντα να δεχτεί ένα πετυχημένο συνοικέσιο και να ζήσει μια αξιοπρεπή και ήσυχη οικογενειακή ζωή ως τα βαθιά γεράματα.

Το συνοικέσιο δεν άργησε να’ ρθει. Πλούσιος ο γαμπρός, αυτοδημιούργητος, χρόνια στο εμπόριο, ολίγον ηλικιωμένος και αδιάφορος στην όψη, μικροκαμωμένος, κοντός, με ασυνήθιστα μεγάλο κεφάλι και αραιά μαλλιά, χωρισμένος και πατέρας τριών παιδιών, όμως με ψυχή ατρόμητη και με ακάματο πείσμα και ενθουσιασμό μικρού παιδιού. Γερμανός στην καταγωγή με αμερικανική υπηκοότητα, με αμφισβητούμενο πτυχίο αρχαιολόγου που απέκτησε τελευταία μάλλον χάρη στην βαρύνουσα οικονομική του επιφάνεια, με μια εμμονή για τον ελληνικό πολιτισμό και μια ασίγαστη λαχτάρα να ανακαλύψει τον τόπο που ενέπνευσε το έπος που βρισκόταν στο προσκέφαλό του από παιδί, το Ίλιον που περιέγραφε ο αγαπημένος του ποιητής Όμηρος στην Ιλιάδα.

Δεν είχε καιρό που είχε αμολήσει λυτούς και δεμένους να του βρουν την ιδανική σύντροφο που θα τον ακολουθούσε στην εκπλήρωση αυτού του τρελού ονείρου. Μια γυναίκα «με ελληνοπρεπή εμφάνιση, μαύρα μαλλιά και ή το δυνατόν όμορφη και στοργική». Η εικόνα της Ελληνίδας, όπως την είχε εμπνευστεί από τα ομηρικά έπη και όπως την φαντάζονταν οι μορφωμένοι γερμανοί συμπατριώτες του: μια μορφή ανταποκρινόμενη στο αρχαίο ελληνικό ιδεώδες, που θα είχε άριστες γνώσεις της αρχαίας ελληνικής, θα μπορούσε να απαγγείλει Όμηρο από το πρωτότυπο, αλλά κυρίως να ήταν Ελληνίς. «Ζητείται Ελληνίς» είχε γράψει στον θείο της Σοφίας και εκείνος του’ στειλε φωτογραφία της. Την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά.

Το όνομά του: Ερρίκος Σλήμαν.

Η δεκαεπτάχρονη Σοφία είχε όλα όσα ζητούσε από τη σύζυγό του ο επίδοξος γερμανός αρχαιολόγος. Η «Ελληνίς, λάτρις του Ομήρου» με τα μαύρα μαλλιά και ένα ίχνος θλίψης να πλανάται στο ωραίο πρόσωπό της που της χάριζε μια δωρική σχεδόν ευγένεια και γαλήνη, ανταποκρινόταν στο οραματικό στοιχείο έμπνευσης αυτής του της απόφασης, μιας και ο μύθος του περίφημου «Ζεύγους της Αρχαιολογίας», συνεπαγόταν την καθυπόταξη της πραγματικότητας στο ιδεώδες, έναν ιδεατό κόσμο που δημιούργησε ο ίδιος και που ήδη είχε εντάξει και κείνη μέσα του, πριν ακόμα τη γνωρίσει. Ήταν η εκλεκτή, κι ας μην το γνώριζε ακόμα!

Τι ήξερε όμως η Σοφία για τον σαρανταεπτάχρονο Σλήμαν, η οποία τόσο πειθήνια δέχεται το προξενιό και τη θέληση γονιών και θείου; Για κείνους, είχαν πετύχει λαχείο. Όλοι μιλούσαν για την παραμυθένια της τύχη, τον πρίγκιπα του παραμυθιού. Για κείνη όμως δεν έπαυε και ο γάμος, αλλά και εκείνη, να αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής μεταξύ του Ερρίκου και του πατέρα της. Ήξερε επίσης πως, όντας εκατομμυριούχος, δεν είχε καμία αξίωση για προίκα, πράγμα μάλλον σπάνιο, και ότι υπήρχαν οι προδιαγραφές να ευεργετηθεί από αυτόν τον γάμο και ολόκληρο το σόι της. Θα παντρευόταν έναν ξένο, ηλικιωμένο και ζάμπλουτο άνθρωπο που είχε βαλθεί σώνει και καλά να γίνει αρχαιολόγος. Και στο κάτω-κάτω, ποιος ξένος που έρχεται στην Ελλάδα δεν κάνει κάτι σ’ αυτόν τον τομέα, όλοι λίγο-πολύ εκείνη την εποχή κάπου έσκαβαν!

Δεν γνωρίζουμε αν τον είχε δει σε φωτογραφία πριν την άφιξή του ή όχι. Άλλωστε και η όχι και τόσο ελκυστική εμφάνιση στο παρουσιαστικό ενός άντρα, δεν έπαιζε κανέναν ρόλο στην επιλογή γαμπρού. Ούτε και ο χαρακτήρας του. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να γνωρίζει εκ των προτέρων τον δύστροπο, σύμφωνα με τους βιογράφους του Σλήμαν, και γεμάτο έπαρση χαρακτήρα του, ούτε την απρόβλεπτη ψυχοσύνθεσή του, που θα αποτελέσει λίγες μόνο δεκαετίες μετά τον θάνατό του, αντικείμενο μελέτης στα πλαίσια ψυχαναλυτικών ερευνών με θέμα την ιδιοφυΐα. Και φυσικά, δεν ήταν σε θέση να φανταστεί πόσο η ιδιοφυής ιδιοσυγκρασία του άντρα της με την αμύθητη περιουσία που θα τον γέμιζε από ένα δυσβάστακτο για τους γύρω του αίσθημα «παντοδυναμίας» και τους κάθε άλλο παρά αβρούς τρόπους του με τις απότομες, χολερικές μεταπτώσεις του, θα επηρέαζε αρνητικά το υπόλοιπο της ζωής της..

Η πρώτη τους συνάντηση ήταν μια απογοήτευση για κείνη. Είχε διαπιστώσει ότι ήταν κοντύτερός της! Της υπαγορεύει μια επιστολή-πρόγραμμα, σαν καταστατικό μιας σχέσης, κατατοπίζοντάς την πλήρως για τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις του. Την προειδοποιεί απερίφραστα για όσα στη συμπεριφορά της θα μπορούσαν να τον δυσαρεστήσουν. Σα να της διαμήνυε με ύφος δασκαλίστικο όρους απαράβατους. Με λίγα λόγια, της ζητούσε να απαρνηθεί τα πάντα στη ζωή της, ακόμα κι αυτά που θα μπορούσαν να είναι αυτονόητα, για να παντρευτεί έναν… δάσκαλο, που μιλάει περιφρονητικά για την ικανοποίηση των αισθήσεων και που θα ήταν υποχρεωμένη να τον αγαπά από… σεβασμό, επειδή αυτό ήταν το θέλημα των γονιών της.

Δάσκαλος και μαθήτρια: αυτό είναι το δίπτυχο που ανήκει στην εννοιολογική πανοπλία του Σλήμαν. Μάθηση, σεβασμός, υπακοή, λέξεις-κλειδιά που υπόσχονταν την άνευ όρων υποταγή και την πλήρη αυτοταπείνωση μιας νέας και όμορφης γυναίκας. Ο Ερρίκος είχε φέρει με τη βία το πεπρωμένο στα μέτρα του. Ούτε διαμάντια ούτε μαργαριτάρια της χάρισε ο ζάπλουτος Ερρίκος στον γάμο τους και η φωτογραφία που έχει διασωθεί από την «ευτυχή» στιγμή δεν δίνει την εντύπωση ενός ιδιαίτερα ευτυχισμένου ζευγαριού. Εκείνος είναι ερωτευμένος. Εκείνη… όχι…

Η πρώτη δημόσια αντίδραση της Σοφίας: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω στο πλευρό αυτού του άντρα» δείχνει αρκετά ξεκάθαρα σε ποιο βαθμό είχε συνειδητοποιήσει εξ’ αρχής τις συνέπειες που θα είχε στον συναισθηματικό της κόσμο μια συμβίωση υπό τις συνθήκες που της επέβαλλε ο παράξενος αυτός ξένος και όπως ήταν αναμενόμενο, τα πρώτα συμπτώματα κατάθλιψης δεν άργησαν να φανούν. Είναι πολύ νέα και της λείπει ύπνος. Πέρα όμως από τη σωματική εξουθένωση, υπήρχε και μεγάλη πνευματική υπερκόπωση. Ο Σλήμαν, μέγας λάτρης της γλωσσομάθειας (γνώριζε είκοσι γλώσσες!) και δάσκαλος απαιτητικός, της έκανε κανονικό μάθημα σε ό,τι συνέπαιρνε τον ίδιο, στις γλώσσες, την ιστορία, τη γεωγραφία, τα αρχαία ελληνικά, την αρχαιολογία, χωρίς να βλέπει πως εκείνη ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. Ο Ερρίκος, αφέντης και προστάτης της, ορίζει τη ζωή της ακόμα και σε θέματα που θα έπρεπε να είχε εκείνη, ως γυναίκα, το λέγειν, π.χ. το νοικοκυριό, το φαγητό της ημέρας, την γκαρνταρόμπα της.

Γυρίζουν όλο τον κόσμο. Εκείνος σε μια αδιάκοπη προσπάθεια να συνδεθεί με τους αρχαιολογικούς κύκλους που θα τον στήριζαν στο μεγάλο του σχέδιο να ανακαλύψει την Τροία, κι εκείνη να μένει πίσω στα δωμάτια των πολυτελών ξενοδοχείων. Οι μακρόχρονες απουσίες του ήταν ένα στοιχείο που θα χαρακτήριζε εφ’ όρου ζωής την συζυγική τους ζωή και για το οποίο εκείνη ποτέ δεν θα σταματούσε να παραπονιέται. Μένει μόνη σε ξενοδοχεία και πολυτελείς επαύλεις στις πιο μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και θέρετρα, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, χωρίς να ξέρει πότε θα επιστρέψει ο σύζυγός της, μακριά από την αγαπημένη της οικογένεια, μακριά από την Ελλάδα που υπεραγαπά, χωρίς χρήματα, χωρίς επικοινωνία με κανέναν, ξένη μέσα στο ίδιο της το σπίτι, φοβισμένο μαθητούδι του άντρα της. Εκείνη καταρρέει κι εκείνος εκλαμβάνει την επικίνδυνη κατάσταση της Σοφίας ως έλλειψη ψυχικού σθένους απέναντι στις απαιτήσεις της ζωής κι αυτό τον κάνει να δυσανασχετεί γιατί το θεωρεί απλώς ως έλλειψη αυτοπειθαρχίας.

Οι γονείς της εμβρόντητοι που είδαν το «παιδί» σ’ αυτή την κατάσταση, χλωμό, βασανισμένο, άρρωστο, δυστυχισμένο, όταν επέστρεψαν κάποια στιγμή στην Ελλάδα, κατηγόρησαν τον Ερρίκο απερίφραστα πως τους είχε εξαπατήσει όλους. Η απάντηση του ίδιου στις κατηγορίες: «Εσείς πουλήσατε την κόρη σας σαν πραμάτεια!». Τότε η Σοφία, ανάμεσα σε «αγοραστή» και «πωλητή», αντικείμενο συναλλαγής και «θύμα» τους, παίρνει θέση. «Καλύτερα να πεθάνω, παρά να ζήσω στο πλευρό αυτού του άντρα» δηλώνει ενώπιον μαρτύρων. Ήταν μια φοβερή στιγμή και για τους δύο. Ο Σλήμαν όμως ήξερε να τιμωρεί. Φεύγει και γράφει στον πεθερό του μια επιστολή που έσταζε φαρμάκι προειδοποιώντας τον πως αν τελικά «συγχωρούσε» τη Σοφία γι’ αυτό που ξεστόμισε, θα γινόταν με τον όρο να μην επιστρέψουν ποτέ πια στην Αθήνα!

Φεύγει εξοργισμένος για την Σαντορίνη. Το ταξίδι στο Αιγαίο του δίνει μεγάλη ευτυχία. Γίνεται ξανά ο περιηγητής που πάντα ήταν και που πάντα θα είναι, ο περιπετειώδης ήρωας που αντιπαρέρχεται όλες τις κακουχίες κυνηγώντας την έμπνευση σε μια αέναη αναζήτηση. Ζει έντονα την Ελλάδα στις Κυκλάδες του φωτός που αναζητούν το σκοτάδι, για να ξαναβγεί μέσα από αυτό η λάμψη ενός πανάρχαιου πολιτισμού. Η Ελλάδα που αγαπά. Η πατρίδα της Σοφίας. Μέσα στο μυθικό, εκστατικό περιβάλλον ο θυμός του ξεθυμαίνει. Θα’ θελε να την έχει κοντά του. Της γράφει. Κι όταν μαθαίνει πως είναι άρρωστη, παίρνει αμέσως το πρώτο πλοίο για τον Πειραιά. Η διάγνωση που κάνει ο γιατρός για την αρρώστια της είναι αυτολεξί: «η Σοφία πάσχει από τον Ερρίκο Σλήμαν». Έπασχαν ο ένας απ’ τον άλλον, θα ήταν ίσως μια πιο ακριβής διατύπωση…

Επόμενος σταθμός του η Μικρά Ασία. Εκείνη δεν ακολουθεί σ’ αυτό το ταξίδι. Την τοποθεσία της Τροίας στον λόφο του Χισαρλίκ, την είχε μάθει από συνάδελφο αρχαιολόγο, ο οποίος δεν είχε βέβαια τις οικονομικές δυνατότητες να ξεκινήσει ο ίδιος ανασκαφές στην περιοχή. Οι σημειώσεις στο ημερολόγιό του Ερρίκου είναι ενθουσιώδεις. Είναι πεπεισμένος πως αναπνέει τον αέρα του Ομήρου, βλέπει μπροστά του τον Πάρη και την Ωραία Ελένη, τον Δούρειο Ίππο. Ανακαλύπτει ένα αγγείο με «ανθρώπινη στάχτη» και πείθεται πως στα χέρια του κρατά την απόδειξη της ύπαρξης της ομηρικής πόλης. Η ανασκαφή ήταν δοκιμαστική. Όταν θα ξαναεπιστρέψει μερικούς μήνες αργότερα για την κανονική αυτή τη φορά ανασκαφή, δεν θα είναι μόνος. Θα είναι και η Σοφία μαζί του.

Παρά τη βασανιστική τους συμβίωση, εκείνη μένει στο πλευρό του ως την τελευταία στιγμή, τον ακολουθεί στις μεγάλες του ανακαλύψεις, γίνεται πειθήνια μαθήτριά του και εξελίσσεται και η ίδια σε αξιόλογη αρχαιολόγο. Ο Σλήμαν αρχίζει να την παίρνει στα σοβαρά. Δεν απευθύνεται πλέον σε μια πληγωμένη κοπέλα δεκαοκτώ χρονών, αλλά σε μια ώριμη και δύσκολη ερωμένη, που με τις αναπάντεχες αντιστάσεις της ανατρέπει τα σχέδιά του και του αναστατώνει τη ζωή. Η γυναίκα των ονείρων του, το υπάκουο πλάσμα, αντιστέκεται και επαναστατεί, πράγμα που δεν το περίμενε. Δεν περίμενε ότι οι δυο τους θα πρωταγωνιστούσαν σε μια ισότιμη μάχη των δύο φύλων, δύο ηλικιών, δύο νοοτροπιών, δύο πολιτισμών. Παρά τους ομηρικούς καβγάδες τους όμως, εκείνος εξακολουθεί να την θεωρεί αναπόσπαστο μέρος του βίου και του έργου του. Κι όταν έρχεται η μεγάλη ανακάλυψη, όταν οι σκαπάνες χτυπούν πάνω στον μυθικό θησαυρό του Πριάμου, εκείνη γίνεται η μούσα του.

Η Τροία υπάρχει! Ο Όμηρος είχε δίκιο! Η ανακάλυψη είναι συνταρακτική και μεταφέρεται αυτόματα σε όλο τον κόσμο. Δεν γνωρίζει ακόμα πως έχει πέσει έξω στην χρονολόγησή του κατά 1000 περίπου χρόνια. Η Τροία που ανακάλυψε είναι μια βασιλική έδρα κατοικημένη ήδη από το 2600-2400 π.Χ. και αντιστοιχεί από τα συνολικά εννέα στρώματα που έκρυβε ο λόφος του Χισαρλίκ, στη λεγόμενη Τροία ΙΙ. Η πόλη του Πριάμου βρισκόταν τρία μόνο μέτρα ψηλότερα, στο στρώμα Τροία VI και θα την ανακάλυπτε τελικά είκοσι χρόνια αργότερα ο συνεργάτης και διάδοχος του Σλήμαν στις ανασκαφές, Βλιλχελμ Νταίρπφελντ. Από τη λαχτάρα του να φτάσει στα κατώτερα στρώματα… την είχε προσπεράσει!

Η χρονιά εκείνη όμως, το έτος 1873, ήταν αναμφισβήτητα η χρονιά του "Ζεύγους της Αρχαιολογίας". Μετά από αγώνα χρόνων, ο Ερρίκος Σλήμαν κατάφερε να φτάσει στον κολοφώνα της δόξας του. Είναι επιτέλους διάσημος. Το ίδιο και η Σοφία. Είναι η ώρα της φημισμένης φωτογραφίας. Η Ελληνίδα σύζυγος του διάσημου γερμανού αρχαιολόγου που ανακάλυψε την Τροία του Ομήρου, η «ομηρική» Ελληνίδα με το μελαγχολικό βλέμμα που αποθανατίζεται φορώντας τα βαριά στολίδια του «θησαυρού», τα βασιλικά χρυσαφικά στο στήθος και τον λαιμό, το διάδημα της «Ωραίας Ελένης» στα μαύρα της μαλλιά…

Ο Σλήμαν μοιράζει ανά την υφήλιο αντίτυπα της φωτογραφίας της. Έθετε την ιδιωτική του ζωή στην υπηρεσία της δημοσιότητας με τρόπο ευρηματικό. Ποιος από τους σεβάσμιους συναδέλφους του θα μπορούσε έστω να φανταστεί την προβολή μιας αρχαιολογικής ανακάλυψης με τη φωτογραφία της γυναίκας του; Ο Σλήμαν ήξερε τι έκανε. Η δική του γυναίκα δεν ήταν μια οποιαδήποτε γυναίκα. Ήταν μια γυναίκα νέα και όμορφη. Το κυριότερο όμως όλων… ήταν Ελληνίδα. Με αυτή την περίφημη φωτογραφία, υποδήλωνε πως η Ελληνίδα γυναίκα του και ο θησαυρός αποτελούσαν άρρηκτη ενότητα, ακυρώνοντας κάθε διένεξη περί γνησιότητας των ευρημάτων. Μαζί της είχε ανακαλύψει την Τροία. Κι εκείνη ήταν πλέον εκεί, στο πλευρό του, σε μια στάση απόλυτης αλληλεγγύης και αφοσίωσης. Όπως το ονειρευόταν. Όπως θα’ πρεπε να είναι. Όλα τ’ άλλα δεν έπαιζαν κανέναν ρόλο...