Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα είπαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα είπαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20.11.20

Ζωή

"Καλό είναι να υπάρχεις, αλλά να ζεις είναι άλλο πράγμα."

~ Φώτης Κόντογλου

Με αγάπη,

Εύα 💗

27.7.20

Πολίτικη Κουζίνα


"Η πολίτικη κουζίνα είναι πολιτική κουζίνα.
Γιατί κάποιοι άφησαν το φαγητό τους στη μέση."


Υπέροχη ταινία.

Λατρεμένη Ευανθία.

Λατρεμένη π(Π)όλη..

---

φωτό από εδώ.

---

Με αγάπη,

Εύα 💗

26.4.19

Μεγάλη Παρασκευή να είσαι μόνος


Πάντα τη Μεγάλη Παρασκευή να είσαι μόνος σαν το Χριστό 
προσμένοντας το τελευταίο καρφί, το ξύδι, τη λόγχη. 
Τις ζαριές να ακούς ατάραχα στο μοίρασμα 
των υπαρχόντων σου, 
τις βλαστήμιες, τις προκλήσεις, την αδιαφορία.
Πριν την Παρασκευή δεν έρχεται η Κυριακή, 
τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων 
της Μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας. 
Μην ξαφνιαστείς, μη φοβηθείς στ' απρόσμενο σουρούπωμα. 
Οι μπόρες του ουρανού δε στερεύουν. Η ξαστεριά θα 'ρθεί 
το Σαββατόβραδο. Τότε λησμονάς τα μαρτύρια 
των δρόμων της μεγάλης Παρασκευής 
της ζωής μας.

~ π. Μωυσέως του Αγιορείτου


*****
Ας ευχηθούμε στην ξαστεριά του Σαββατόβραδου.

*****
 Τη φωτογραφία την βρήκα εδώ.

*****
Ας ευχηθούμε και στη λησμονιά των μαρτυρίων.

*****
Καλή Ανάσταση, αγαπημένοι! 💗

12.12.18

Αγίου Σπυρίδωνος σήμερα και ο λόγος που ο Άγιος εικονίζεται με φλεγόμενο κεραμίδι στο χέρι

να το μοιραστώ μαζί σας. Γέροντας φτωχός, ταπεινός και αγράμματος, αλλά με μεγάλη πίστη και αγάπη στο Θεό, ο Άγιος Σπυρίδων αναμετρήθηκε λεκτικά με τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της εποχής, με τους κυριότερους οπαδούς του Αρειανισμού κατά την Α' Οικουμενική Σύνοδο της εκκλησίας και έδωσε τις αιώνιες απαντήσεις που χρειάζεται ο κόσμος για να καταλάβει τι σημαίνει Τριαδικότητα Θεού. Ο Άγιος Σπυρίδωνας φωτισμένος από Πνεύμα Άγιο έφερε την υπόσταση του άκτιστου στο στενό πλαίσιο του κτιστού και της ανθρώπινης νοημοσύνης και το κεραμίδι που κράτησε στα χέρια του, το θαύμα που συντελέστηκε μπροστά στα μάτια όλων, δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ή απιστίας στην ομήγυρη. Ο δεινότερος δε ρήτορας που εκπροσωπούσε την αίρεση, ασπάστηκε ευθύς την Ορθοδοξία ομολογώντας δημοσίως πίστη στην Τριαδικότητα του Θεού.

Περισσότερα για την πρώτη δογματική αίρεση κατά της Ορθοδοξίας που προσπάθησε να αμφισβητήσει την θεϊκή υπόσταση του Χριστού, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Με τις ευχές μου σε όλους όσοι γιορτάζουν σήμερα, σας παραθέτω το κείμενο που ακολουθεί:

Λίγα  γράμματα έμαθε ο άγιος, όπως είδαμε. Τούτο, όμως, δεν τον εμπόδισε από του να  προσέλθει και να λάβει μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο που συνεκάλεσε ο Μέγας  Κωνσταντίνος τα 325 μ.Χ., για να αποστομώσει και καθαιρέσει τον Άρειο. Ο  τρομερός αυτός αιρετικός, όπως ξέρουμε, δίδασκε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά δημιούργημα και πλάσμα του Θεού. Κι η αιρετική του αυτή διδασκαλία είχε  προκαλέσει αληθινό σάλο κι είχε συνταράξει ολόκληρη τη Χριστιανική Εκκλησία.
Στη σύνοδο αυτή από τη μια μεριά είχε παραταχθεί ο  Άρειος με τους ικανούς ρήτορες και οπαδούς του επισκόπους. Κι ήταν αυτοί ο  Νικομήδειας Ευσέβιος, ο Νικαιας Θεαγένης και ο Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζί μ’ αυτούς, με την άδεια του Βασιλιά, προσήλθαν και παρεκάθησαν στη σύνοδο και  αρκετοί φιλόσοφοι ομοϊδεάτες του Αρείου και υπερασπιστές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς  ξεχώριζε κι ένας Έλληνας φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, που στη διαλεκτική τέχνη, την  ευστροφία του λόγου και τα σοφίσματα εθεωρείτο ανίκητος.
Στην παράταξη  των ορθοδόξων είχαν συγκεντρωθεί 317 σεβάσμιοι αρχιερείς και κληρικοί. Μεταξύ  αυτών διακρίνονταν, οι άγιοι Νικόλαος και Αλέξανδρος, ιερέας ακόμη, ο επίσκοπος  Αντιοχείας Ευστάθιος, ο Παφνούτιος από τη Θηβαΐδα, ο Μέγας Αθανάσιος, διάκονος  τότε της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων και άλλοι  πολλοί. Ο τελευταίος φυσικά δεν διακρινόταν για τη μόρφωση του. Διακρινόταν, όμως, για την απλότητα και την ταπείνωση του. Ήταν ένα δοχείο ακένωτο από  ουράνιους θησαυρούς. Ήταν ένα κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Από τη στιγμή  που μπήκε στην αίθουσα της συνόδου η καρδιά του κτυπούσε δυνατά και με βαθιά  πίστη προσευχόταν νοερά να φωτίσει, ο Θεός, ώστε στο τέλος να λάμψει η  αλήθεια.
«Πάτερ, δόξασόν σου τον Υιόν», έλεγε κι επαναλάμβανε με δάκρυα  στα μάτια. Η αγάπη του στον λατρευτό μας Σωτήρα Χριστό του φλόγιζε όλο το κορμί  και τον γέμιζε με ακαταμάχητη δύναμη.
Στη συζήτηση, που είχε ανάψει ο  τρομερός Άρειος με τη φιλοσοφική του μόρφωση, την πανουργία και την ευγλωττία  του, αλλά και τους οπαδούς του ρήτορες, που τον ενίσχυαν αφάνταστα, πετούσε  κυριολεκτικά κεραυνούς ενάντια στην αλήθεια και την Εκκλησία του Χριστού. Οι  ώρες περνούσαν, χωρίς ένα θετικό αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους  πιο δεινούς ρήτορες του Αρείου, ο Έλληνας σοφός Ευλόγιος είχε προβάλει τέτοια  επιχειρήματα και με τόση μαεστρία που είχε νομισθεί ότι το δίκαιο βρισκόταν με  το μέρος τους. Οι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας, κι αυτός ο Μ. Αθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή είχε απλωθεί για μερικά δευτερόλεπτα στη μεγάλη  αίθουσα της συνόδου. Εκείνη την ώρα σηκώθηκε από τη θέση του ο άγιος μας και  ζήτησε να μιλήσει. Αργά προχωρεί προς το βήμα. Οι οπαδοί του αιρεσιάρχη  χαμογέλασαν, σαν τον είδαν. Οι άλλοι πατέρες στενοχωρέθηκαν. Γνώριζαν πώς ο  άγιος ήταν αγνός κι ενάρετος. Ήταν όμως, κι ο άνθρωπος ο απλοϊκός, με τα λίγα  γράμματα και χωρίς αυτό που λέμε κατά κόσμο σοφία και γνώση. Πώς θα μπορούσε  λοιπόν ο ταπεινός βοσκός να τα βγάλει πέρα μ’ ένα ρήτορα σοφό και διεστραμμένο; Γι’ αυτό στενοχωρέθηκαν και μερικοί αγωνιζόντουσαν να τον εμποδίσουν να  ομιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ο τραχύς κι αδιάντροπος ρήτορας ζητήσει να τον  εκθέσει και να τον γελοιοποιήσει. Ο Σπυρίδωνας, όμως, επέμενε. Κι ο Βασιλιάς  έδωκε τον λόγο.
Σιγή και πάλι νεκρική απλώθηκε στην αίθουσα. Οι φίλοι του  Αρείου με δυσκολία συγκρατούν την περιφρόνηση τους, ενώ οι πατέρες με αισθήματα  σεβασμού μα και απορίας κοιτούνε τον γέροντα. Κάποια στιγμή ο μέγας Σπυρίδων  διακόπτοντας τη σιωπή στρέφεται προς τον φιλόσοφο και με φωνή σταθερή αρχίζει να  του λέγει τούτα τα λόγια:
-Άκουε, σοφέ. Ένας είναι ο Θεός. Αυτός με τον  Λόγο Του και το Πνεύμα Του δημιούργησε όλο τον κόσμο. Και αυτά που βλέπουμε, μα  κι εκείνα που δεν βλέπουμε. Αυτός έπλασε και το θαυμαστό κι υπέροχο δημιούργημα, τον άνθρωπο. Αυτός ο Λόγος του Θεού είναι Υιός του Θεού αληθής και ομοούσιος με  τον Πατέρα. Για την ιδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε και  άνθρωπος και γεννήθηκε από μία κόρη, την Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σαν άνθρωπος  εκεί στη Ναζαρέτ, δίδαξε επι τρία χρόνια κι ύστερα σταυρώθηκε και τάφηκε σαν  άνθρωπος. Έπειτα αναστήθηκε σαν Θεός μετά τρεις μέρες και συνανέστησε κι εμάς  και μας χαρίζει άφθαρτη και αιώνια ζωή. Ο Λόγος του Θεού, αφού παρέμεινε στη γη  μετά την Ανάσταση Του επι σαράντα ημέρες, αναλήφθηκε ύστερα στον Ουρανό από όπου  κι έστειλε στη γη μετά δέκα μέρες το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο από τότε παραμένει  στην Εκκλησία. Ο Λόγος του Θεού πιστεύουμε ακόμη, πώς θα ξανάρθει κάποια μέρα  για να κρίνει τον κόσμο όλο. Ημείς δε, θα αναστηθούμε και θα παρουσιαστούμε  μπροστά Του, για να απολογηθούμε σ’ Αυτόν για όλα τα έργα, τα λόγια και τα  ενθυμήματα μας.
-Ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι  ομοούσιος με τον Πατέρα, Σύνθρονος, Ομότιμος και Ομόδοξος. Ένας είναι ο Θεός• Τρία Πρόσωπα όμως, τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τα τρία αυτά  Πρόσωπα, ο ένας Θεός, η μία Ουσία είναι για τον νου του ανθρώπου κάτι το άρρητο  και ακατάληπτο. Όπως είναι αδύνατο να βάλει κανείς όλα τα νερά της θάλασσας σ’ ένα ποτήρι, έτσι είναι αδύνατο και το πεπερασμένο μυαλό του ανθρώπου να χωρέσει  και να κατανοήσει το άπειρο της Θεότητος. Για να δώσω όμως μια εξήγηση των λόγων  μου, ας με συγχωρήσει ο Πανάγαθος που θα χρησιμοποιήσω αυτό το χειροπιαστό  παράδειγμα.
Τότε ο άγιος έβαλε το αριστερό χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα  κεραμίδι και δείχνοντας το, έκαμε με το δεξί του το σημείο του σταυρού κι  είπε:
— «Εις το όνομα του Πατρός».
Κι έσφιξε το κεραμίδι. Οι  πατέρες που παρακολουθούν τη σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί με τις  λέξεις του αγίου, η φωτιά με την οποία ψήθηκε το κεραμίδι ανέβηκε πάνω.
– «Και του Υιού»,
Πρόσθεσε. Τότε το νερό με το οποίο ζυμώθηκε το ξερό  κεραμίδι, έτρεξε κάτω.
— «Και του Αγίου Πνεύματος».
Συμπλήρωσε ο  πρακτικός και θεοφώτιστος διδάσκαλος. Το χώμα έμεινε στο χέρι του.
– Αδελφοί και πατέρες μου, συνέχισε ο θαυματουργός• όπως το κεραμίδι αποτελεί ένα  πράγμα μιας ουσίας και μιας φύσεως, αλλά είναι τρισύνθετο – φωτιά, νερό, χώμα — έτσι κι ο Άγιος Θεός. Αν και δεν πρέπει να παρομοιάσουμε την Άκτιστο και  Υπερούσια αυτή Φύση με κτιστό και φθαρτό δημιούργημα, εν τούτοις για να κάνουμε  τα ακατάληπτα καταληπτά, – ας μας συγχωρήσει το άπειρο έλεος Του – λέμε και  τονίζουμε:
– Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία και τη φύση. Αλλά κατά τα  πρόσωπα ή τις υποστάσεις είναι Τριαδικός: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.
Τα  λόγια του αγίου κατέπληξαν τους παριστάμενους. Η αίθουσα αντήχησε από τις  δοξολογίες προς τον Θεό και τις επευφημίες των Πατέρων. «Τις Θεός μέγας ως ο  Θεός ημών. Σύ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος’, 14-15). Ψάλλουν και  δοξολογούν τον Κύριο. Ο Άρειος κι οι οπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ο  φιλόσοφος ταπεινωμένος αναγνωρίζει κι ομολογεί φανερά την ήττα του:
-Τα  λόγια σου με έπεισαν, άγιε γέροντα, και το θαύμα με εβεβαίωσε, ότι έχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι  Υιός του Θεού, Θεός αληθινός κι Αυτός, ομοούσιος με τον Πατέρα.
Δάκρυα  χαράς έτρεξαν από τα μάτια όλων και πρώτα-πρωτα από τα μάτια του φιλοσόφου, που  έσπευσε να δεχθεί το βάπτισμα και να γίνει χριστιανός.
Η αλήθεια για μια  ακόμη φορά θριάμβευσε. Και επεβλήθη «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» (Α’ Κορ. 6′, 4). Δηλαδή όχι με  συναρπαστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά με απόδειξη θείας δυνάμεως, που με το  θαύμα που έγινε επιβεβαίωσε τη διδασκαλία. Να ποιος ήταν ο άγιος μας. Φλογερός, ζηλωτής στην πίστη, θεοφώτιστος.
Πηγή: http://www.pentapostagma.gr/2011/12/blog-post_4564.html#ixzz2WJg3zPyM
Φωτό: https://www.timesnews.gr/agios-spyridon-o-thavmatourgos-episkopos-trimythountos-kyprou/

13.1.16

James Joyce - ο 'Καζαντζάκης' της Ιρλανδίας



Σήμερα θα κάνω μία αναδημοσίευση για το σαν σήμερα της ημέρας. Σαν σήμερα, λοιπόν, το 1941 πεθαίνει ο ιρλανδός συγγραφέας Τζέιμς Τζόυς. Αν δηλαδή πεθαίνουν ποτέ λογοτέχνες αυτού του μεγέθους. 

Το διασημότερο βιβλίο του Οδυσσέας, ένας τόμος 816 σελίδων στην ελληνική του έκδοση, περιμένει στωικά εδώ και χρόνια στο ράφι της βιβλιοθήκης μου να διαβαστεί. Είναι από τα έργα καταλύτες της παγκόσμιας λογοτεχνίας που φοβίζουν με το μέγεθος και τη σημασία τους, ζητάει ώριμους αναγνώστες, επαγγελματίες σχεδόν θα μπορούσε να πει κανείς. Απαιτεί να είσαι έτοιμος όταν πάρεις την απόφαση να βουτήξεις στο σύμπαν του, με όλες τις προκλήσεις, επιλογές και διλήμματα που τοποθετούνται επί τάπητος, έτοιμος να έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με το πιο παράξενο βιβλίο στην ιστορία της λογοτεχνίας, όπως έχει χαρακτηριστεί, αλλά και με τον ίδιο σου τον εαυτό. 

Θα γίνει κι αυτό... ελπίζω.

Το κείμενο που ακολουθεί ανήκει στον Γ.Ι. Μπαμπασάκη. 

******

Η μοίρα των καινοτόμων είναι η περιπέτεια. Όχι μονάχα να ζούνε περιπέτειες αλλά να τις προκαλούν. Αναστατώνουν τα πάντα και τους πάντες γύρω τους, ακόμα κι αν δεν το επιδιώκουν. Αλλάζουν το τοπίο της τέχνης τους. Μεταβάλλουν δραστικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα. Συνθέτουν ανήκουστες μελωδίες με τις λέξεις, με τα χρώματα, με τις νότες, ακόμα και με το πώς ανάβουν το τσιγάρο τους ή αγγίζουν την αγαπημένη τους. Είναι αυτοί που ανατρέπουν τους κανόνες του παιχνιδιού και επιβάλλουν αναίμακτα τους δικούς τους. Είναι αυτοί που μετά το πέρασμά τους από τούτον τον πλανήτη τίποτα πια δεν είναι όπως ήταν πριν. Είναι αυτοί που παράγουν νέα κριτήρια. 

Τέτοιος άνθρωπος, τέτοιος καινοτόμος ήταν ο Τζέιμς Τζόυς. Πάντα Ιρλανδός, μα και πάντα εξόριστος. Πάντα Δουβλινέζος και Παριζιάνος, μα και πάντα Ευρωπαίος, παγκόσμιος, πέρα από τα όρια του χώρου και, μέσα από το πολυσχιδές έργο του, πέρα από τα όρια του χρόνου. Ο Τζόυς μπόρεσε να κάνει κέντρο του κόσμου μια μικρή κάμαρα, και τον ίδιο του τον μεγαλοφυή εαυτό. Κι από κει, βραδυφλεγώς, να αναστατώσει το σύμπαν, να κατακρημνίσει συμπαγείς πεποιθήσεις και στέρεες βεβαιότητες. Κάθε του βιβλίο ήταν κάτι πέρα και πάνω από τυπωμένες σελίδες, κάτι πέρα και πάνω από λογοτεχνία: ήταν ανάσα, βρυχηθμός, σπασμός, ουρλιαχτό, ψίθυρος, εξέγερση, μουσική των κορμιών, κλείσιμο αμετάκλητο ενός κύκλου και υπαινιγμός για το άνοιγμα χιλίων άλλων. «Αυτή η ξέφρενη Σύνοψη των πιο δελεαστικών παιχνιδιών, αυτή η Ποιητική τέχνη σε δέκα χιλιάδες μαθήματα, δεν είναι δημιουργία της τέχνης αλλά αυτοψία του πτώματός της», έγραψε εύστοχα και ανησυχητικά κάποιος θεωρητικός για το περιλάλητο Finnegans Wake. Δεν είναι καθόλου λίγο να καταφέρνεις να συμπυκνώσεις όλο το νόημα, όλο το μεγαλείο και όλη την τραγωδία της Μοντέρνας Τέχνης σε ένα μυθιστόρημα! Καθόλου λίγο! 

Το Δουβλίνο είναι πια ο Τζόυς, είναι το «Δουβλίνο του Τζέιμς Τζόυς», όπως το Παρίσι είναι το Παρίσι του Ζακ Πρεβέρ. Απαθανάτισε την πόλη όπου είδε, τις 2 Φεβρουαρίου του 1882, το πρώτο φως, όπου περιπλανιόταν ατέρμονες ώρες ρουφώντας το παγερό φως πάνω στη θάλασσα, στην άμμο, στα φουσκωμένα κύματα, παίζοντας ακατάπαυστα με τους λεκτικούς αντικατοπτρισμούς που χόρευαν στο μυαλό του από την εφηβεία και σ’ όλη του τη ζωή. Ταλαιπωρημένος από τους Ιησουίτες του Κολεγίου Κλόνγκουζ Γουντ, όπου τον έστειλε ο πατέρας του για να τον προικίσει με την καλύτερη παιδεία, ο Τζόυς θα τους χαρακτηρίσει « ένα τάγμα άκαρδων ανθρώπων που φέρουν το όνομα του Ιησού κατ’ αντίφρασιν», θα αποφασίσει να αμαρτήσει με μια γυναίκα που θα εκστασιαζόταν μαζί του μέσα στην αμαρτία, θα θελήσει να γίνει ένας περιπλανώμενος τροβαδούρος, ένας ανέστιος ποιητής της ζωής, ένας μεθοδικά ανέμελος παρίας. Το κύριο μέλημά του ήταν να δουλεύει ξανά και ξανά τις συλλαβές μέχρι να μοιάσουν με «αναρίθμητα πολύχρωμα πρίσματα». Ο Ερρίκος Ίψεν και, φυσικά, ο Βάρδος, ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, μαζί με το σύνθημα «Μακριά απ’ το να σε λυπούνται» θα γίνουν οι στύλοι για το γαϊτανάκι των περιπετειών του Τζόυς, θα γίνουν οι προσηλώσεις και τα σημεία αναφοράς του. Η πνευματική νάρκη που άπλωναν τα εκκλησιαστικά δόγματα του ήταν απεχθής. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο με σάρκα και οστά, και μετά να τον μετατρέψει σε ένα πολυκύμαντο, βουερό, παλλόμενο έργο τέχνης.

Όπως τόσοι άλλοι λάτρεις των λέξεων και της ζωής, έτσι και ο Τζόυς θα ονειρευτεί το Παρίσι, ναι, κυριολεκτικά, το είδε στον ύπνο του και ήταν «ένα φως μέσα στο δάσος του κόσμου για τους εραστές». Και φυσικά θα πάει στο Παρίσι. Και θα γίνει εκεί ο βαθύτερος εαυτός του. Ο ίδιος του ο μύθος με σάρκα και οστά. Το γαλάζιο θα γίνει το αγαπημένο του χρώμα, θα έχει γι’ αυτόν μαγικές ιδιότητες φυλαχτού. Θα κάνει παρέα με γλεντζέδες φοιτητές, γλεντζές κι ο ίδιος, και θα φωτογραφίζεται μιμούμενος τις πόζες του Αρθούρου Ρεμπώ, σαν άσωτος μποέμ μ’ ένα μακρύ παλτό και αγέρωχο βλέμμα. Είναι ήδη ένας ανυπότακτος, ένας μοναδικός. Στο Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία, ο Τζόυς θα συνοψίσει , με την πάντα συγκλονιστική λιτότητα των ανθρώπων που ξέρουν τι λένε και τι κάνουν, που λένε αυτό που κάνουν και κάνουν αυτό που λένε, το πιστεύω του, το non serviam, το ου δουλεύσω, δεν θα υποταχτώ: «Δεν θα υπηρετήσω κάτι στο οποίο δεν πιστεύω πια, είτε αυτό λέγεται σπίτι μου είτε πατρίδα μου είτε εκκλησία. Θα προσπαθήσω να εκφράσω τον εαυτό μου με κάποιον τρόπο ζωής ή τέχνης όσο μπορώ πιο ελεύθερα και πιο ολοκληρωμένα, χρησιμοποιώντας για άμυνά μου τα μόνα όπλα που επιτρέπω στον εαυτό μου – σιωπή, εξορία, πονηρία».

Συνεπής στα λόγια του ήρωά του, ο Τζόυς θα ζήσει εκτός πατρίδας, εκτός εκκλησίας, εκτός οικογένειας, και, κατά πολλές έννοιες, εκτός λογοτεχνίας. Θα καταπιεί τόμους ολόκληρους, θα ελιχθεί στο αχανές ορυχείο της μυθιστοριογραφίας και της ποίησης, θαρρείς για να απορρίψει εντέλει τους πάντες και τα πάντα και να γίνει ο ίδιος ένα έργο τέχνης, ελισσόμενος ανάμεσα στα κολοσσιαία αριστουργήματα χωρίς να γίνει υποτακτικός τους, όπως ακριβώς ελισσόταν στα μπαρ όπου ήταν πασίγνωστος, «ένας υπεροπτικός νεαρός», όπως γράφει όμορφα η Έντνα Ο’ Μπράιεν, «με τριμμένα ρούχα, λαστιχένια παπούτσια και ναυτικό καπέλο, ικανός να ξεγλιστράει και να προσποιείται, να συζητάει για τον Ευκλείδη, τον Ακινάτη και τη Νέλλυ την Πουτάνα και να προειδοποιεί τους εχθρούς του ότι θα τους κουρελιάσει με τους σατιρικούς του στίχους». Είναι καλό να υπενθυμίζουμε ότι, παρ’ όλα όσα λένε, στην  επιστήμη της εξέγερσης η συνείδηση έρχεται πάντα πολύ νωρίς, κι ότι ο Τζόυς από πολύ νεαρός είχε κατασταλάξει σε θέσεις που άλλοι χρειάζονται δεκαετίες για να υιοθετήσουν όταν πια είναι πολύ αργά. Πίστευε, και το έλεγε μεγαλόφωνα, μεθυσμένος από ιρλανδέζικο ουίσκι και σιγουριά, ότι το ταλέντο του θα καίγεται πάντα με την «αρραγή έκσταση μιας ακατέργαστης πολύτιμης πέτρας», ότι η βία και ο πόθος είναι η αναπνοή της λογοτεχνίας, ότι αν κιοτέψεις έστω και μια στιγμή στη ζωή ή στην τέχνη είναι αναπόφευκτη η ολέθρια ολίσθηση στο βδέλυγμα των βδελυγμάτων: στη μετριότητα!

Θα γνωρίσει τη Νόρα Μπάρνακλ, και θα την ερωτευτεί παράφορα, αδιαφορώντας όπως κάθε γνήσιος άντρας αν αξίζει ή όχι τις περιποιήσεις, τις ικεσίες, τις καντάδες, τους καβγάδες, τον πόνο που συνοδεύουν κάθε τρελό έρωτα – καίτοι το «τρελός» όταν μιλάμε για τον Έρωτα είναι ένας φαιδρός πλεονασμός: κάθε έρωτας είναι τρελός ειδεμή πρόκειται για ανώδυνο και άτονο, για άχρωμο και άοσμο προσκοπισμό! Η κρίσιμη συνάντησή τους στις 16 Ιουνίου του 1904, πριν από ακριβώς έναν αιώνα, θα αναχθεί – και ιδού η ακαταμάχητη δύναμη του ερωτευμένου άντρα – όχι μονάχα σε μία από τις πλέον εμβληματικές ημερομηνίες της λογοτεχνίας αλλά και σε παγκόσμια γιορτή: ο Τζόυς την έκανε πρωταγωνίστρια στο αριστούργημά του, τον Οδυσσέα και έκτοτε όλος ο κόσμος ονομάζει «Μπλούμζντεη», «Μέρα του Μπλουμ», τη 16η Ιουνίου, και στο Δουβλίνο συρρέουν κάθε χρόνο πλήθη για να την τιμήσουν! Πρόκειται για μια από τις ευγενέστερες εκδικήσεις της λογοτεχνίας και του έρωτα το να ξεφαντώνει κάθε χρόνο μια πόλη γεμάτη προσκυνητές από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης επειδή ένας συγγραφέας αντάμωσε με την αγαπημένη του!

O πλάνης Τζόυς θα ζήσει στην Τεργέστη, διδάσκοντας και διαβάζοντας, πίνοντας και γράφοντας, όπως έκανε σχεδόν σε όλη του τη ζωή, κι εκεί θα γεννηθεί ο γιος του, ο Τζόρτζιο και η θυγατέρα του, η Λουτσία. Θα συνθέσει τους περίφημους Δουβλιζένους, θα μετακομίσει στη Ρώμη, θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος, θα επιστρέψει στην Τεργέστη, θα δανείζεται διαρκώς, πνιγμένος πάντα στα χρέη, και θα έχει τη φαεινή, πλην παταγωδώς αποτυχημένη ιδέα, να γίνει εισαγωγέας πυροτεχνημάτων και πράκτορας υφασμάτων!



Ενώ θα μένει προσηλωμένος στη Νόρα,  ο ρομαντικός Τζέιμς Τζόυς δεν έμεινε αλώβητος από τα βέλη του έρωτα (ποιος μένει, άλλωστε; Μονάχα οι δειλοί!) Θα ξετρελαθεί με την Γερτρούδη Κέμπφερ, μια νεαρή γιατρό και συνάμα ασθενή – έπασχε από φυματίωση και βαθιά μελαγχολία. Θα παρασυρθεί σε αφροσύνες για τα μάτια αντιλόπης και τη χαρούμενη τραγουδιστή φωνή της Αμαλίας Πόππερ, μιας φοιτήτριάς του. Θα σαγηνευτεί από την αριστοκρατική ομορφιά της Μάρθας Φλάισμαν, θα την βομβαρδίζει με παθιασμένες ερωτικές επιστολές προτού καν μάθει το όνομά της – τις άφηνε ο ίδιος στο διαμέρισμά της και μετά στεκόταν έξω στο δρόμο  και την απολάμβανε την ώρα που εκείνη διάβαζε τις πυρωμένες και απρεπείς ικεσίες του. Η Φλάισμαν θα απαθανατιστεί,  θα γίνει η Ναυσικά του στον Οδυσσέα, υπέρτατη τιμή για μια γυναίκα που διάβαζε άψυχα μυθιστορήματα, που άλλαζε διάθεση ανάλογα με το φεγγάρι, που κύριο μέλημά της ήταν η ενδυματολογία.Κι ανάμεσα στη Νόρα και τους έρωτές του, ανάμεσα στους κανονιοβολισμούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την καταφυγή του στη Ζυρίχη και στην ουδετερότητα της Ελβετίας,  ο Τζόυς θ’ αρχίσει να συνθέτει τον Οδυσσέα, έχοντας πια την οικονομική υποστήριξη της διορατικής ευεργέτισσάς του, της εύπορης Χάριετ Σω Γουήβερ. Θα τον ολοκληρώσει στο Παρίσι όπου εγκαταστάθηκε το 1920 και έμελλε να μείνει άλλα είκοσι χρόνια, έως λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του.

 Αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, κάτι πέραν του μυθιστορήματος, κάτι σχεδόν πέραν της λογοτεχνίας, όπως και ό,τι άλλο θέλησε να συνθέσει ο Τζόυς, είναι συνάμα ιερουργία και βεβήλωση, είναι τραγούδι και ουρλιαχτό, είναι φιλοσοφική πραγματεία και πονεμένες αναμνήσεις, είναι εκ βαθέων εξομολόγηση και πείραμα, οχετός και ψαλμωδία. Στις 2 Φεβρουαρίου του 1922, την ημέρα των τεσσαρακοστών γενεθλίων του, εκδίδεται στο Παρίσι ο Οδυσσέας, από τον εκδοτικό οίκο Shakespeare & Co, της Αμερικανίδας Σύλβια Μπητς. Η έκρηξη έχει συντελεστεί, και η ιστορία της λογοτεχνίας παίρνει άλλη τροπή. Φυσικά, στις πουριτανικές Ηνωμένες Πολιτείες, το βιβλίο απαγορεύεται ως «πορνογράφημα», και θα χρειαστεί να κυλήσουν δύο ολόκληρες δεκαετίες ώσπου ο περίφημος πια δικαστής Γούλζυ με μιαν ακόμα πιο περίφημη αγόρευση αποφασίσει την ανάκληση της απαγόρευσης. Στο ρόλο άριστου λογοτεχνικού κριτικού, ο Γούλζυ θα μιλήσει  για «την οθόνη της συνείδησης με τις διαρκώς μεταλλασσόμενες καλειδοσκοπικές της εντυπώσεις, για πλαστουργημένα παλίμψηστα όχι μόνο της ζωής όπως την παρατηρεί καθένας γύρω του, αλλά και της ζώνης του λυκόφωτος, με τα ιζήματα από προηγούμενες αποτυπώσεις όπου κυριαρχεί το ασυνείδητο».

Στον Οδυσσέα οι λέξεις είναι ζωντανές, συνδυάζονται μαγικά, στροβιλίζονται, πάλλονται, σκιρτούν. Ο Σάμιουελ Μπέκετ επεσήμανε ότι, φέρ’ ειπείν , όταν μιλάει ο Τζόυς για μια χοροεσπερίδα, οι λέξεις δεν περιγράφουν το χορό αλλά χορεύουν οι ίδιες, κι αυτό είναι επίτευγμα του ποιητή, είναι απόλυτος σεβασμός αλλά και απέραντη μουσική ευαισθησία προς την πρώτη ύλη σου, τις λέξεις. Ο ίδιος ο Τζόυς, σε μιαν επιστολή του, χαρακτηρίζει τη γραφή του, το στιλ του, «ένα μουδιασμένο, στουμπωμένο, πατικωμένο, γοργονοειδές, μαρμελαδιαστό, νανουριστικό γράψιμο με κάτι από λιβάνι, μαριολατρεία, αυνανισμό, μύδια βραστά, την παλέτα ενός ζωγράφου, παπαρδέλες, κτλ, κτλ». Καινοτόμος δίχως χιούμορ είναι κάτι σαν εσπρέσο ντεκαφεϊνέ! Αλλά οι κακοήθεις και οι εξουσιαστές δεν έχουν χιούμορ, καθώς φαίνεται. Μετά την έκρηξη που προκάλεσε αυτός ο κυκεώνας των λέξεων, αυτός ο ορυμαγδός των συγκινήσεων, θα αρχίσει και η καταλαλιά: ο Τζόυς θα χαρακτηριστεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μισάνθρωπος, κοκαϊνομανής, υποχονδριακός κολεγιόπαις που τον τρώνε τα σπυριά του (αυτό από την Βιρτζίνια Γουλφ!), δευτέρας διαλογής (της ιδίας!!!), κόλακας και με το αζημίωτο συνοδός δουκισσών, μπολσεβίκος προπαγανδιστής, κατάσκοπος στην υπηρεσία της Αυστρίας, ενώ κάποιος παράφρων γραφειοκράτης θα πει ότι το κείμενο του Οδυσσέα ήταν ένας κώδικας για να επικοινωνεί ο Τζόυς με τη βρετανική Ιντέλιτζενς Σέρβις! Πολλοί συνάδελφοί του θα επιτεθούν στο στυλ του, θα το καταγγείλουν ως πεποιημένο, εξεζητημένο, αναληθοφανές. Αλλά όπως σημειώνει η Έντνα Ο’ Μπράιεν, «Από το σχεδόν υπό πολιορκία φυλάκιό του, ο Τζόυς είπε ότι η δεν είχε σημασία αν η τεχνική του ήταν αληθοφανής ή όχι, σημασία είχε ότι του χρησίμευσε ως γέφυρα για να περάσουν από κάτω τα δεκαοκτώ επεισόδια του Οδυσσέα. Τα στρατεύματά του είχαν περάσει, και οι αντίπαλοί του μπορούσαν να τινάξουν τη γέφυρα στον αέρα. Δεν τον ένοιαζε πια».

Παγερά αδιάφορος, ο Τζόυς θα προσηλωθεί στη συγγραφή του περιβόητου Finnegans Wake, διακηρύσσοντας σκασμένος στα γέλια ότι καταπιάνεται με ένα έργο που θα κάνει τους φιλολόγους να σπαζοκεφαλιάζουν τους επόμενους δύο αιώνες. Το έργο αυτό, ένα λεκτικό επίτευγμα άνευ προηγουμένου,  το έφτιαξε από το τίποτα εντελώς, με κεραυνούς και αστροπελέκια, δουλεύοντας εξαντλητικά επί δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, δημιουργώντας μια νέα γλώσσα στο χωνευτήρι του μυαλού του, πλάθοντας έναν κυκεώνα από «λεξισκουπίδια», από «γλωσσομολυβδοπελεκήματα» όπως έλεγε ο ίδιος μια λεκτική ροή των όπως έρχονται λέξεων, και γελώντας βροντερά μες στα άγρια χαράματα, καθώς ήξερε πολύ καλά ότι πετυχαίνει να σπάσει το φράγμα ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο, να φέρει στο πεδίο της εγρήγορσης αυτό που άλλοι κάνουν στον ύπνο τους.

Το 1939, θα εκδοθεί το Finnegans Wake, αυτός ο μεγαλειώδης θρίαμβος της λογοτεχνίας και της ίδιας της ζωής. Την ίδια χρονιά, ο Σάμιουελ Μπέκετ θα τον βοηθήσει να μαζέψει τα χαρτιά και τα μολύβια του, και να εξοριστεί για μιαν ακόμα φορά. Οι ναζί εισέβαλαν στη Γαλλία, το Παρίσι έπεσε, και ο Ιρλανδός βρέθηκε και πάλι στη Ζυρίχη. Ο Τζόυς, σχεδόν τυφλός, με κλονισμένη την υγεία, θα καταρρεύσει στις 13 Ιανουαρίου του 1941, τρεις εβδομάδες πριν κλείσει τα πενήντα εννιά του χρόνια. Στη λιτή κηδεία του, ο τενόρος Μαξ Μιελί τραγούδησε την άρια «Addioterraaddiocielo» του Μοντεβέρντι. Ένα Βρετανός υπουργός είπε ότι η Ιρλανδία θα εκδικείται εις το διηνεκές την Αγγλία γεννώντας μεγαλοφυείς συγγραφείς που παράγουν λογοτεχνικά αριστουργήματα. Πιο μεστή και πιο… τζοϋσική, η Νόρα Τζόυς, μούσα αλλά και θύμα της ασύγκριτης πένας του Τζέιμς Τζόυς, θα του επιφυλάξει τον καλύτερο, και τόσο ζηλευτό, επιτάφιο: «Ο καημένος μου ο Τζιμ», θα γράψει στην αδελφή της, «ήταν σπουδαίος άνθρωπος.» 

10.1.16

Μη με ρωτάτε αν ερωτεύτηκα


Berthe Morisot, Cashe-Cashe (1873)

Κι εγώ που έλεγα πως η ομορφιά ήταν ένα παιχνίδι μάλλον χαμένο, αφού όλα τα όμορφα γονίδια οι γονείς μου τα έδωσαν στην αδελφή μου. Ορίστε, η δημιουργός του κειμένου έρχεται και λέει πως, αν υπάρχει κάτι που δεν χάνεται, τούτο είναι η ελπίς. 
Ή η ψευδαίσθηση της ύπαρξής της. Το ίδιο κάνει.

******

Δεν ομορφαίνεις απαραίτητα μόνο όταν ερωτεύεσαι. Ομορφαίνεις και όταν ηθελημένα χωρίζεις, όταν αποκτάς υψηλότερη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, όταν θέτεις στόχους και τους πετυχαίνεις, όταν συνεχίζεις με ορμή και πάθος να ονειρεύεσαι, ομορφαίνεις. Όταν τα λάθη σου δεν είναι για σένα αποτυχίες μα μαθήματα ζωής!

Ομορφαίνεις όταν κάθε πρωινό σε ξυπνά μια ακαθόριστη εσωτερική μουσική, όταν έχεις αποβάλει κάθε τοξική σκέψη και κάθε τοξικό άνθρωπο από τη ζωή σου, όταν αποφεύγεις όσους δεν έχουν το σθένος να αποδεχθούν την αλήθεια σου, όταν σκέφτεσαι μόνο θετικά και θετικά. Τις στιγμές που μένεις μόνος και φωνάζεις χαμογελώντας: "έχω εμένα!" τότε ομορφαίνεις.

Όταν φυλάς μέσα σου ανθρώπους, πρόσωπα και λέξεις σπουδαίες, ομορφαίνεις. Όταν εκπέμπεις θετική αύρα κι αγάπη από την ύλη σου και συχνάζεις σε τόπους όπου αγαπιέσαι ομορφαίνεις! Όταν χάνεσαι στα μάτια των παιδιών, πολύ ομορφαίνεις!

Ομορφαίνεις όταν περπατάς μέσα στη βροχή δίχως να φοβάσαι μη τυχόν και βρέξεις τα ρούχα σου, όταν με τις ώρες ξαπλώνεις στη γη και δεν σε απασχολεί αν λερωθείς, κοιτώντας τον ουρανό κι ακούγοντας τις ανάσες του ανέμου επάνω στο πράσινο, επάνω στα μαλλιά και στο πρόσωπό σου. Εκείνες τις ώρες που γίνονται πιο στέρεες οι ρίζες σου και ταυτόχρονα πιο ελεύθερα τα φτερά σου, ομορφαίνεις.

Ομορφαίνεις όταν δε βλέπεις τη ζωή ως μια πεζή καθημερινότητα, μα ως Αμαζόνα Ποίηση, τότε ομορφαίνεις!

Γι' αυτό, μη ρωτάτε αν ερωτεύτηκα!
  
******

* Κείμενο της Ν. Χατζηιγνατιάδου (το μόνο που αναφερόταν στην αναδημοσίευσή του στο fb, όποιος βρει το link με ενημερώνει.)

* Ο πίνακας είναι της Berthe Morisot, της "ξεχασμένης ιμπρεσιονίστριας" όπως αναφερόταν χαρακτηριστικά σε άρθρο της Telegraph, έχει τίτλο Cache-cache (στα αγγλικά hide-and-seek, δλδ κρυφτό) και ζωγραφίστηκε το 1873. Τα μοντέλα είναι η αδελφή της Berthe, Edma, και η κόρη της Edma, Jeanne.

25.2.12

Γράμμα από το Νότο


Αναρτήθηκε από Simple Man:

"Όχι , δεν είμαστε όλοι Έλληνες. Αφήστε μας να λύσουμε τα θέματα μόνοι μας αυτή την φορά. Δεν έχει ανάγκη από γάζες το δέντρο που κόπηκε από την ρίζα. Αφήστε το να βρει τον τρόπο μόνο του να ξαναθεριέψει ή αν δεν έχει γερές ρίζες να εξαφανισθεί για να μην μετατραπεί σε κισσό. Είναι συγκινητικές οι πικετοφορίες και τα κείμενα συμπαράστασης σας μέσω διαδικτύου αλλά είναι πλέον πολύ αργά. Αργήσατε, Ευρωπαίοι, να κατανοήσετε τι μας φυλούσαν για το τέλος οι δικοί σας εξουσιαστές που έχουν τα τσιράκια τους στην Ελλάδα από την εποχή παλαιών Φιλελλήνων. Εθελοτυφλούσατε και τώρα τα γράμματά σας και οι δηλώσεις σας μοιάζουν με επικήδειο μπροστά σε μία ψαροκασέλα που μας έβαλαν για φέρετρο. Όχι δεν είμαστε όλοι Έλληνες, γιατί εμείς κάνουμε την απάνθρωπη πορεία  τώρα και γι’ αυτό αφήστε μας τουλάχιστον την ικανοποίηση να λέμε ότι ο δρόμος αυτός που παγώνει τα πόδια μας είναι αποκλειστικά δικός μας.
Δεν είμαστε όλοι Έλληνες, διότι ούτε εμείς εδώ κάτω στο Νότο των Βαλκανίων δεν είμαστε όλοι της ίδιας ράτσας. Χωριστήκαν τα τσανάκια μας από καιρό. Από την μια μεριά έχουμε τους υποτακτικούς των κομμάτων νέων και νεοεισαγώμενων και από την άλλη τους μοναχικούς που προσπαθούν να σώσουν από τον βομβαρδισμό τουλάχιστον την αξιοπρέπεια του να φέρεις το ασήκωτο όνομα Έλληνας. Για το λόγο αυτό όταν γράφετε επιστολές συμπαράστασης να βάζετε υποσημειώσεις σε ποιους τις στέλνετε γιατί σε αυτόν τον καφενέ στριμώχθηκαν αγρίως τα παλικάρια από τις αδελφές.  Αν το κάνετε για να προλάβετε το τσουνάμι που έρχεται προς τη μεριά σας τότε οι δηλώσεις συμπαράστασης φανερώνουν δειλία να αντιμετωπίσετε τα δικά σας ψηφισμένα εξουσιαστικά γουρούνια. Δηλώνετε φόβο για την πάρτη σας και όχι αλληλεγγύη για μας.
Το μόνο που μπορείτε να κάνετε μέσα από το φιλεύσπλαχνο  φιλελληνικό σας πνεύμα είναι να προστατέψετε από τα νύχια των δήθεν πολιτισμένων συμπολιτών σας τους Έλληνες που μεταναστεύουν για να επιβιώσουν στον δικό σας τόπο. Να γίνετε σύμμαχοι τους στο δικό σας έδαφος και όχι στο δικό μας γιατί αυτές οι συμμαχίες εισαγωγής μάς έχουν ακρωτηριάσει 200 χρόνια τώρα. Να μην αφήνετε κανέναν να τους πει: «Έλληνα, μού χρωστάς». Να υπερασπιστείτε τουλάχιστον αυτόν που μπορείτε και αφήστε εμάς ήσυχους αυτόν τον σκληρό χειμώνα που θα κάνει χρόνια να τελειώσει. Αφήστε μας ήσυχους διότι πρέπει να μάθουμε από την αρχή. Να καθαρίσουμε το τοπίο, να φτιάξουμε καινούργια θεμέλια, να ξεθάψουμε την σφαγιασμένη  μας ηθική. Να ξαναγίνουμε Έλληνες, όχι για να μας θεωρείτε φίλους σας, αλλά για να ξαναγίνουμε η έμπνευσή σας."

Νομίζω ότι τα είπε πολύ ωραία. Χτες λέγαμε να φύγουμε για το τριήμερο, να πάμε στο εξοχικό ή κάπου, αλλά αλλάξαμε γνώμη. Θα χουχουλιάσουμε στο σπίτι μας, ηρεμία και ξεκούραση.. ίσως και καμιά βόλτα στην πόλη αν το ζητήσει η διάθεση, μπορεί και στο εξοχικό μας τελικά που τα συνδυάζει όλα... Ελεύθερο πρόγραμμα, ό,τι καλύτερο!

Καλό τριήμερο να έχετε όλοι!

24.1.12

Η έμπνευση της ημέρας


'Ποίηση είναι το ημερολόγιο
που κρατάει ένα θαλάσσιο πλάσμα που ζει στη στεριά
και που θα ήθελε να μπορούσε να πετάξει.'

Carl Sandburg, 1878-1967, Αμερικανός ποιητής

21.1.12

Ένα βήμα τη φορά

One step at a time by Eva Psarrou
One step at a time, a photo by Eva Psarrou on Flickr.

It all started with memories. I learned to use a camera because I wanted to capture memories, of where I had been and with whom I had shared my life. For a long while, it seemed I was afraid I wouldn’t remember life without having a photograph to remind me.


As I learned more about photography, my goal transitioned to the moment. It was the triumphant feeling of capturing a fleeting moment of an expression or of light, which drew me to bring the camera to my eye. I no longer needed to capture every memory, but watched for the right moments.


Over time, my motivations shifted again; shifted deeper. One day, I noticed I was no longer capturing images to remember or to freeze time, but to feel. I had discovered photography as a form of self-expression. I was learning more about myself through my images. I was expressing my true self in photographs, in a deep and soul-satisfying way.


Photography brought me from memories… to moments… to me.


What I had discovered was a heart connection with some of my images; they expressed feelings I had not yet put into words. I found the stronger my heart connection with an image, the more likely others would connect with the image too. More than just connecting with an image, though, others also began connecting with me: The real me, the part that is often difficult to see.



(Κείμενο: Kat Sloma, Φωτογραφία: Eva Psarrou)

5.7.11

Sleepless in Athens

Sleepless in Athens by eve.ps
Sleepless in Athens, a photo by eve.ps on Flickr.

"Η τέχνη υπάρχει για να μας σώζει από την αλήθεια."
Νίτσε