Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17.6.11

Η ποίηση του Καβάφη

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1863 - 1933)





"Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις."

Κ. Π. Καβάφης







Ποιητής του μείζονος ελληνισμού. Καταγόταν από αστική οικογένεια. Έζησε στην Αλεξάνδρεια (πλούσια οικονομικά, απομονωμένη πνευματικά, βάραινε η μνήμη του ελληνιστικού παρελθόντος), στην Αγγλία για 6 χρόνια (κλίση προς τα Γράμματα) και στην Πόλη για 3 (φυλετισμός, ψυχολογία απόδημου). Αυτοδίδακτος, αγαπούσε με πάθος την Ιστορία.


6.6.11

Η συνοδεία του Διονύσου

No way life won't find her way by eve.ps
No way life won't find her way, a photo by eve.ps on Flickr.

Ο Δάμων ο τεχνίτης - άλλον πιο ικανό
στην Πελοπόννησο δεν έχει - εις παριανό
μάρμαρο επεξεργάζεται την συνοδεία
του Διονύσου. Ο θεός με θεσπεσία
δόξαν εμπρός, με δύναμι στο βάδισμά του.
Ο Άκρατος πίσω. Στο πλάγι του Ακράτου
η Μέθη χύνει στους Σατύρους το κρασί
από αμφορέα που τον στέφουννε κισσοί.
Κοντά των ο Ηδύοινος ο μαλθακός,
τα μάτια του μισοκλειστά, υπνωτικός.
Και παρακάτω έρχοντ' οι τραγουδισταί
Μόλπος κ' Ηδυμελής, κι ο Κώμος που ποτέ
να σβύσει δεν αφίνει της πορείας την σεπτή
λαμπάδα που βαστά. Και, σεμνοτάτη, η Τελετή. -
Αυτά ο Δάμων κάμνει. Και κοντά σ' αυτά
ο λογισμός του κάθε τόσο μελετά
την αμοιβή του από των Συρακουσών
τον βασιλέα, τρία τάλαντα, πολύ ποσόν.
Με τ' άλλα του τα χρήματα κι αυτά μαζύ
σαν μπουν, ως εύπορος σπουδαία πια θα ζει,
και θα μπορεί να πολιτεύεται - χαρά! -
κι αυτός μες στην βουλή, κι αυτός στην αγορά.

Κ.Π. Καβάφης

...

24.2.11

Ιθάκες


  Είναι εντυπωσιακό το πώς έρχονται μερικές φορές τα πράγματα στη ζωή. Θυμάμαι όταν στα εφηβικά μου χρόνια οι δικοί μου αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πολύβουη Αθήνα για να φτιάξουν ένα σπίτι κάπου πιο έξω, στα προάστια, όταν σχεδόν τίποτα δεν είχε κτιστεί σ’ εκείνη την περιοχή.
 Θυμάμαι πώς είχα επαναστατήσει που θα έχανα τις φίλες μου, τις αγαπημένες βόλτες μου, τα στέκια μου, τη θέα της Ακρόπολης από το μπαλκόνι του σπιτιού μας, για να πάω σε μια περιοχή όπου δεν ήξερα κανέναν και δεν με ήξερε κανείς. Τι κι αν το κρεβάτι μου βρισκόταν στο σαλόνι και το γραφείο μου τρυπωμένο κάπου μεταξύ κουζίνας και κρεβατοκάμαρας; Τι κι αν ήμασταν ο ένας πάνω στον άλλον στριμωγμένοι σα σαρδέλες σε τσίγκινο τενεκεδάκι, να προσπαθούμε να λειτουργήσουμε μέσα σε μερικά τετραγωνικά που δεν έφταναν ούτε για τους μισούς από την οικογένεια; Ωραία, θα ερχόταν καινούργιο μέλος στην οικογένεια σε λίγους μήνες, θα γεννιόταν η αδελφή μου. Ε, και; Έπρεπε να φύγουμε από το σπίτι μας; Από τη γειτονιά μας; Και να πάμε στην άλλη άκρη της γης;
Γιατί σε μένα έτσι μου φαινόταν τότε, ότι με έστελναν εξόριστη στην άλλη άκρη της γης. Η απόφαση όμως είχε παρθεί και έτσι μία ωραία πρωία… τα μαζέψαμε και φύγαμε.

25.5.08

Καβάφης φέτος...




Καισαρίων



Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω,
την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή
επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.
Οι άφθονοι έπαινοι κ’ η κολακείες
εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,
ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί∙
κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη.
Αν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,
όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές.

Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω
θ’ άφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,
κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος
δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως…

Α, να, ήρθες συ με την αόριστη
γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει
μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.
Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,
που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυσεν
η λάμπα μου – άφισα επίτηδες να σβύνει –
εθάρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες∙ ως θα ήσουν
μες στην κατακτημένην Αλεξάνδρεια,
χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου,
ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν
οι φαύλοι – που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη».

Η αναγόρευση του πρεσβύτερου γιου της Κλεοπάτρας σε Καίσαρα είχε γίνει από τους Αλεξανδρινούς το 34 π.Χ. Μετά όμως την ήττα του Αντωνίου, ο Καίσαρας Οκτάβιος, υιοθετώντας την πεποίθηση των συμβούλων του πως είναι καλύτερα να μην υπάρχουν πολλοί Καίσαρες, αποφασίζει να τον θανατώσει. Ο Καισαρίων εκτελείται σε ηλικία 17 χρονών και η ιστορία τον αφήνει αδικαίωτο. Αυτή την αδικία επιχειρεί να αποκαταστήσει ο Καβάφης, λέγοντας συγκεκριμένα πως αν δεν τον θυμούνται από την ιστορία θα τον θυμούνται από αυτό το ποίημα. Και πράγματι, ποιος θα γνώριζε σήμερα τον Καισαρίωνα, αν δεν είχε μνημονευτεί από τον Καβάφη σ’ αυτό το ποίημα; Ο ποιητής, επομένως, χρησιμοποιεί την τέχνη του ως αντίδοτο κατά της φθοράς, αναγάγοντας την ποίηση σε πράξη ευθύνης.

Σε παράλληλη πορεία γίνεται και μια δεύτερη αποκάλυψη. Ο ποιητής ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας τη διαδικασία. Μας ξεκλειδώνει την πόρτα και μας εισάγει στο εργαστήριο των ποιητών την ώρα που συνομιλούν δια στόματός του με την ίδια την τέχνη της ποίησης. Το ίδιο μήπως δεν έκανε και ο Όμηρος με την επίκλησή του στη μούσα στους πρώτους-πρώτους στίχους των επών του; Παίρνει το ιστορικό παρελθόν και το μεταλλάσει σε ποιητικό παρόν, όπως και τόσοι προγενέστεροι και σύγχρονοί του ποιητές, διατηρώντας ζωντανό τον αέναο διάλογο ανάμεσά τους και αυτών με την τέχνη τους. Η ποίηση γίνεται έτσι κοινός τόπος, όχι μόνο για τους μυημένους στην τέχνη της, αλλά για όλους τους ανθρώπους που ψάχνουν ουρανό.


Ο Καισαρείων είναι το ποίημα που έπεσε φέτος στο μάθημα της λογοτεχνίας στις πανελλήνιες.