Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek history. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek history. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22.11.08

Τέχνης πολέμου συνέχεια.


Σύντομα, η τακτική της μονομαχίας σώμα με σώμα που καθόριζε την έκβαση της μάχης στα ομηρικά χρόνια, αντικαταστάθηκε από μια νέα τακτική, που θα μονοπωλούσε τις πολεμικές επιχειρήσεις στον ελλαδικό χώρο σε όλη την διάρκεια των κλασικών χρόνων, την οπλιτική φάλαγγα. Την ανάγκη γι’ αυτή την αλλαγή επέβαλε η εμφάνιση της πόλης ως νέο πλαίσιο δράσης και ανάπτυξης των πολιτών, η υπεράσπιση της οποίας χρειαζόταν πλέον ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς που θα απέτρεπε να καταπάτηση των εδαφών της από τις γειτονικές πόλεις-κράτη.

Έτσι, την τέχνη του πολέμου οικειοποιούνται ευρύτερες μάζες πολιτών, οι οποίοι επωμίζονταν την ευθύνη της υπεράσπισης της πόλης τους όταν το καλούσε η ανάγκη. Όσοι ήταν σε θέση να προμηθευτούν οι ίδιοι τον απαραίτητο εξοπλισμό, αποκτούσαν και την ιδιότητα του οπλίτη. Σύντομα οι ηρωικές μονομαχίες αντικαταθιστώνται από μαχόμενους που προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, παραταγμένους σε γραμμές που σχημάτιζαν μια συμπαγή μάζα που προστατευόταν από το αδιάσπαστο τείχος μιας νέας ασπίδας, η οποία θα έφερνε την επανάσταση στον τρόπο διεξαγωγής των μαχών.

Ο προηγούμενος τύπος ασπίδας, ο λεγόμενος Πύργος, που ακουμπούσε λόγω μεγέθους στο έδαφος, έκανε την δυνατότητα ελιγμών σχεδόν αδύνατη, γι’ αυτό και θεωρείτο καθαρά αμυντικό όπλο. Τώρα, με την χρήση της νέας ασπίδας, οι οπλίτες είχαν τη δυνατότητα να κινηθούν, να ελίσσονται, να αλλάζουν διάταξη και να πολεμούν με μεγαλύτερη ευχέρεια. Το Όπλο (από όπου πήραν και το όνομά τους οι οπλίτες) ήταν στρογγυλή ασπίδα διαμέτρου 90 περίπου εκατοστών, όπου η λαβή είχε μετατεθεί από το κέντρο της ασπίδας στο άκρο της. Με αυτή την αλλαγή καλυπτόταν μόνο το αριστερό τμήμα του σώματος του οπλίτη, αφήνοντας ακάλυπτο το δεξί, την κάλυψη του οποίου αναλάμβανε ο συμπολεμιστής που βρισκόταν ακριβώς στα δεξιά του κ.ο.κ.

Η αλληλοκάλυψη των οπλιτών που αποτελούσαν την οπλιτική φάλαγγα, όπου κανείς δεν ήταν αναντικατάστατος και όλοι εξαρτιώνταν από όλους, γέννησε την έννοια της ισότητας. Η διεύρυνση του προνομίου της εκπαίδευσης στις πολεμικές τεχνικές και η ισότιμη συμμετοχή στην μάχη, οδήγησε στην ίση απονομή των λαφύρων, είτε επρόκειτο για όπλα είτε για γη. Ήταν λοιπόν αναπόφευκτο η στρατιωτική ισότητα να οδηγήσει σταδιακά στην διεκδίκηση ισότητας συμμετοχής και στην πολιτική εξουσία, την οποία μέχρι τότε είχαν στα χέρια τους αποκλειστικά οι αριστοκράτες, αφού αυτοί ήταν οι μόνοι που γνώριζαν την τέχνη του πολέμου μέχρι τότε.

Ο φαλαγγίτης δεν έχει άλογα και δεν είναι εκπαιδευμένος σε μονομαχίες. Είναι πεζός με όπλα του ένα μακρύ δόρυ, ένα κοντό σπαθί και την νέα στρογγυλή ασπίδα, που καλύπτει το μισό σώμα του ίδιου και το μισό σώμα του διπλανού του. Πολεμούν ο ένας δίπλα στον άλλον, ο αριστοκράτης δίπλα στον αγρότη, ο πλούσιος δίπλα στον φτωχό, όπου η ζωή, η περιουσία και το μέλλον του ενός εξαρτάται από όλους τους υπόλοιπους, μια αδιάσπαστη έννοια συνοχής, αλληλεξάρτησης και ισότητας, σε μια μάχη για τη δόξα της πόλης και όχι των αριστοκρατών ή την ατομική δόξα (κλέος).

Έτσι ξεκίνησε η έννοια της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Λίγο οξύμωρο, αν το σκεφτεί κανείς: η τέχνη του πολέμου να γεννά την ιδέα της δημοκρατίας…

***

Από τότε μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει όσον αφορά στις πολεμικές τακτικές. Έχουμε φτάσει στο σημείο να γίνονται μάχες χωρίς την ανθρώπινη παρουσία στα πεδία των μαχών (παιχνίδια πολέμου). Όλα να γίνονται ηλεκτρονικά. Η εκπαίδευση γίνεται μέσα από ηλεκτρονικούς εξομοιωτές, που αντικαθιστούν τον αντίπαλο, αλλά και όλες τις συνθήκες της μάχης με απόλυτη ακρίβεια. Τα σενάρια πολέμου έχουν μεταφερθεί στις αίθουσες των υπολογιστών. Τα σύγχρονα όπλα δέχονται χειρισμούς εξ' αποστάσεως και εντοπίζουν τον στόχο με τη βοήθεια δορυφόρων. Η απόβαση των πολέμων δεν εξαρτάται πλέον ούτε από την αριθμητική υπεροχή ούτε από την προσωπική ικανότητα του στρατιώτη. Νικά όποιος κατέχει την πιο σύγχρονη τεχνολογία. Όλα υπακούν σε αυτήν και χωρίς αυτήν τίποτα δεν μπορεί να τεθεί σε λειτουργία.
Ίσως σήμερα να έχουν γίνει πιο απρόσωπα τα πράγματα, να χάνονται ολόκληροι λαοί με το πάτημα ενός κουμπιού, όμως η τέχνη του πολέμου εξακολουθεί να υπάρχει. Φαίνεται μέσα από τα ονόματα με τα οποία βαπτίζονται τόσο οι πολεμικές επιχειρήσεις («καταιγίδα της ερήμου», «κόκκινος Οκτώβρης» κτλ) όσο και οι εξοπλισμοί.

Παραθέτω μερικούς για του λόγου το αληθές:



Αεροπλάνα:
- mosquito (νυκτερινά καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά-Αγγλία)
- spitfire (καταδιωκτικά-Αγγλία)
- hurricane (καταδιωκτικά-Αγγλία)
- «ιπτάμενα φρούρια» (βομβαρδιστικά-USA)
- mirage (καταδιωκτικά-Γαλλία)
- phantom (καταδιωκτικά-USA)
- starfighter ή «ιπτάμενα φέρετρα» (USA)
- zero Mitsubishi (Ιαπωνία)
- tomachok (καταδιωκτικά-Γερμανία)
- hercules (μεταφορικά)
- falcon (Γαλλία)



Άρματα μάχης:- challenger (Αγγλία)
- panther (Γερμανία)
- leopard (Γερμανία)

Ελικόπτερα:- hioui
- apache
- comache
- puma (USA)
- sea hawk
- sea king

Υποβρύχια:- typhoon

Πύραυλοι:- patriot (αντι-αεροπορικοί εδάφους-αέρος)
- sidewider (αέρος-αέρος)
- sparrow (αέρος-αέρος)
- penguin (εδάφους-θαλάσσης, θαλάσσης-θαλάσσης)


Βόμβες:
- «μαύρη χήρα» (η βόμβα στη Χιροσίμα)

Αντιαεροπορικά πυροβόλα:- άρτεμις (Ελλάδα)

Πλοία:
- enterprise (αεροπλανοφόρο-USA)
- πυρπολητής (κανονιοφόρο-Ελλάδα)
- ζαν ντ’ αρκ (αεροπλανοφόρο-Γαλλία)


Ονόματα που εντυπωσιάζουν στο άκουσμά τους, αλλά που όμως δεν θα καλύψουν ποτέ την ζοφερότητα της επόμενης μέρας, όσο κι αν εξελιχθεί η ηλεκτρονική πλέον τέχνη του πολέμου...

16.10.08

Στο στόχαστρο η αυθεντικότητα του δίσκου της Φαιστού



Πριν από έναν αιώνα, τον Ιούλιο του 1908, μια ομάδα ιταλών αρχαιολόγων ξεκίνησε ανασκαφές μέσα στα μινωικά ανάκτορα της Φαιστού. Η προσπάθειά τους αυτή έμελε να στεφθεί από μια αναπάντεχη επιτυχία. Μέσα από τα παμπάλαια ερείπια του παλατιού αναδύθηκε ένα περίεργο πήλινο αντικείμενο, ένας κεραμικός δίσκος όχι μεγαλύτερος από 16 εκατοστά σε διάμετρο και πάχους 2,1 εκατοστών, καλυμμένος και στις δύο του πλευρές με περίεργα έντυπα σύμβολα που ακολουθούσαν σπειροειδή φορά, σύμβολα που θύμιζαν τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, αλλά που πρώτη φορά τα έβλεπε ανθρώπου μάτι. Η γραφή αυτή δεν είχε ταίρι. Ήταν μοναδική. Η ανακάλυψη ήταν σπουδαία. Ήταν η στιγμή που ο ιταλός αρχαιολόγος Λουίτζι Περνιέ θα περνούσε στην ιστορία με την ανακάλυψη μιας νέας ολοκαίνουργιας αιγαιακής γραφής τυπωμένης σε ένα μοναδικό αρχαιολογικό εύρημα:
τον περίφημο Δίσκο της Φαιστού.

Όπως ήταν φυσικό, η ανακάλυψη έκανε αστραπιαία τον γύρο του κόσμου και από τότε στρατιές αρχαιολόγων, με πρώτο και σημαντικότερο τον Arthur Evans, αλλά κι άλλων, φιλολόγων, παραφιλολόγων, συγγραφέων, γλωσσολόγων και ερευνητών δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να επιδίδονται με αυτοθυσία και πρωτόφαντο πάθος στο κυνήγι της αποκρυπτογράφησης αυτής της μυστηριώδους γραφής. Κατά καιρούς έχουν αποδοθεί πλήθος ερμηνείες ως προς το περιεχόμενο του δίσκου, όπως ότι πρόκειται για προσευχή, ύμνο, κατάρα, κείμενο με μαγικό περιεχόμενο, τελετουργικό ερωτικό τραγούδι, εγχειρίδιο σεξουαλικών στάσεων, απόδειξη γεωμετρικού θεωρήματος, λατρευτικό κείμενο προς τα άστρα, μινωικό ημερολόγιο, κείμενο διδασκαλίας ανάγνωσης, αστρονομικά σύμβολα, πίνακας επιτραπεζίου παιχνιδιού ή ακόμη και κείμενο φερμένο από εξωγήινους. Καμία όμως από τις ερμηνείες που έχουν δοθεί δεν είναι αρκετά πειστική μέχρι σήμερα κι έτσι, το μυστήριο του δίσκου εξακολουθεί να παραμένει ανεξιχνίαστο.

Εκατό χρόνια μετά την ανακάλυψη του δίσκου, ένας αμερικανο-εβραίος παλαιοπώλης-γκαλερίστας, ο Jerome Eisenberg (πολλά δημοσιεύματα τον θέλουν και αποδέκτη προϊόντων αρχαιοκαπηλίας, ανάμεσά τους και κλοπιμαία από το μουσείο της Κορίνθου), αναταράζει τα νερά με τον ισχυρισμό του πως ο δίσκος της Φαιστού δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα της ματαιοδοξίας του ιταλού Pernier, ο οποίος, στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει τους συναδέλφους του με ένα εύρημα εφάμιλλο σε αρχαιολογική αξία με εκείνα του sir Arthur Evans στην Κνωσό, εμφάνισε έναν πλαστό δίσκο με έντυπα στοιχεία μιας άγνωστης μυστηριακής γραφής, μεταθέτοντας αυτόματα την χρονολόγηση του ευρήματος από το 1.700 π.Χ. … στις αρχές του 20ου αιώνα μ.Χ.!

Για να στηρίξει τις απόψεις του περί «μη γνησιότητας του γλυπτού» επιστρατεύει το επιχείρημα πως «οι άκρες του είναι πολύ καλά επεξεργασμένες για να είναι αυθεντικό» και πως «είναι ψημένο, ενώ οι Μινωίτες δεν ακολουθούσαν αυτήν την πρακτική για τα αντικείμενα από άργιλο.» Τις απόψεις του, που διατύπωσε και εγγράφως σε άρθρο του στο περιοδικό Minerva, του οποίου είναι ο ιδιοκτήτης, σχεδιάζει να τις εκθέσει σε ένα συνέδριο που θα λάβει χώρα σε λίγες μέρες, στα τέλη του Οκτώβρη, στο Λονδίνο. Στη διεθνή αυτή διάσκεψη έχουν προσκληθεί και άλλοι «ομογάλακτοι» που υποστηρίζουν λίγο ως πολύ τις απόψεις του περί πλαστότητας, αλλά και περί ασιατικής προέλευσης της τυπωμένης στον δίσκο γραφής. Η προσπάθεια αυτή, η οποία σημειωτέον, διοργανώνεται από το περιοδικό του, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά, καθώς συμπίπτει με τα 100 χρόνια από την εύρεση της σπουδαίας προϊστορικής αρχαιότητας.

«Αδιανόητη η θεωρία του» ήταν η απάντηση των Ελλήνων αρχαιολόγων σ’ αυτούς τους αβάσιμους επιστημονικά ισχυρισμούς. «Είναι σα να αμφισβητούμε τον μινωικό πολισμό.» Την άμεση παρέμβαση της πολιτείας ζήτησαν φορείς της Κρήτης, οι οποίοι επισημαίνουν ότι «με αυτή τη μαύρη προπαγάνδα επιχειρείται να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του από συγκεκριμένους υπόπτους πλαστογράφους της ιστορίας, που τροφοδοτούν μεθοδευμένα ψευδή δημοσιεύματα στον ξένο Τύπο», κατονομάζοντας ευθέως τον Eisenberg. Μάλιστα, προχώρησαν ακόμα ένα βήμα, ζητώντας από τον υπουργό πολιτισμού, κ. Λιάπη, την διοργάνωση επιστημονικού συνεδρίου τον Νοέμβριο στο Ηράκλειο, με αφορμή την συμπλήρωση των 100 χρόνων από την ανεύρεση του δίσκου. Παράλληλα ζητούν να δοθεί έγκριση στον Δημόκριτο ώστε να επαληθευτεί και εργαστηριακά η γνησιότητα του δίσκου με τη μέθοδο της θερμοφωταύγειας, της γεωμαγνητικής χρονολόγησης και της πετρογραφικής ανάλυσης.

Ως υπενθύμιση να πούμε ότι η νέα αυτή υπόθεση αμφισβήτησης κορυφαίας αρχαιότητας έρχεται δύο χρόνια μετά από μια άλλη αμφισβήτηση από δυο άλλους Αμερικανούς φιλολόγους, τον Ο.Μ. Κάλντερ και τον Ν.Α. Τρέιλ, οι οποίοι αμφισβήτησαν την αυθεντικότητα του διασημότερου εκθέματος στον ολόχρυσο θησαυρό των Μυκηνών, το χρυσό προσωπείο που ο Ερρίκος Σλήμαν είχε αποδώσει στον Αγαμέμνονα. Είχαν υποστηρίξει πάλι πως ήταν πλαστό, δημιούργημα του γερμανού αρχαιολόγου!

«Δεν συμφωνώ καθόλου με τη θεωρία πως ο Δίσκος της Φαιστού είναι πλαστός. Είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσουμε ότι είναι γνήσιος. Αρκεί να σκεφθείτε πως πάνω στην πήλινη επιφάνεια αποτυπώνονται 45 διαφορετικά σημεία. Δέκα από αυτά δεν ήταν γνωστά όταν ανακαλύφθηκε ο Δίσκος, το 1908, από τον Ιταλό αρχαιολόγο Λουίτζι Περνιέ. Βρέθηκαν πολύ αργότερα- το 1953 - από τον Ντόρο Λέβι σε ανασκαφές στο ανάκτορο της Φαιστού. Πώς είναι δυνατόν να αποτύπωσε λοιπόν ο Περνιέ στον δίσκο σημεία που δεν είχε δει ποτέ; Δεν πιστεύω πως υπάρχει αμφιβολία για τη γνησιότητα του δίσκου» εξηγεί ο πολυγραφότατος Ιταλός καθηγητής Αρχαιολογίας, ακαδημαϊκός και σύμβουλος του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας Λουί Γκοντάρ με ειδικότητα στις γραφές του Αιγαίου, που έχει γράψει ανάμεσα σε δεκάδες μονογραφίες και μία για τον Δίσκο της Φαιστού.

Παρά τις προσπάθειες αμφισβήτησης της γνησιότητάς του, το ηλικίας 3.700 χρόνων εύρημα με την ανερμήνευτη ως τώρα γραφή τυπωμένη και στις δυο του πλευρές αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα διασημότερα άλυτα μυστήρια της αρχαιολογίας. Ποιο είναι το μυστικό που κρύβει ο δίσκος της Φαιστού; Γιατί προκαλεί τόσο ενδιαφέρον η αποκρυπτογράφησή του; Μήπως επειδή δεν υπάρχει όμοιό του σε κανένα σημείο του κόσμου, σε καμία χρονολογική περίοδο, σε κανέναν πολιτισμό; Μήπως επειδή τα κινητά στοιχεία του (σφαγίδες δηλαδή), πολλά για να είναι γράμματα, λίγα για να είναι ιδεογράμματα, δεν εντάσσονται σε κανένα γλωσσολογικό πλαίσιο που να μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το νόημά τους; Μήπως επειδή πρόκειται για το αρχαιότερο τυπογραφικό μνημείο στην ιστορία της ανθρωπότητας, τεχνική που θα επανανακάλυπτε 2.200 χρόνια αργότερα ο Γουτεμβέργιος; Ο μελετητής του Μινωικού πολιτισμού Λεόν Πομεράνς πιστεύει ότι ο δίσκος δεν είναι γραμμένος σε καμιά γλώσσα αλλά είναι ένα σύστημα αλληγορικών συμβόλων, προερχόμενα ίσως και από τα ζωδιακά, και έτσι χρειαζόμαστε ερμηνεία και όχι μετάφραση. Με αυτή την άποψη τείνουν να συμφωνήσουν και αρκετοί άλλοι. Μήπως έχουν δίκιο;

Όποια κι αν είναι η απάντηση, η σπειροειδής αυτή γραφή, που θεωρείται από πολλούς μητέρα της Γραμμικής Α, με τα 45 στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν σε ένα σύνολο 242 συμβόλων, λίγο πιο πατημένα από την μία όψη του δίσκου (ίσως γιατί στέγνωσε λίγο περισσότερο αυτή η πλευρά, ίσως γιατί χρησιμοποιήθηκαν δύο ανεξάρτητοι πήλινοι δίσκοι που ενώθηκαν πριν στεγνώσουν, σχηματίζοντας τελικά έναν ενιαίο δίσκο, αυτόν που βλέπουμε σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου Κρήτης), ο δίσκος της Φαιστού παραμένει ένας άλυτος γρίφος που κρατά κλειστά τα χαρτιά του, αποτελώντας σύμβολο αέναης επιστημονικής αναζήτησης.

7.10.08

Ως κόρη οφθαλμού...



Τον κώδωνα του κινδύνου κρούουν τα ιστορικά νεοκλασικά μνημεία της πόλης του Άργους, τα οποία δίνουν άνιση μάχη επιβίωσης με τον χρόνο. Τα κτήρια αυτά κουβαλούν μνήμες ιστορίας, αφού κατοικήθηκαν από τους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821, καθώς και από πολιτικούς που καθόρισαν την πορεία των εξελίξεων της νεότερης Ελλάδας, και πολλά από αυτά ήδη οδεύουν προς τον αφανισμό τους.

Από το σπίτι του στρατηγού Μακρυγιάννη έχουν μείνει πια μόνο ερείπια και το διώροφο σπίτι του Σπυρίδωνος και του Χαριλάου Τρικούπη, παρόλο που προβλέπεται να μετατραπεί σε μουσείο, βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, καθώς το πίσω μπαλκόνι του έχει ήδη καταρρεύσει. Στην ίδια κατάσταση βρίσκεται και το παλιό τζαμί του 16ου αιώνα που επί Καποδίστρια είχε μετατραπεί σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Είναι γεμάτο ρωγμές από τον σεισμό του 1981 και κινδυνεύει επίσης με κατάρρευση.

Τα περισσότερα από τα κτήρια αυτά έχουν μπει στο πρόγραμμα να μετατραπούν σε μουσεία, όπως οι λεγόμενοι Στρατώνες του Καποδίστρια, βενετσιάνικο κτήριο του 1715 που ιδρύθηκε από το Τάγμα των Αδελφών του Ελέους και που προοριζόταν να γίνει το πρώτο πανεπιστήμιο της Ελλάδας, που προορίζεται να αξιοποιηθεί ως Βυζαντινό Μουσείο της Αργολίδας, καθώς και το σπίτι του Δημήτρη Καλλέργη, πρωτοστάτη στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 μαζί με τον Μακρυγιάννη, το οποίο θα στεγάσει το αρχαιολογικό. Στα αξιόλογα κτίρια του Άργους συγκαταλέγεται και το σπίτι του στρατηγού Τόμας Γκόρντον (1829) που έγραψε μια Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης - την οποία μετέφρασε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και πρόκειται τώρα να κυκλοφορήσει για πρώτη φορά από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης. Σήμερα το σπίτι αυτό στεγάζει τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή.

Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους εγκαινιάζεται μια περίοδος έντονου εξευρωπαϊσμού για την ως τότε υπόδουλη και απομονωμένη χώρα. Η αρχιτεκτονική στην Ευρώπη του συμβατικού έτους 1830 χαρακτηρίζεται ήδη από έναν ιστορικισμό, σύμφωνα με τον οποίο η ιστορία αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, αφού καλείται να δώσει κρίσιμες απαντήσεις σχετικά με το πώς πρέπει να διαμορφωθεί το παρόν. Σ’ αυτές τις αναζητήσεις συγκαταλέγεται φυσικά και η αρχιτεκτονική, η οποία έπρεπε να ταιριάζει νομοτελειακά στο πνεύμα της εποχής.

Ο κλασικισμός καταλήγει να είναι μια από τις πιο ασφαλείς επιλογές, αφού το κλασικό ιδεώδες χαρακτηρίζεται από τις αξίες της τάξης, της αρμονίας και της συνολικής σύλληψης του κόσμου, αντιλήψεις που πρέσβευε ο ορθολογισμός της άρχουσας αστικής κοινωνίας της Ευρώπης, με τη συγχώνευση του αισθητικού με το ηθικό στοιχείο, του ωραίου με την ιδέα και την αλήθεια, του ατομικού με το κοινωνικό. Η αναβίωση της αρχιτεκτονικής παλιότερων εξιδανικευμένων εποχών μετέφερε αυτόματα όλες τις αξίες στο προβληματικό τους σήμερα.

Η ενθουσιώδης υιοθέτηση του νεοκλασικισμού και από το επίσημο ελληνικό κράτος σηματοδοτεί την έναρξη της νεότερης ελληνικής αρχιτεκτονικής. Η ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα δεν σταμάτησε να παλινδρομεί ανάμεσα σε διάφορα γεγονότα που συνταράσσουν την μακρά αυτή χρονική περίοδο, προσαρμόζοντας τις ευρωπαϊκές τάσεις στα εγχώρια δεδομένα. Η συστηματική μελέτη των σωζόμενων μνημείων της Αρχαιότητας, που τώρα αναστηλώνονται και χρησιμεύουν ως αξεπέραστα πρότυπα (μόδα εισαγόμενη κι αυτό), συναντιούνται με τα ρεύματα που έρχονται από την Ευρώπη, δημιουργώντας μια αρχιτεκτονική τάση που δέχεται τον ορθολογισμό του κλασικισμού, χωρίς όμως να απορρίπτει και τον ρομαντισμό της μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής.

Η επιβεβλημένη από το κράτος αρχιτεκτονική παραμένει πιστή στα κλασικά μοτίβα της Αρχαιότητας, τα οποία αποκτούν εθνικό χαρακτήρα, αφού η εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό τη συγκεκριμένη περίοδο βασίζεται αποκλειστικά σχεδόν στην Αρχαιότητα. Οι απελευθερωμένοι Νεοέλληνες είναι, σύμφωνα με την Εσπερία, οι απόγονοι των ένδοξων προγόνων τους και η περίοδος της οθωμανικής υποδούλωσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ενοχλητική παρένθεση που τώρα έκλεισε και πρέπει να ξεχαστεί. Ήταν σχεδόν αδύνατον η αρχιτεκτονική να μην επωμιστεί τη συμβολική φόρτιση των ιδεολογικών αυτών πεποιθήσεων, ειδικά όταν ο ίδιος ο κοινωνικός ιστός ένιωθε έντονη την ανάγκη ταύτισής του με τις αιώνιες αξίες του παρελθόντος.

Με αφορμή το επιστημονικό συνέδριο «Βενετία – Άργος» που για πρώτη φορά διοργανώνεται φέτος στην πόλη του Άργους με την πρωτοβουλία του δήμου Άργους σε συνεργασία με το Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας, στις 11-12 Οκτωβρίου, τα νεοκλασικά θα ξαναμπούν στο τραπέζι, σε έναν ύστατο απολογισμό της αξίας και της σημασίας της ενσωμάτωσής τους στην νεότερη ελληνική ιστορία, καθώς και στην προσπάθεια ευαισθητοποίησης τόσο των φορέων όσο και του κόσμου ως προς τη σημασία των ιστορικών μνημείων της πόλης ως πολιτισμική κληρονομιά, όταν αντίστοιχα μνημεία στο εξωτερικό φυλάσσονται ως κόρη οφθαλμού...


2.4.08

Ποιο αυτονόητο...;


Κάποτε το θεωρούσαμε αυτονόητο... ύστερα αρχίσαμε να μη το πολυλέμε... ακούγαμε "Μακεδονία" από την Ευρώπη, "Μακεδονία" από την Αμερική, νομίζαμε ότι εννοούσαν εμάς... Δεν εννοούσαν όμως εμάς... κι όταν το καταλάβαμε αρχίσαμε να μιλάμε γι' αυτό ακόμη λιγότερο... όσο λιγότερο το συζητάγαμε, τόσο λιγότερο μας πονούσε... ώσπου σταμάτησε να πονάει και νομίσαμε ότι πάθαμε ανοσία... κι εκεί που το θεωρούσαμε αυτονόητο, αρχίσαμε να κωφεύουμε... αρχίσαμε να επιχειρηματολογούμε για τα ανιστόρητα... κι έφτασε το αυτονόητο για μας να γίνει αυτονόητο γι' αυτούς... και τους χαρίσαμε το όνομα και το πήρανε... και μαζί μ' αυτό και τον ήλιο της Βεργίνας... και τον Μεγαλέξανδρο... την "υπόδουλη" μακεδονική μειονότητα... τη γλώσσα... γιατί αυτά όλα πάνε μαζί... πακέτο... Όμως εμείς είχαμε φύγει από κει... δικά τους πλέον, το είπαν, το πιστέψαμε... να βρούμε και τον προσδιορισμό που θα το συνοδεύει και τελειώσαμε... ξεμπερδέψαμε... μπελάς που πρέπει θα τακτοποιηθεί για να συνεχίσουμε από κει που είχαμε μείνει... με άθικτη την ησυχία μας, βιασμένη την ιστορία μας και εξαφανισμένη την ταυτότητά μας... αλλά ποιος νοιάζεται...

25.3.08

Και σαν πρώτα ανδρειωμένη...


Δύο Χαίρε για δύο εορτές.

Το πρώτο: Χαίρε Κεχαριτωμένη, τιμή και χαιρετισμός στην Παρθένο Μαρία, που από σήμερα ευαγγελίζεται (ευαγγελισμός > ευ + αγγελία = χαρμόσυνη είδηση) το μήνυμα της Ανάστασης, της νίκης δηλαδή της ζωής επί του θανάτου και τη σωτηρία της ανθρώπινης ψυχής.


Το δεύτερο: Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά, τιμή και ύμνος εθνικός για την ιδέα που τοποθετήθηκε πάνω από την ίδια τη ζωή, τότε, την εποχή των ματωμένων λαβάρων και των σκισμένων φουστανελών, την εποχή των ηρώων…


Επανάσταση και Ανάσταση. Δύο λέξεις, η μία μέσα στην άλλη, αλληλοσυμπλεκόμενες και αλληλοεξαρτώμενες. Επανάσταση > επ + αν + ίσταμαι, που σημαίνει: ήμουν σκυφτός, σκυμμένος, υποτελής, υπόδουλος και σηκώθηκα. Όρθωσα το ανάστημά μου, κοίταξα τον ουρανό ως άνθρωπος (άνθρωπος > άνω + θρώσκων = ο θρώσκων ψηλά = εκείνος που κοιτά ψηλά). Ήμουν, δηλαδή, νεκρός κι αναστήθηκα (για να’ ρθουμε στη δεύτερη λέξη) και απέκτησα την αυτονομία και την αυτοτέλειά μου. Κατ’ επέκταση, την ελευθερία μου, το ύψιστο αγαθό που απαιτεί υψηλό φρόνημα, αυταπάρνηση, αυτοθυσία.


« Έσπειρα τον σπόρο της λευτεριάς, εσείς θα τον θερίσετε», ήταν τα λόγια του Ρήγα Φεραίου, λίγο πριν δολοφονηθεί για τις «ενοχλητικές» ιδέες του για έθνος, απελευθέρωση, ελληνισμό. Εσείς, οι επόμενοι. Δηλαδή και εμείς, οι ελεύθεροι σκλαβωμένοι του σήμερα. Όχι από Οθωμανούς σουλτάνους, αγάδες και μπέηδες, αλλά από έναν άλλον εχθρό, πιο ύπουλο, πιο αθόρυβο και γι’ αυτό, πιο επικίνδυνο. Αυτόν που αποσαρθρώνει το υπέδαφος κάτω από τα πόδια μας, που διαβρώνει και καταργεί τα πιστεύω και τις αξίες μας και όταν αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή του είμαστε ήδη χαμένοι σε μια αιχμαλωσία που αντανακλάται στο εξωτερικό μας περιβάλλον, ακριβώς επειδή το αφήσαμε να κυριαρχήσει στο εσωτερικό, η αδιαφορία, η απόσυρση.

*** Φωτό από εδώ.

2.3.08

Η Πέλλα κάτω από την Πέλλα...


Μια πόλη ηλικίας 4.000 ετών ετοιμάζεται να βγει στο φως μετά την αναπάντεχη ανακάλυψη προϊστορικού νεκροταφείου κάτω από τον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας πρωτεύουσας του Μακεδονικού Βασιλείου. Κατά τη διάρκεια εργασιών διάνοιξης λεωφόρων και οδών του ρυμοτομικού συστήματος της Αρχαίας Πέλλας, οι αρχαιολόγοι της ομάδας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης «σκόνταψαν» πάνω σε ένα μεγάλο αριθμό τάφων (πάνω από 100) της πρώιμης εποχής του χαλκού, έκτασης 8 περίπου οικοδομικών τετραγώνων, στους οποίους βρέθηκαν κυκλαδίτικα κτερίσματα από μάρμαρο, αγγεία κατασκευασμένα με την παραδοσιακή τεχνοτροπία της περιοχής, αντικείμενα μεταλλοτεχνίας, κλπ., σπρώχνοντας την ιστορία της περιοχής στο 2100 – 2000 π.Χ., μιάμισυ δηλαδή χιλιετία πρωτού ο Αρχέλαος μεταφέρει την πρωτεύουσά του από τις Αιγές στην Πέλλα (τέλος 5ου π.Χ. αιώνα).

Η σημασία της αναπάντεχης ανακάλυψης είναι μεγάλη, αφού αποκαλύπτει τα αρχαιότερα ίχνη οργανωμένης ζωής στην Πέλλα, που έχουν έρθει ως τώρα στο φως από την αρχαιολογική σκαπάνη, συμπληρώνοντας ένα νέο κεφάλαιο για την εποχή της πρώιμης εποχής του Χαλκού στη συγκεκριμένη περιοχή. Η ανακάλυψη της μαρμάρινης φιάλης αποτελεί ένα από τα πρωιμότερα τεκμήρια των εμπορικών συναλλαγών της παραθαλάσσιας τότε προϊστορικής Πέλλας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας με τις Κυκλάδες, και τα πλούσια κτερίσματα, που περιλαμβάνουν ακόμη πολύτιμα κοσμήματα, όπως ασημένοι δακτύλιοι, αργυρά σκουλαρίκια, βραχιόλια και περιδέραια, περόνες, κλπ, δείχνουν την ευμάρεια της προϊστορικής κοινωνίας της περιοχής.

Ο υπεύθυνος της ανασκαφής καθηγητής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, κ. Ιωάννης Μ. Ακαμάτης, αναφέρει σχετικά: «Έως σήμερα γνωρίζαμε μία Πέλλα που έχει χρονολογηθεί μεταξύ 320-300 π.Χ., ενώ τα νέα ευρήματα μας παραπέμπουν στην 3 χιλιετία π.Χ. Σε πρώτη φάση θα έχουμε τη δυνατότητα να μάθουμε κυρίως για την ιδεολογία της ταφής, ενώ με την ανακάλυψη και του οικισμού θα αντλήσουμε πληροφορίες για την καθημερινότητα και τον τρόπο διαβίωσης των ανθρώπων της εποχής, όχι μόνο της συγκεκριμένης περιοχής, αλλά και της ευρύτερης», και συμπληρώνει: «Oι αρχαιολόγοι που δουλεύουμε εκεί πάνω από 20 χρόνια δεν περιμέναμε να βρούμε ένα προϊστορικό νεκροταφείο τέτοιας έκτασης, γιατί δεν είχαμε αρκετές ενδείξεις προϊστορικών ευρημάτων από τις ανασκαφές». Oπως λέει ο ίδιος, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα, «που προσθέτει στις γνώσεις της αρχαιολογίας της Μακεδονίας. Σκεφτείτε ότι η Πέλλα είναι του 320 με 300 π.Χ., της εποχής του Κασσάνδρου δηλαδή, και το νεκροταφείο μάς οδηγεί στο 2800 με 2100 π.Χ. Πρόκειται ουσιαστικά για την Πέλλα πριν από την Πέλλα».


Οι νεκροί είναι ενταφιασμένοι σε συνεσταλμένη στάση μέσα σε πιθάρια ύψους 1.50-1.60 μέτρων, τοποθετημένα σε λακκοειδή ανοίγματα ή λιθοπερίκλειστες κατασκευές. Οι περισσότεροι τάφοι περιλαμβάνουν άντρες και γυναίκες, ενώ υπάρχουν και τάφοι που ανήκουν σε βρέφη, αλλά και νεαρά άτομα ηλικίας 14-16 ετών.


Οι οστεολογικές αναλύσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, ενώ οι εργασίες στον χώρο συνεχίζονται, προκειμένου να εντοπιστεί και ο οικισμός, για τον οποίο εκτιμούν ότι θα είναι ανάλογης έκτασης με τον νεκροταφείο.



26.2.08

Δύση vs Ανατολή: Οι λόγοι που οδήγησαν στην απαξίωση του Βυζαντίου


Η χιλιετής ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι ένα κομμάτι της ιστορίας της ανθρωπότητας, που λόγω της ιδιαιτερότητάς της, δέχτηκε κριτικές, πέρασε από δοκιμασίες, και «αμαυρώθηκε» για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τόσο η προκατάληψη, όσο και το ταραχώδες παρελθόν των δύο τμημάτων της, που ακολούθησαν παράλληλες και συχνά συγκρουόμενες πορείες, εμπόδισαν την στοχαστική και αντικειμενική προσέγγιση ενός λαμπερού πολιτισμού, που συνδέθηκε άμεσα με τον Χριστιανισμό και την Ορθοδοξία. Η θεοκρατία, ο δεσποτισμός και ο σκοταδισμός, ήταν οι χαρακτηρισμοί που δόθηκαν από τους ευρωπαίους ιστοριογράφους του 16ου και 17ου αιώνα στο ανατολικό τμήμα, που απαξιωτικά βαπτίστηκε «Βυζάντιο», σε μία εποχή που η Ευρώπη θα βίωνε μία περίοδο ριζοσπαστικών αλλαγών σε όλους τους τομείς.

Η διάσπαση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε ανατολική και δυτική, με την ίδρυση της νέας πρωτεύουσας στις ακτές του Βοσπόρου από τον Κωνσταντίνο (323 μ.Χ.), εγκαινιάζει μία μακρά και δύσκολη περίοδο στην ιστορία της χριστιανοσύνης, την επίσημη θρησκεία του κράτους. Ο χριστιανικός κόσμος θα υποστεί πολλούς κραδασμούς, που θα κλονίσουν την ενότητά του, και θα απειλήσουν ακόμη και το μέλλον της Αυτοκρατορίας. Με το οριστικό σχίσμα του 1054 μ.Χ. ο Χριστιανισμός δέχεται ένα βαθύ πλήγμα, μέσα από το οποίο θα αναδυθούν όλες οι διαφωνίες και διαφορές που ελόχευαν τόσο σε πολιτικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο, και που αποδείχτηκαν αξεπέραστες μέχρι και σήμερα, παρά τις μετέπειτα απόπειρες για επανένωση των δύο Εκκλησιών.


Εκτός από τον Χριστιανισμό, ο βυζαντινός πολιτισμός στηρίχτηκε σε άλλους δύο πυλώνες: το ρωμαϊκό δίκαιο, προσαρμοσμένο στο νέο περιβάλλον, προκειμένου να γίνει βιώσιμο, και την αρχαία ελληνική παιδεία. Όταν οι Βυζαντινοί λόγιοι και καλλιτέχνες κατέφυγαν στη Δύση μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, μετέφεραν τον διαποτισμένο από τα τρία αυτά στοιχεία πολιτισμό τους, επάνω στον οποίο θα στηρίζονταν το κίνημα της Αναγέννησης, οι θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και το κίνημα που θα σάρωνε την Εσπερία από τα θεμέλιά της και θα συμπαρέσερνε στη δίνη του κάθε έθνος και κάθε λαό, που θα διεκδικούσε την εθνική και πολιτισμική του οντότητα.


Όταν έναν αιώνα μετά το κίνημα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού θα έφτανε και στο υπόδουλο ελληνικό έθνος, θα έβρισκε πρόσφορο έδαφος να ανθίσει και να καρποφορήσει. Στην προσπάθειά τους να αφυπνίσουν την εθνική συνείδηση, οι Διδάσκαλοι του Γένους, αφουγκράστηκαν τα ευρωπαϊκά μηνύματα, και ξαναθυμήθηκαν τις προγονικές τους ρίζες. Στην προσπάθειά τους να απαγκιστρωθούν από την αναχρονιστική Ανατολή, αλλά και να κερδίσουν την εύνοια των Μεγάλων Δυνάμεων της Δύσης, η βοήθεια των οποίων ήταν απαραίτητη για τον επερχόμενο ξεσηκωμό, επιλέγουν να παρακάμψουν, μιμούμενοι τους ευρωπαίους συναδέλφους τους, ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας τους, που ερχόταν αντίθετο με τις επαναστατικές ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και το όραμα για ανεξαρτησία, επιλογή που θα επανεκτιμηθεί στα μέσα του 19ου αιώνα από τους ιστοριογράφους Σκαρλάτο Βυζάντιο, Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ


Ένας από τους τρεις βασικούς «πυλώνες», που στήριξαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε όλη τη διάρκειά της και διαπότισε κάθε πτυχή της βυζαντινής ζωής, ήταν ο Χριστιανισμός. Ξεκινώντας από τα βάθη της Ιουδαίας, ως μία μικρή μονοθεϊστική αίρεση, που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα σε ένα ρωμαϊκό ειδωλολατρικό περιβάλλον, έφτασε με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ., να αναγνωριστεί ως η κύρια και μοναδική θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους. Η πορεία του από τη στιγμή της καθιέρωσής του και μετά, θα ήταν ωστόσο σπαρμένη με αγκάθια, και θα δεχόταν προκλήσεις, που θα κλόνιζαν ανεπανόρθωτα τη συνοχή του χριστιανικού κόσμου. Οι εκκλησιαστικές διαφορές ανάμεσα στα δύο δόγματα της Ορθοδοξίας και του Καθολικισμού, που δημιουργήθηκαν όταν η Αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε δύο τμήματα, δεν θα ήταν παρά το σύμπτωμα μιας βαθύτερης αντίθεσης δύο εν εξελίξει δυνάμεων, με διαφορετικές αντιλήψεις, διαφορετικές κοσμοθεωρίες και επιδιώξεις. Τα εκατέρωθεν αναθέματα, που θα ρίξουν ο πάπας της Ρώμης και ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης κατά το Σχίσμα του 1054 μ.Χ., ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της συγκάλυψης αυτών των διαφορών, κάνοντας κάθε μετέπειτα προσπάθεια για επανασύνδεση των δύο Εκκλησιών μάταιη.


Βασικό μέλημα της χριστιανικής κοινότητας από τα πρώτα της βήματα, ήταν η αποσαφήνιση της σχέσης του Χριστού με τον Θεό[1]. Οι διαφορετικές ερμηνείες, δημιούργησαν διαφορετικά ρεύματα θεολογικής σκέψης, και αντιμαχίες, που προκάλεσαν αναταράξεις στους κόλπους της Εκκλησίας. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, παρά την προσπάθειά τους να δώσουν λύσεις και να καταπολεμήσουν επικίνδυνες για την ενότητα αιρέσεις, όπως ο αρειανισμός, ο νεστοριανισμός και ο μονοφυσιτισμός, δεν κατάφεραν τελικά να αποφύγουν την απόσχιση του τελευταίου, με αποτέλεσμα από τον 7ο αιώνα ένα μεγάλο μέρος του χριστιανικού ποιμνίου να απομακρυνθεί από την Ορθοδοξία. Τον 8ο αιώνα νέα απόσχιση λαμβάνει χώρα, με την συγκρότηση παπικού κράτους στην Μέση Ιταλία[2].


Η διάσπαση του χριστιανικού δόγματος σε Ορθόδοξο και Καθολικό, ήταν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που είχε ήδη δρομολογηθεί από το 323 μ.Χ., με τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη Ρώμη στη νέα πρωτεύουσα του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, την Κωνσταντινούπολη. Την διάσπαση σε διοικητικό επίπεδο ακολούθησε η διάσπαση σε θρησκευτικό. Πέντε πατριαρχεία δημιουργούνται σε Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια και Ιερουσαλήμ, με τον πάπα της Ρώμης να προεδρεύει στις Συνόδους ως πρώτος μεταξύ ίσων. Η απεξάρτηση της Ρώμης από την Αυτοκρατορία της Ανατολής, αλλά και το γεγονός ότι ήταν η μοναδική αποστολική έδρα που υπήρχε στη Δύση, έδωσε την αφορμή στον Πάπα, που ως τότε ήταν πρώτος στα πρεσβεία της τιμής, να θέσει επιτακτικά το ζήτημα του παπικού πρωτείου. Σύντομα οι διεκδικήσεις θα επεκταθούν στην προσθήκη του filioque (και του Υιού) στο Σύμβολο της Πίστεως, που είχε ήδη εμφανιστεί ως θεολογικό ζήτημα από τον 9ο αιώνα[3]. Οι Ανατολικοί προχωρούν σε δογματικές αιτιάσεις, όπως η χρήση άζυμου άρτου στη θεία λειτουργία, και οι Δυτικοί προβάλλουν το αλάθητο του Πάπα, η εξουσία του οποίου παρουσιάζεται ως η μοναδική οικουμενική εξουσία, πάνω από αυτοκράτορες και βασιλείς, προκαλώντας, ως συνέχεια του σχίσματος του 867, το οριστικό του 1054, με αμοιβαία αναθέματα από Πάπα και Πατριάρχη.

Λόγω της πολυπολιτισμικότητας, που χαρακτήριζε την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Ορθόδοξη θρησκεία βρέθηκε σε ένα περιβάλλον, όπου άνθιζαν πολλές ανατολικές μυστηριακές θρησκείες με υψηλό ηθικό περιεχόμενο που, όπως και η ίδια, πρέσβευαν τη σωτηρία της ψυχής και τη μεταθανάτιο ζωή. Οι επιρροές που δέχτηκε από τον μιρθαϊσμό, τον ιουδαϊσμό, τον γνωστικισμό κλπ., αλλά και από τους «εθνικούς», πολλά από τα παγανιστικά στοιχεία των οποίων αναμείχθηκαν με τα χριστιανικά, ήταν τόσες, ώστε να την διαφοροποιήσουν σημαντικά από τον Ρωμαιοκαθολικισμό, που ως κραταιά δύναμη, αλλά και επειδή γεωγραφικά βρισκόταν πολύ μακριά από αυτές τις πολιτισμικές επιρροές, ήταν δύσκολο να διατηρήσει το έντονα πνευματικό υπόβαθρο, μέσα στο οποίο γαλουχήθηκε ακόμη και ο τελευταίος βυζαντινός πιστός[4]. Εκτός από τις επιρροές σε δογματικά και θεολογικά θέματα, οι ανατολικές θρησκείες, δημιουργήθηκαν στον Χριστιανισμό αμφίρροπες τάσεις, που αφορούσαν στην εικονική ή μη αναπαράσταση του θείου. Η αισθησιακή λατρεία των εικόνων και η αναγνώριση των θαυμάτων βρήκαν αντίθετο τον συριακής καταγωγής Λέοντα Γ’ Ίσαυρο, εγκαινιάζοντας μία εβδομηκονταετή σύρραξη εντός θρησκείας, που διήρκησε από το 730 έως το 813 μ.Χ.[5]. Η έκβαση της Εικονομαχίας, που σφραγίστηκε με την επικράτηση των εικονολατρών στην Ανατολική Ρωμανία, έκβαση αναμενόμενη σε μία επικράτεια όπου το ελληνικό στοιχείο, που επί αιώνες λάτρευε τους ανθρωπόμορφους θεούς του, ήταν το επικρατέστερο, θα απομάκρυνε ακόμη περισσότερο τις ανατολικές από τις δυτικές θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Σημαντικό ρόλο στη διαφοροποίηση μεταξύ Ανατολής και Δύσης έπαιξε η γλώσσα. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αναπτύχθηκε σε ένα αμιγώς ελληνικό και ελληνίζον περιβάλλον. Σταδιακά, η λατινική παραγκωνίστηκε, ώσπου να αποβληθεί ολοκληρωτικά από τον Ιουστινιανό τον 7ο αιώνα, με την αντικατάστασή της από την ελληνική. Μετά τον 5ο αιώνα λίγοι στη Δυτική Ευρώπη γνώριζαν την ελληνική, ενώ μετά τον 6ο αιώνα το αντίστροφο συνέβη και στην Ανατολή. Εκτός από την αδυναμία συνεννόησης, η χρήση διαφορετικών γλωσσών έφερε βασικές διαφοροποιήσεις και στον τρόπο σκέψης των δύο περιοχών. Η ελληνική γλώσσα, υπήρξε το εκφραστικό μέσο των μεγάλων φιλοσόφων και ρητόρων της αρχαιότητας, που δημιούργησαν τον ένδοξο αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, τον δεύτερο «πυλώνα» επάνω στον οποίο στηρίχτηκε ο βυζαντινός πολιτισμός. Έχοντας το πλεονέκτημα να μπορεί να εκφράσει και τις πιο λεπτές αποχρώσεις αφηρημένων εννοιών, ευνόησε την καλλιέργεια της πνευματικότητας, που χαρακτήριζε τον βυζαντινό πολιτισμό και τη θρησκεία του, σε αντίθεση με την πραγματιστική λατινική, που ήταν ιδανική για τη νομική σκέψη, που αποτέλεσε τη βάση του ρωμαϊκού δικαίου.


Όσο η Δύση βίωνε την σκοτεινή της περίοδο, που ξεκίνησε τον 5ο αιώνα με τις αλλεπάλληλες επιδρομές από τα βαρβαρικά φύλα των Βησιγότθων, των Οστρογότθων και των Βανδάλων, το Βυζάντιο βίωνε μία περίοδο ευημερίας και ανάπτυξης σε όλους τους τομείς. Τα σύνορά της ήταν θωρακισμένα, οι αυτοκράτορες κυβερνούσαν ελέω Θεού, η κοινωνική αναρρίχηση, ακόμη και ως τον θρόνο, ήταν προσβάσιμη σε όλους, η Βασιλεύουσα έλαμπε μέσα στην αίγλη και τον πλούτο της. Η μεταμόρφωση της άλλωτε ασήμαντης αποικίας των Μεγαρέων σε ένα πραγματικό κόσμημα στο στέμμα της Ανατολικής Ρωμανίας, σύντομα δημιούργησε τον θρύλο της απόρθητης πόλης-κράτους, που εντός της φυλάσσονταν όλοι οι θησαυροί της γης, ένας θρύλος που δεν θα μπορούσε να αφήσει αδιάφορες τις επεκτατικές διαθέσεις των ιταλικών πόλεων της Βενετίας και της Γένοβας, που εξελίσσονταν σε σημαντικές ναυτικές δυνάμεις. Όταν οι χριστιανοί της Δύσης αποφάσισαν, με τις ευλογίες του Πάπα, να απελευθερώσουν τους Ιερούς Τόπους από τους αλλόθρησκους Μωαμεθανούς, τίποτε δεν προϊδέαζε την καταστροφική για τη Βασιλεύουσα εξέλιξη που θα ακολουθούσε. Η Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας ηγήθηκε της 4ης Σταυροφορίας, και το 1204, αλλάζοντας πορεία, στράφηκε εναντίον της πόλης των πόλεων. Επί τρεις μέρες, χριστιανοί έσφαζαν χριστιανούς, οι δολοφονίες, οι λεηλασίες και οι βιασμοί, που διαπράχθηκαν από τους στρατιώτες του Χριστού, ξεπέρασαν σε φρικαλεότητα και την πιο αρρωστημένη φαντασία, επιβεβαιώνοντας τις καχυποψίες των βυζαντινών για επεκτατικές διαθέσεις της Δύσης, από την εποχή που η Βενετία είχε δημιουργήσει εμπορική παροικία εντός της Βασιλεύουσας, και προκλητικά απολάμβανε προνόμια εις βάρος τους. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης έδωσε την ευκαιρία στην απροκάλυπτη έχθρα που σιγόκαιγε επί αιώνες να αναδυθεί και να μην ξεπεραστεί ποτέ. Ούτε οι προσπάθειες στη Λυών το 1274, ούτε στη Φεράρα-Φλωρεντία το 1438-9 θα ήταν αρκετές να ανατρέψουν τις συνέπειες του τελειωτικού αυτού χτυπήματος, που έδειξε ξεκάθαρα τις ιμπεριαλιστιικές διαθέσεις της δυτικής Εκκλησίας, και που ήταν η αρχή του τέλους για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η οριστική ρήξη για τις δύο Εκκλησίες.



ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ




Η κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Οθωμανούς Τούρκους εισήγαγε τον ελληνισμό σε μία μακρά περίοδο υποδούλωσης και παρακμής, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη ξυπνούσε από τον λήθαργο του Μεσαίωνα, και έμπαινε δυναμικά στη σύγχρονη ιστορία της. Ανατροπές συμβαίνουν σε όλους τους τομείς, πάγια δεδομένα και αξίες που είχαν διαποτίσει τις συνειδήσεις του κόσμου αμφισβητούνται και ανατρέπονται. Η κόσμος της Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να παρακολουθεί την παραβίαση των κεκτημένων της από τον ανερχόμενο ουμανισμό, χωρίς να αναλάβει δράση. Και το έκανε. Μετά την Αναγέννηση, μία νέα περίοδος σκοταδισμού βρίσκει την Ευρώπη, τα αποτελέσματα της οποίας θα οξυνθούν από τη φονική επιδημία πανώλης, που εξολόθρεψε μεγάλο μέρος του πληθυσμού της, προκαλώντας ρήγματα στην χριστιανική πίστη. Όταν τον 17ο αιώνα η ευρωπαϊκή διανόηση ανακαλύπτει εκ νέου την αξία του ανθρώπου, τις ικανότητες και τα δικαιώματά του, οι αντιθέσεις ανάμεσα στην θεοκρατική ιδεολογία που πρέσβευε το Βυζάντιο και στις νέες ευρωπαϊκές διεκδικήσεις φάνταζαν απροσπέλαστες. Ο βυζαντινός πολιτισμός εκπροσωπούσε όλα όσα με σθένος η φωτισμένη Ευρώπη αντιμαχόταν, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να ενσωματωθεί, ούτε στην ευρωπαϊκή ούτε στη νεότερη ελληνική ιστορία.

Μία από τις θεμελιώδεις αντιλήψεις, που είχαν οι βυζαντινοί για την αυτοκρατορία τους ήταν ότι από την αρχή της θεωρήθηκε έργο θεόπνευστο[6]. Η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε στο συγκεκριμένο σημείο κατ’ εντολή του Θεού, όπως κατ’ εντολή Του, έπρεπε να κυβερνήσει και ο βυζαντινός αυτοκράτορας. Ως διάδοχος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ήταν ο «εκλεκτός» του Θεού, που όφειλε να προστατέψει την οικουμενική βασιλεία Του επί γης, τόσο από την βαρβαρική Ανατολή, όσο και από την απολίτιστη Δύση. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας ήταν ο απόλυτος μονάρχης, στα χέρια του οποίου συγκεντρώνονταν όλες οι εξουσίες, προσδίδοντας στο πολίτευμα δεσποτικό χαρακτήρα. Ο δεσποτισμός, που ενισχυόταν από την δεύτερη ιεραρχικά εξουσία στην βυζαντινή αυτοκρατορία, την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν μπορούσε να συμβαδίσει με τις νέες αναζητήσεις του Διαφωτισμού, που δεν συμβιβάζονταν με καμίας μορφής αυθεντία, κοσμική ή θρησκευτική.


Ο έντονα θεοκρατικός χαρακτήρας του Βυζαντίου δεν άφηνε περιθώρια για εναλλακτικές γνωστικές αρχές και αναζητήσεις, καλλιεργώντας την πλάνη, τον φανατισμό και την άγνοια, που ο Διαφωτισμός προσπαθούσε να καταπολεμήσει[7]. Έχοντας ανακαλύψει το δρόμο προς τον Ορθολογισμό, καταρρίπτεται κάθε μεταφυσική ερμηνεία του κόσμου. Τα ζητήματα που τους απασχολούν τώρα είναι η ελευθερία του ατόμου και οι προσωπικές επιλογές, εγκαινιάζοντας έναν νέο τρόπο σκέψης, που μπορούσε να μελετήσει τη φύση, και μέσα από τον εμπειρισμό να καταλήξει σε λογικά συμπεράσματα, αποτινάζοντας τα πέπλα της δυσειδαιμονίας που είχαν σκεπάσει κάθε πτυχή της βυζαντινής ανθρώπινης ζωής. Ο θρησκευτικός δογματισμός, που έδινε απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα της φύσης και του ανθρώπου, έδινε τώρα τη θέση του στην επιστημονική γνώση και τον Ορθό λόγο, απελευθερώνοντας το πνεύμα, που θα μπει σε νέες ηθικές και επιστημονικές αναζητήσεις και θα χειραφετηθεί από τα δεσμά της μεσαιωνικής κοσμοθεωρίας. Η αναζήτηση της ευτυχίας παίρνει πιο επίγεια μορφή, μέσα από την απόκτηση νέων εκκοσμικευμένων αξιών, όπως ο πλούτος και η ατομική ευημερία.


Σε διαδικασία αποδέσμευσης από το θείο θα μπει και η πολιτική εξουσία. Στην Ευρώπη των Διαφωτιστών το έθνος ορίζεται ως η μοναδική πηγή εξουσίας, παρόλο που οι ριζοσπαστικές καινοτομίες αφορούσαν κυρίως τον αστικό πληθυσμό[8]. Ο συγκεντρωτισμός και η απολυταρχία παύουν να νομιμοποιούνται «ελέω Θεού», και η σωτηρία του κόσμου δε βρίσκεται στη θεία βούληση, αλλά στην ανθρώπινη λογική. Όταν το Βυζάντιο παλεύει να προστατέψει την οικουμενικότητά του, στην οποία ενσωματώνεται μία πανσπερμία λαών και πολιτισμών μέσα σε ένα ομόθρησκο και ομόδοξο περιβάλλον, ο Διαφωτισμός μάχεται για την ανάδειξη της εθνικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας κάθε έθνους ξεχωριστά. Η ισονομία, ο σεβασμός του υπηκόου, η προστασία της ιδιοκτησίας, η κατάργηση της δουλοπαροικίας και των βασανιστηρίων, η πρόνοια και η έννομη τάξη, γίνονται οι αρχές που πρεσβεύει ο Ορθός Λόγος των Διαφωτιστών[9].


Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει δυναμικά τις εξωτερικές απειλές, το Βυζάντιο επιστρατεύει δίπλα στον Χριστιανισμό την αρχαία ελληνική παιδεία, η οποία λειτουργεί ως συνεκτικός κρίκος και η απόκτησή της δίνει τη δυνατότητα κοινωνικής αναρρίχησης, ακόμη και εντός της Εκκλησίας. Οι αξίες του κλασικισμού, ωστόσο, παρόλο που διαπέρασαν την πολιτική σκέψη του Διαφωτισμού, δεν στάθηκαν ικανές να σβήσουν τη γοητεία που εξέπεμπε η εκλαΐκευση των επιστημονικών γνώσεων μέσα από τους εγκυκλοπαιδιστές, με αποτέλεσμα ο πολιτισμός της αρχαιότητας να φαντάζει υποδεέστερος και απλοϊκότερος[10]. Η νέα «φωτισμένη» διανόηση στρατεύεται υπέρ της ανθρωπότητας, που τώρα εντάσσεται σε ένα ηλιοκεντρικό κοσμικό ιστορικό περιβάλλον, που αποκόβεται από τις ως τώρα βιβλικές πεποιθήσεις περί οικουμενικότητας και κοσμολογικών σχημάτων. Σε αντίθεση με τη βυζαντινή πεποίθηση ότι τα υπερφυσικά μυστήρια της πίστης δεν ήταν δυνατόν να γίνουν αντικείμενο φιλοσοφικής έρευνας, η ευρωπαϊκή φιλοσοφία στράφηκε σε μία ασυμβίβαστη αναζήτηση της πραγματικής γνώσης, με μόνο μέτρο αλήθειας τον ορθό λόγο, που έριχνε άπλετο φως στον σκοταδισμό της βυζαντινής πίστης[11].

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ





Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός άνοιξε τον δρόμο προς την επανεξέταση του παρελθόντος μέσα από μια νέα οπτική. Η απομυθοποίηση όλων των φυσικών φαινομένων από τις νέες επιστήμες, βοήθησαν στην κατανόηση του παρελθόντος με λογικά κριτήρια, απομακρύνοντας από αυτή τη λειτουργία τον θρησκευτικό δογματισμό. Η απομάκρυνση του Θεού από την ερμηνεία του κόσμου συντέλεσε στην αναδιάταξη των αξιών της ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας, στην κλίμακα των οποίων προστίθεται και η έντονη κριτική, που έριξε φως στις τυφλές προκαταλήψεις του παρελθόντος[12]. Η ανάγκη εκκοσμίκευσης της ιστορικής συνείδησης έδωσε στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία το έναυσμα να συνδέσει την περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας με την παρακμή και διαφθορά. Ως πρέσβειρα του σκοταδισμού, της θεοκρατίας και του δεσποτισμού δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως συνέχεια του ένδοξου αρχαιοελληνικού πολιτισμού, με τον οποίο και δεν μπορούσε να συνδεθεί πουθενά.


Αυτή η αντίληψη έγινε γνωστή στην ελληνική διανόηση σε μία εποχή που η ιστορική συνείδηση μεταξύ των νεότερων Ελλήνων μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται. Η ιδεολογική μεταμόρφωση που επέφερε ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και η χειραφέτηση της ανθρώπινης νόησης από κάθε μορφής αυθεντία, έδινε στο κίνημα πολιτική χροιά, που μπορούσε να εξυπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο την έξοδο του υπόδουλου ελληνισμού από τον δικό της σκοταδιστικό μεσαίωνα. Η αποτίναξη του αλλόθρησκου και απολίτιστου δυνάστη με τη βοήθεια της χριστιανικής και πολιτισμένης Δύσης, γίνεται αυτοσκοπός για όλους όσους οραματίζονταν ένα ελεύθερο και ανεξάρτητο ελληνικό έθνος, και ο Διαφωτισμός, ως κίνημα κοινωνικής και πολιτικής ανανέωσης, αναδείχτηκε σε πρόσφορη λύση για τις ανάγκες της μεταβαλλόμενης κοινωνίας της Οθωμανικής Ελλάδας του 18ου αιώνα[13]. Η συμπόρευση, λοιπόν, με τις πεποιθήσεις του ήταν επιτακτική, ακόμη και αν αυτό σήμαινε πως ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής ιστορίας έπρεπε να ξεχαστεί.


Πολλοί Νεοέλληνες διαφωτιστές, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ρήγας Φερραίος, έζησαν στη Δυτική Ευρώπη την εποχή της μεγάλης αφύπνισης και γνώρισαν τις τρεις θεμελιώδεις αρχές του Διαφωτισμού, που ήταν η ελευθερία της σκέψης, ο ορθολογισμός και η πίστη στη νεότερη επιστήμη, πλησιάζοντας το ηθικό του όραμα. Ο Κοραής βίωσε την εφαρμογή των αρχών του ως αυτόπτης μάρτυρας της Γαλλικής Επανάστασης, και ξεκίνησε έναν παθιασμένο αγώνα ανεύρεσης τρόπων, που θα μπορούσαν να βρουν εφαρμογή και στην ελληνική πραγματικότητα, μέσα από την εθνική αφύπνιση και τη μόρφωση. Ο Ρήγας οραματίστηκε ένα διαβαλκανικό χριστιανικό κράτος, το οποίο θα μπορούσε να αποτινάξει τον κοινό δυνάστη, μόνο αν ακολουθούσε τις ευρωπαϊκές αρχές. Οι αρχές αυτές μεταφέρθηκαν στον υπόδουλο ελληνισμό μέσα από ένα εκδοτικό πρόγραμμα, κατά το οποίο έργα σημαντικών Ευρωπαίων Διαφωτιστών, όπως του Βολταίρου, του Ρουσσώ και των εγκυκλοπαιδιστών, μεταφράστηκαν στην ελληνική γλώσσα, περιορίζοντας τα βιβλία θεολογικού περιεχομένου και συμβάλλοντας στην απελευθέρωση της ελληνικής σκέψης, που πραγματοποιούσε σημαντικά βήματα στον δρόμο του Διαφωτισμού.


Την επιτακτική ανάγκη άμεσης σύνδεσης του νέου ελληνισμού με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, πυροδότησε η αποκοπή του από την κοινή καταγωγή των υπόλοιπων χριστιανικών λαών, που οραματίζονταν εδαφικές διεκδικήσεις, όταν θα απαγκιστρώνονταν από την Οθωμανική κυριαρχία. Οι Ρωμιοί, που τώρα μετονομάζονται σε Έλληνες, είναι οι άμεσοι απόγονοι των ένδοξων Ελλήνων που οι Ευρωπαίοι θαύμαζαν και που απομεινάρια του οποίου ήταν διάσπαρτα σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Ο ζήλος της Ευρώπης για τη μελέτη της κλασικής ιστορίας και η νέα αντίληψη της κοσμικής ιστορικής ταυτότητας, μεταλαμπαδεύτηκαν μέσω των διανοούμενων των ελληνικών παροικιών, αλλά και των εμπόρων και ναυτικών που δρούσαν στα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια, στον υπόδουλο ελληνισμό, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι προέρχεται από ένα ένδοξο γένος, με ένα ένδοξο παρελθόν. Από τη στιγμή που απέκτησε επίγνωση της εθνικής του προέλευσης τέθηκε και το πρόβλημα της ιστορικής συνέχειας. Η ανάγκη να αποκατασταθεί η σύνδεση των Νεοελλήνων με τους αρχαίους προγόνους τους έγινε ουσιαστική προϋπόθεση της εθνικής αναβίωσης. Απάντηση σε αυτό έδινε η ελληνική γλώσσα, η οποία παράμενε αδιάλλειπτα το εκφραστικό όργανο των Ελλήνων, και η λαϊκή παράδοση, μέσα στην οποία σωζόταν όλη η ελληνική πνευματική κληρονομιά. Αυτά αναπλήρωναν τον απαξιωμένο από την αλυσίδα της ελληνικής ιστορίας κρίκο του Βυζαντίου, που ακόμα δεν είχε μπει ως δίλημμα στην ελληνική ιστορική συνείδηση[14]. Η βυζαντινή περίοδος συνέδεε την Ελλάδα με τον εκφυλισμό και τη βαρβαρότητα της Ανατολής, πράγμα που δεν εξυπηρετούσε τον ιερό σκοπό της εθνικής απελευθέρωσης από τον οθωμανικό ζυγό.


Η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η βυζαντινή πολιτική ενθάρρυνε τη μοναστική απραξία με την ενίσχυση και πολλαπλασιασμό των μοναστηριών. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή αντίληψη, αυτή η πολιτική επικροτούσε την οκνηρία και τη διαφθορά, υποσκάπτοντας τα ίδια τα θεμέλια της αυτοκρατορίας, επακόλουθο για μία πολιτική κοινότητα, όπου τα μέλη της είναι φυγόπονα και ανενεργά[15]. Όταν ο πατριωτισμός και η δικαιοσύνη μπαίνουν τελευταία στον κατάλογο των αξιών, τότε η παρακμή και η πτώση είναι αναπόφευκτα, ακόμη και για μια αυτοκρατορία, όπως το Βυζάντιο. Εάν ο υπόδουλος ελληνισμός επιθυμούσε να απαγκιστρωθεί από τον δυνάστη του, επιβαλλόταν να απορρίψει το κομμάτι του πολιτισμού του που θα εμπόδιζε την επίτευξη αυτού του σκοπού, και να αναζητήσει τις σωστές αξίες στους αρχαίους προγόνους του.


Η ευρωπαϊκή αντίληψη ότι το Βυζάντιο συνέβαλε στον εκφυλισμό του ελληνικού πολιτισμού έθετε εμπόδιο στην ελληνική εθνική αναβίωση, την οποία η νεοελληνική ιστοριογραφία δεν ήταν σε θέση να καταρρίψει, γιατί δεν διέθετε ακόμη τα επιστημονικά γνωστικά κριτήρια που θα μπορούσαν να εκτοπίσουν τα κατάλοιπα της δεισιδαιμονίας και του σκοταδισμού, αποκαλύπτοντας μέσα στην βυζαντινή παράδοση τους ιστορικούς δεσμούς των Νεοελλήνων με τους αρχαίους προγόνους τους[16]. Όταν ο επιστημονικός ορθολογισμός θα εισβάλει στον χώρο της ιστοριογραφίας στα μέσα του 19ου αιώνα, η σπιλωμένη αξία του βυζαντινού πολιτισμού θα αποκατασταθεί πανηγυρικά.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:


Όταν μία αυτοκρατορία διαρκεί χίλια χρόνια και τον αυτοκρατορικό της θρόνο τον διαδέχονται ογδόντα επτά αυτοκράτορες, όταν ο πολιτισμός της αφήνει μία αδιαμφισβήτητα πλέον ανεκτίμητη παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα, εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι οι συνδετικοί κρίκοι που διατήρησαν τη συνοχή της και χαρακτήρισαν την κοσμοαντίληψή της στάθηκαν τόσο δυνατοί, ώστε ούτε το πλήρωμα του χρόνου, ούτε η απαξιωτική κριτική που δέχτηκε από τους λόγιους της Δύσης και της Ανατολής ως τα μέσα του 19ου αιώνα, θα αρκούσαν να φθείρουν τη λάμψη και την αξία της. Μελετώντας την ιστοριογραφία της Ευρώπης, διερωτάται κανείς πώς μπορεί να συνδεθεί η απαξίωση που δέχτηκε από τους λόγιους του θρησκευτικού περιβάλλοντος και τους υποστηρικτές του Διαφωτισμού και του Κλασσικισμού, με την καταφανή επιρροή της στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Η αδυναμία μετατόπισης του ενδιαφέροντος από τον μοναστικό σκοταδισμό και την μαζική δεισιδαιμονία, στην ανεύρεση των ιστορικών κρίκων που συνέδεαν τους Νεοέλληνες με τον κλασσικό πολιτισμό, αμαύρωσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα έναν από τους πιο λαμπρούς πολιτισμούς της ανθρωπότητας.


Οι ιστορικές συγκυρίες και οι ιδιαίτερες συνθήκες στον ελλαδικό χώρο, θα συνέχιζαν αυτή την απαξίωση. Όταν ζητήθηκε από την νεοελληνική ιστοριογραφία να αντιτάξει μπροστά στην προκατάληψη των ξένων επικριτών τα ελληνικά πολιτισμικά επιτεύγματα, καθώς και ένα πάνθεον πεφωτισμένων Ελλήνων διανοούμενων, που ξεκινάει από τους αρχαίους φιλοσόφους, συνεχίζει με τους βυζαντινούς λογίους και καταλήγει στη διανόηση που άκμασε κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, ήταν αδύνατον να ανταποκριθεί, αφού βρισκόταν σε νηπιακή ηλικία. Ο ανθελληνισμός του Fallmerayer, με τον ισχυρισμό ότι οι Νεοέλληνες κατάγονται από σλαβικά και αλβανικά φύλα, απορρίπτοντας την σύνδεσή τους με τους αρχαίους Έλληνες, θα ήταν ο καταλύτης, που θα την έβαζε σε τροχιά ενηλικίωσης[17].


Με τους Σκαρλάτο Βυζάντιο, Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία πρόβαλε κάτω από ένα διαφορετικό φως, ως το πλαίσιο που διατήρησε την ελληνική εθνότητα και διαφύλαξε την ελληνική παιδεία και χριστιανοσύνη από τις βαρβαρικές επιδρομές και τη φθορά. Όσο το κίνημα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού υποχωρούσε κάτω από την επίδραση του ρομαντισμού, τόσο προχωρούσε η αποκατάσταση του Βυζαντίου, μέχρι να ενταχθεί ολοκληρωτικά ως ο χαμένος κρίκος στην αλυσίδα της ελληνικής ιστορίας, δίνοντας τη συνέχεια του ελληνισμού στον χώρο και στον χρόνο, και βγαίνοντας από το σκοτάδι της υποκειμενικότητας και της προκατάληψης. Με τις βυζαντινές σπουδές να μπαίνουν σε νέα επιστημονική βάση και με αναπτερωμένο το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη περίοδο, η βυζαντινή χιλιετία κέρδισε επάξια τη θέση της στον χάρτη του παγκόσμιου πολιτισμού, αλλά και τη σημασία που έχει στην ανίχνευση της πολιτισμικής ταυτότητας του Νεοέλληνα, αποδεικνύοντας ότι τα εμπόδια της ανθρώπινης προκατάληψης και δεισιδαιμονίας, που φράζουν το δρόμο της αλήθειας είναι δύσκολα, όχι όμως και ανυπέρβλητα[18].



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



- ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ι., ΚΑΤΣΙΑΜΠΟΥΡΑ, Γ., ΚΟΥΚΟΥΖΕΛΗ, Α.,

Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό – Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, τόμος Β, ΕΑΠ, Πάτρα 1999

- ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ, Ε., Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ.

Ψυχογιός, Αθήνα 2007

- ΚΗΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ, Π., Μ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000


- ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, Γ., ΜΑΡΚΕΤΟΣ, ΣΠ., ΜΑΥΡΕΑΣ Κ., ΡΟΤΖΩΚΟΣ, Ν., Ελληνική Ιστορία-

Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τόμος Γ, ΕΑΠ, Πάτρα 1999



[1] Ι. Γιαννόπουλος, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό-Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, ΕΑΠ,

Πάτρα 2000, σ.282
[2] Ι. Γιαννόπουλος, ό.π., σ.300
[3] Ι. Γιαννόπουλος, ό.π., σ.291
[4] Ι. Γιαννόπουλος, ό.π., σ.274
[5] Ι. Γιαννόπουλος, ό.π., σ.286
[6] Ε. Γλύκατζη-Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2007, σ.17
[7] Π.Μ.Κητρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000, σ.13
[8] Γ. Μαργαρίτης, Ελληνική Ιστορία-Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τόμος Γ’, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σ.32
[9] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σ.29
[10] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.15
[11] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.58
[12] Π.Μ.Κητρομιλήδης, ό.π., σ.83
[13] Π.Μ.Κητρομιλήδης, ό.π., σ.56
[14] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.105
[15] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.156
[16] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.106
[17] Π.Μ.Κητρομηλίδης, ό.π., σ.483
[18] Ι. Γιαννόπουλος, ό.π., σ.252