Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσέχωφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τσέχωφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28.4.09

"Γιατί, αυτή είναι η ζωή. Ή μήπως όχι;..."


Ο υπογράφων, Α.Π. Τσέχωφ, γεννήθηκα στις 17 Ιανουαρίου 1860, στο Ταγκανρόγκ. Γράφτηκα πρώτα στο ελληνικό σχολείο της εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου κι ύστερα στο λύκειο του Ταγκανρόγκ. Το 1879 έγινα δεκτός στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου της Μόσχας. Γενικά τότε, δεν είχα ιδέα για τις πανεπιστημιακές σχολές και δεν θυμάμαι τώρα τους λόγους που μ’ έκαναν να επιλέξω αυτή τη σχολή, αλλά ούτε και το μετάνιωσα.

Από τον πρώτο χρόνο στο πανεπιστήμιο, άρχισα να γράφω για εβδομαδιαία περιοδικά και εφημερίδες, και στις αρχές της δεκαετίας του 1880 αυτές οι φιλολογικές μου ασχολίες είχαν πάρει χαρακτήρα μόνιμο και επαγγελματικό. Το 1888 μου απένειμαν το βραβείο Πούσκιν. Είμαι βέβαιος πως το γεγονός ότι ασχολήθηκα με την ιατρική έχει επηρεάσει σοβαρά τη λογοτεχνική μου δραστηριότητα. Δεδομένου ότι είμαι γνώστης των φυσικών επιστημών και της επιστημονικής μεθόδου, είμαι πάντοτε πολύ προσεκτικός. Δεν ανήκω στους συγγραφείς εκείνους που παίρνουν αρνητική θέση έναντι της επιστήμης, και δεν θα ήθελα, από την άλλη, να είμαι κι εγώ σαν μερικούς που όλα τα καταφέρνουν με μοναδική βοήθεια το καθαρό μυαλό τους. Μέχρι τώρα έχω γράψει και δημοσιεύσει περισσότερες από πέντε χιλιάδες τυπωμένες σελίδες, χωρίς να υπολογίζω τα καθημερινά άρθρα που γράφω για τις εφημερίδες.

Στα τριάντα μου χρόνια έκανα ένα ταξίδι στη Σαχαλίνη, στο νησί των εξόριστων, με σκοπό να γράψω ένα βιβλίο για τις σωφρονιστικές αποικίες και τα κάτεργα. Παρόλο που ήξερα ότι το να γράφεις για τη Σαχαλίνη ήταν ένας τρόπος να βγεις από την αδιαφορία, η εμπειρία μου εκεί ήταν οδυνηρή, όμως μέσα από την αλληλογραφία μου εκείνης της εποχής μπορείς να ανακαλύψεις τα βαθύτερα κίνητρα της γραφής μου, μπορείς να βρεις την ηθική δύναμη που καθοδηγεί την πένα μου, τη θέληση που με κατακλύζει να ξεπερνάω όλα εκείνα τα εμπόδια που παρεμβάλλονται ανάμεσα στην εμπειρία μου που βιώνω, από τη μια, και στη λογοτεχνική της μετάπλαση, από την άλλη.

Είμαι γιατρός, αλλά κυρίως, είμαι συγγραφέας. Κάθομαι πάλι στο γραφείο του σπιτιού μου. Προσεύχομαι στην ξεθωριασμένη πατρική μου στέγη και γράφω. Και αισθάνομαι σα να μην έχω φύγει καθόλου από αυτό το σπίτι. Σε κάθε έρευνα που αναλαμβάνω να φέρω εις πέρας, μου προτείνουν να πάρω μερικούς βοηθούς, όμως εγώ προτιμώ να εργάζομαι μόνος μου. Όποτε βλέπω συγγραφείς και διανοούμενους να συγκεντρώνονται, για οποιονδήποτε λόγο, νιώθω πως απειλείται η ελευθερία μου. Γι’ αυτό και δεν μου αρέσει να γράφω στα περιοδικά, δεν θα το έκανα αν δεν είχα βιοποριστικούς λόγους να το κάνω. Στα περιοδικά κυριαρχεί μια αφόρητη ατμόσφαιρα λέσχης και φατρίας. Πνίγεσαι. Γι’ αυτό προτιμώ να δουλεύω μόνος. Αυτό που δεν ξέρουν οι πολλοί είναι ότι στην ουσία, δεν με ενδιαφέρει το αποτέλεσμα της έρευνας. Ο βασικός σκοπός μου δεν είναι τα αποτελέσματα, ποτέ δεν ήταν, αλλά οι εντυπώσεις που μου δίνει αυτή καθεαυτή η εξέλιξη της έρευνας.

Ελπίζω να το καταλαβαίνεις αυτό που σου γράφω. Εγώ χρειάστηκε να πάω στο νησί των κολασμένων για να το καταλάβω. Ήταν το ταξίδι που με βοήθησε να αποσαφηνίσω τους λόγους που έγραφα και να συγκεντρωθώ στους έσχατους στόχους μου. Έπρεπε να πάω στην κόλαση, να βιώσω την φρικτή πραγματικότητα της φυλακής για να καταλάβω πως η ζωή είναι μια πορεία προς τη φυλακή και πως η αληθινή λογοτεχνία οφείλει να διδάσκει πώς να διαφεύγεις από αυτήν… ή έστω, να σου υπόσχεται την ελευθερία. Η λογοτεχνία πρέπει να σου τάζει την ελευθερία ειδικά εδώ, στη Ρωσία. Η ζωή στη Ρωσία συντρίβει τον άνθρωπο, μέχρι του σημείου να μη μένει τίποτα από αυτόν, ούτε καν μια υγρή κηλίδα, τον συντρίβει όπως θα τον συνέτριβε ένας βράχος. Κι αυτό σε κάνει να νιώθεις αποξενωμένος. Το να γράφεις γι’ αυτό είναι μια πράξη ελευθερίας. Στην ουσία είμαι ένας απλός χρονικογράφος. Γράφω για την αλήθεια, όπως αυτή είναι, απεριόριστη και τίμια. Άρα, γράφω για τη ζωή, όπως είναι, παρόλο που μπορώ και αισθάνομαι όλο τον παραλογισμό της αντίθεσης μεταξύ αυτών που λέω, αυτών που γράφω και της ζωής που κάνω, ανάλογα με το πόσο παράλογη είναι και η αντίθεση μεταξύ αυτού που πιστεύω ότι είναι και αυτού που πράγματι είναι. Το να γράφεις για τη ζωή και την αλήθεια είναι σα να ψαρεύεις κόντρα στο πνεύμα.

Οι περισσότεροι συγγραφείς κάνουν το λάθος να ωραιοποιούν τη ζωή στα κείμενά τους. Οι καλύτεροι συγγραφείς την περιγράφουν όπως είναι, αλλά με τέτοιον τρόπο που διαβάζοντάς τους μπορείς να καταλάβεις πώς θα έπρεπε να είναι, κι αυτό είναι που γοητεύει. Η αλήθεια και η εντιμότητα είναι η βάση μιας καλής γραφής. Πιστεύω σε ανθρώπους που ξεχωρίζουν, βλέπω τη σωτηρία στις ξεχωριστές προσωπικότητες, ανθρώπους διάσπαρτους σε όλη τη Ρωσία – διανοούμενους ή μουζίκους. Είναι λίγοι, όμως η δύναμη ανήκει σε αυτούς. Δεν κυριαρχούν, όμως η δουλειά τους είναι ορατή. Τι τους κάνει να ξεχωρίζουν; Μα, η ελευθερία. Το να λες «Αυτό δε μ’ αρέσει!», είναι αρκετό για να επιβεβαιώσει την ανεξαρτησία σου και, κατά συνέπεια, τη χρησιμότητά σου. Η ελευθερία για μένα, ανήκει στα ύψιστα ιδανικά. Τα δικά μου άγια των αγίων είναι το ανθρώπινο σώμα, η υγεία, το μυαλό, το ταλέντο, η έμπνευση, η αγάπη και η απόλυτη ελευθερία από την καταπίεση και το ψέμα. Αυτό είναι το πρόγραμμα το οποίο θα ακολουθούσα αν ήμουν μεγάλος καλλιτέχνης.

Πολλές φορές οι σελίδες μου βγαίνουν πυκνογραμμένες, σα να είναι πρεσαρισμένες, και οι εντυπώσεις συνωστίζονται κι αυτές, συσσωρεύονται, συνθλίβουν η μία την άλλη. Κάθε αρχή και δύσκολη, όμως δεν το βάζω κάτω. Επαγρυπνώ, προσέχω και μοχθώ γράφοντας, συντομεύοντας και ξαναγράφοντας τέσσερις και πέντε φορές το ίδιο πράγμα. Δεν είναι εύκολο να κρατάς αποστάσεις από τους ήρωές σου. Δεν είναι εύκολο να είσαι ο αμερόληπτος μάρτυρας των προσώπων και των καταστάσεων του κειμένου σου. Πώς θα μπορούσε να είναι απλό να ξεχωρίζεις τα σημαντικά από τα ασήμαντα, να φωτίζεις σωστά τα πρόσωπα και να μιλάς τη δική τους γλώσσα; Στην τέχνη, όπως και στη ζωή, τίποτε τυχαίο δεν υπάρχει.

Αυτό σημαίνει πως μπορεί για ένα μικροπραγματάκι να σέρνεσαι βράδια ολόκληρα. Πρέπει να φτάσεις, όταν απεικονίζεις ένα πράγμα, ο αναγνώστης να μπορεί να το βλέπει, να το ψηλαφίζει με τα χέρια. Στις περιγραφές της φύσης πρέπει να καταπιάνεσαι με μικρές λεπτομέρειες, οργανώνοντάς τες με τέτοιον τρόπο, ώστε, όταν ο αναγνώστης τις διαβάσει και κλείσει τα μάτια, να δει την εικόνα. Οι περιγραφές της φύσης τότε μόνο είναι κατάλληλες, όταν βοηθούν να μεταφερθεί στον αναγνώστη η μια ή η άλλη διάθεση, όπως η μουσική σε μια απαγγελία. Αυτή είναι η πραγματική τέχνη. Δεν πρέπει να αφήνουμε τα χέρια να γράφουν όταν το μυαλό τεμπελιάζει. Δεν πρέπει να καταγράφουμε ιδέες αν δεν τις έχουμε επεξεργαστεί μέσα στο μυαλό μας τουλάχιστον επί δύο συνεχείς ατέλειωτες μέρες. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να στερούμε την σκέψη μας από την ελευθερία της και ικανός γι’ αυτό είναι μόνο εκείνος ο οποίος δεν φοβάται να γράφει κουταμάρες.

Δεν είμαστε θεοί και οι άνθρωποι που γράφουν θα πρέπει κάποτε να συνειδητοποιήσουν ότι σ’ αυτό τον κόσμο δεν ξέρουμε τίποτε, όπως κάποτε το συνειδητοποίησε ο Σωκράτης και, πιο κοντά σ’ εμάς, ο Βολταίρος. Ο λαός νομίζει ότι τα ξέρει όλα και τα καταλαβαίνει όλα. Όσο πιο ανόητοι είναι οι άνθρωποι όμως, τόσο πλατύτερο βλέπουν τον ορίζοντα. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να πέφτει σε αυτή την παγίδα. Είναι πολύ άσχημο πράγμα όταν ο καλλιτέχνης καταπιάνεται με κάτι που δεν καταλαβαίνει. Ο κύκλος του είναι το ίδιο περιορισμένος όπως και κάθε άλλου ειδικού. Η δουλειά του καλλιτέχνη δεν είναι η λύση του προβλήματος, αλλά η σωστή τοποθέτηση του προβλήματος. Στο είδος του είναι ένας απλός ανταποκριτής.

Τα ξέρω όλα αυτά και μου είναι ευχάριστο να γράφω, αλλά φοβάμαι ότι, μην έχοντας συνηθίσει να γράφω πολλά, και ακριβώς γι’ αυτό, ξεφεύγω από το ύφος μου, κουράζομαι, δεν ολοκληρώνω τις σκέψεις μου και δεν είμαι αρκετά σοβαρός. Αθέλητα είναι τα λάθη μου, γιατί δεν ξέρω ακόμα πώς να γράφω μεγάλα έργα. Παρηγορούμαι από το γεγονός πως τα χειρόγραφα όλων των πραγματικών λογοτεχνών είναι μουτζουρωμένα, σβησμένα κατά μήκος και κατά πλάτος, τριμμένα, καλυμμένα με μπαλώματα, κι ακόμα, διαγραμμένα και βρομισμένα. Πολλοί θα με πουν αντάρτη. Κάποιοι θα με πουν και αναρχικό. Δεν είμαι αναρχικός. Πιστεύω στο πρόγραμμα ζωής. Πιστεύω στην ατομική ελευθερία που θα την ορίζει, στο δικαίωμα του καθενός να δοκιμάζει διάφορες φωνές μέχρι να βρει τη φωνή του και να κάνει λάθη, αισθανόμενος έτσι απόλυτα τον ανθρωπισμό του.

Τι πρέπει να ζητά ο συγγραφέας; Την πλοκή; Μα, αυτό είναι δευτερεύον. Αυτό που θα πρέπει να τον ενδιαφέρει είναι αυτό που γίνεται στο βαθύ και φευγαλέο «αχ» μιας εκπνοής, στα δυο βλέμματα που σμίγουν, στην άπιαστη στιγμή όπου όλα είναι φανερά και μυστηριώδη ταυτόχρονα. Θέλεις να λογάσαι καλλιτέχνης; Αφιέρωσε τον εαυτό σου στη μελέτη της ζωής. Ο καλλιτέχνης κοιτάζει καλά τη ζωή και λέει χαμηλόφωνα: «Γιατί, τελικά, αυτή είναι η ζωή. Ή μήπως όχι;»… κι ύστερα, αρχίζει τη δουλειά για να το εκφράσει.


***


Εκτός από τα διάσημα έργα του, ο Αντόν Τσέχοφ άφησε πίσω του πολυάριθμες επιστολές που έγραψε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Οι περισσότερες από αυτές είναι απαντητικές προς εκκολαπτόμενους φίλους και συναδέλφους του συγγραφείς, οι οποίοι έστελναν κείμενά τους στον ήδη καταξιωμένο ρώσο συγγραφέα και εκείνος, με τη σειρά του, τα διόρθωνε και τα εμπλούτιζε με πολύτιμες συγγραφικές συμβουλές, οι οποίες έχουν συγκεντρωθεί επιλεκτικά σε αυτό το κείμενο, ελαφρώς διασκευασμένα ώστε να αποκτήσουν συνοχή, και η αξία τους παραμένει ανεκτίμητη μέχρι τις μέρες μας.



29.9.08

Αντόν Τσέχωφ (1860-1904)



Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους ρώσους συγγραφείς και δραματουργούς. Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ είναι γνωστός κυρίως για τα διηγήματα, τα θεατρικά έργα και τα μυθιστορήματα που έχει γράψει. Το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειάς του πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια με πατέρα αλκοολικό και παππού πρώην δουλοπάροικο, μεγαλώνοντας μέσα σ’ ένα πολύ αυστηρό και θρησκευτικό περιβάλλον. Η ανέχεια τον ανάγκασε από πολύ νωρίς να βγάλει μόνος του τα προς το ζειν, δουλεύοντας στο τυροκομείο του πατέρα του παράλληλα με το σχολείο.

Παρά το πρόβλημα του αλκοολισμού, ο πατέρας του ήταν πολύ αυστηρός ως προς το θέμα της μόρφωσης και της εκπαίδευσης των παιδιών του. Το 1967 φοίτησε με τον αδερφό του στο ελληνικό δημοτικό σχολείο του Νικολάου Βουτσινά, ενώ από το 1968 στο ρώσικο σχολείο της περιοχής του. Καλός μαθητής δεν υπήρξε ποτέ, αλλά ήδη από τα χρόνια αυτά απέκτησε τη φήμη του παραμυθά και του ευφυολόγου. Όταν το 1875 η οικογένειά του πτωχεύει και φεύγει στη Μόσχα, ο Τσέχωφ μένει πίσω για να ολοκληρώσει τις σπουδές του, ενώ παράλληλα εργάζεται για να μπορέσει να ζήσει.

Δεκαεννέα χρονών μπαίνει στο ιατρικό τμήμα του πανεπιστημίου Μόσχας, κάτι που τον οδήγησε στη διαμόρφωση μιας υλιστικής κοσμοθεωρίας που τον βοήθησε να αποσαφινήσει τις προοδευτικές του απόψεις. Είναι η εποχή που πρωτοαρχίζει να γράφει. Μονόπρακτα και χιουμοριστικές σκηνές στην αρχή, διηγήματα στη συνέχεια. Κάποια από αυτά δημοσιεύονται σε περιοδικά. Δημοσιεύονται κάπου 300 κείμενά του, ενώ συνεργάζεται με χιουμοριστικά περιοδικά της Μόσχας και της Πετρούπολης σατιρίζοντας την καθημερινή ζωή στους δρόμους. Έναν χρόνο πριν πάρει το πτυχίο του εκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Παραμύθια της Μελπομένης. Χαρακτηρίζεται ως πρωτοπόρος καλλιτέχνης της νέας γενιάς. Ο ίδιος έλεγε πως στη ζωή του είχε δύο αγάπες: τη «νόμιμη γυναίκα» του, εννοώντας την Ιατρική και την «ερωμένη» του, που δεν ήταν άλλη από τη Λογοτεχνία. Ασχολήθηκε και με τα δύο με εξαιρετική επιτυχία και υπευθυνότητα. Σταθερός στις αξίες του, βαθιά ανθρωπιστής (έχτισε δύο σχολεία από έρανους που συγκέντρωσε ο ίδιος) δεν έπαψε να πολεμά κάθε μορφής αδικία. Ως γιατρός βοηθούσε τους ανήμπορούς και παρόλο που είχε προσβληθεί από φυματίωση, δεν δίστασε να ταξιδέψει ως τη Σιβηρία για να δει ιδίοις όμμασι τις συνθήκες διαβίωσης των φυλακισμένων που υπήρχαν εκεί.

Το 1898 ανεβάζει το θεατρικό έργο του Ο Γλάρος το οποίο γνώρισε τεράστια επιτυχία χαρίζοντας αναγνώριση και καταξίωση στον συγγραφέα. Αμέσως μετά ακολουθεί Ο Θείος Βάνιας, ενώ το 1901 παίζονται Οι Τρεις Αδερφές και τρία χρόνια αργότερα Ο Βυσσινόκηπος, τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του. Σε όλα θριαμβεύει, ενώ ήδη από το 1899 έχει εκλεχθεί μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας. Το 1904 η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται ραγδαία και πεθαίνει σε ηλικία μόλις 44 ετών.

Οι ήρωες του Τσέχωφ είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που χάνονται μέσα στην πνιγερή ατμόσφαιρα της ρώσικης επαρχίας, που ο ίδιος τόσο καλά γνώρισε όντας γιατρός. Έχει ειπωθεί για τον Τσέχωφ, ότι ουσιαστικά τίποτα δε συμβαίνει στα έργα του. Η αδράνεια είναι εξαπλωμένη παντού. Συνήθως βλέπουμε την ιστορία της αναστάτωσης κάποιων ηρώων, από την «εισβολή» στη ζωή τους κάποιων άλλων, πιο κοσμικών, πιο «σημαντικών» ηρώων. Οι ήρωές του είναι αυτοί που μένουν πίσω και βλέπουν ότι έχουν θυσιάσει τη ζωή τους σ’ έναν σκοπό, που αρνείται να δικαιώσει την ύπαρξή τους. Και όλα αυτά, ενώ ο χρόνος περνάει αμείλικτα. Οι εισβολείς έρχονται να αναταράξουν τις ζωές των ηρώων και φεύγουν, επιτείνοντας την αίσθηση ματαιότητας στις ζωές αυτών που μένουν πίσω.

Το ανανταπόδοτο στον έρωτα, τα ερωτικά τρίγωνα και οι συγκρούσεις είναι μοτίβα πάντα παρόντα στα έργα του, καθώς και ο ρόλος της φύσης, που αντανακλά το έντονο ενδιαφέρον του Τσέχωφ για την οικολογία και την αγάπη του για το φυσικό περιβάλλον. Αλλά και οι θυελλώδεις έρωτές του αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και καυστικών σχολίων, διαμέσου των ηρώων του. Η ειρωνική αποδοχή της ζωής και το στοιχείο του αυτοσαρκασμού είναι παράγοντες του κωμικού και ταυτόχρονα του πικρού στοιχείου που διαπνέει τα έργα του.
Στην πατρίδα του θεωρείται ότι ανήκει στους σπουδαιότερους συγγραφείς της Ρωσίας και στο θέατρο, θεωρείται από τους σημαντικότερους δραματουργούς παγκοσμίως.