Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20.7.26

Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού

 "Το δώρο της μητέρας μου που μου άλλαξε τη ζωή — Η πορεία από τη φιλοσοφική αναζήτηση στην προσευχή της καρδιάς"

~ αντί Μνημοσύνου ~🕯️

«Για εκείνη που πίστεψε πριν από μένα για μένα.»🕊️

~ του Στυλιανού Καβάζη



Αν έπρεπε να διαλέξω ένα μόνο βιβλίο ανάμεσα στα εκατοντάδες που έχω διαβάσει στη ζωή μου, θεολογικά, ιστορικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά κ.ο.κ ένα βιβλίο που δεν αποτέλεσε απλώς μια ακόμη ανάγνωση, αλλά άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ψυχή μου και επηρέασε βαθιά την πορεία της ζωής μου, η επιλογή μου θα ήταν χωρίς δεύτερη σκέψη μία και μοναδική.

«Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητού».

Ίσως για κάποιους αυτή η απάντηση να φανεί παράξενη. Ένα μικρό και φαινομενικά απλό βιβλίο, γραμμένο από έναν άγνωστο Ρώσο συγγραφέα περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα, να στέκεται ανάμεσα σε μεγάλα φιλοσοφικά έργα, σπουδαίες λογοτεχνικές δημιουργίες και τόμους που διαμόρφωσαν την ανθρώπινη σκέψη.

Κι όμως..

Υπάρχουν βιβλία που η αξία τους δεν μετριέται από τη φήμη τους, τον όγκο τους ή την ακαδημαϊκή τους αναγνώριση. Μετριέται από τη δύναμη με την οποία αγγίζουν τον άνθρωπο, από την αλλαγή που προκαλούν μέσα του, από τον δρόμο που ανοίγουν εκεί που πριν υπήρχε μόνο αναζήτηση. Ένα τέτοιο βιβλίο υπήρξε για μένα το έργο αυτό. Δεν μου πρόσθεσε απλώς κάποιες ακόμη γνώσεις. Δεν έγινε μια ακόμη ψηφίδα στη βιβλιοθήκη της ζωής μου. Έγινε σταθμός, αφορμή εσωτερικής αναμέτρησης και τελικά ένας δρόμος επιστροφής.

Ωστόσο η πιο συγκινητική πλευρά αυτής της ιστορίας είναι ότι δεν έφτασε στα χέρια μου μέσα από τη δική μου αναζήτηση όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές. Ήρθε ως ένα απρόσμενο δώρο, πριν αρκετά χρόνια από τη μητέρα μου. Τη μητέρα μου που σήμερα, λίγο περισσότερο από ένα χρόνο μετά την κοίμησή της, δεν βρίσκεται πλέον δίπλα μου με τη φυσική της παρουσία, αλλά συνεχίζει να υπάρχει μέσα από όλα εκείνα που άφησε πίσω της. Ανάμεσα σε αυτά, αυτό το βιβλίο έχει μια ξεχωριστή θέση, γιατί τελικά αποδείχθηκε κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό αντικείμενο.

Ήταν μια παρακαταθήκη.

Ήταν ένας σπόρος που έπεσε στη ζωή μου και περίμενε υπομονετικά την κατάλληλη εποχή για να βλαστήσει. Γιατί όταν μου το χάρισε, δεν ήμουν έτοιμος να το δεχθώ όπως του άξιζε.

Εκείνη την περίοδο η μεγάλη μου αγάπη ήταν η φιλοσοφία. Είχα διαβάσει με πάθος τους αρχαίους φιλοσόφους, τους στωικούς, τους επικούρειους, αλλά και τους νεότερους μεγάλους στοχαστές. Από τον Μάρκο Αυρήλιο και τον Επίκουρο μέχρι τον Καντ, τον Νίτσε και άλλους εκπροσώπους της ανθρώπινης διανόησης, αναζητούσα απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης μέσα από τη δύναμη της σκέψης και του ορθού λόγου.

Η γνώση, η ανάλυση, η αμφισβήτηση και η φιλοσοφική αναζήτηση ήταν οι δρόμοι μέσα από τους οποίους προσπαθούσα να κατανοήσω τον κόσμο.

Μέσα σε αυτή την πορεία βέβαια δεν έλειψαν και οι έντονες συζητήσεις με τη μητέρα μου για θέματα πίστης, Εκκλησίας και θεολογίας. Συζητήσεις που πολλές φορές γίνονταν θυελλώδεις, καθώς εγώ προσπαθούσα να προσεγγίσω τα πάντα μέσα από τα εργαλεία της φιλοσοφίας, ενώ εκείνη κρατούσε με απλότητα και βαθιά εμπιστοσύνη την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τότε δυστυχώς δεν μπορούσα να καταλάβω ότι υπάρχουν ερωτήματα τα οποία ο άνθρωπος δεν τα προσεγγίζει μόνο με τη δύναμη του νου. Υπάρχουν δρόμοι που δεν ανοίγουν μόνο με τη σκέψη, αλλά με την αλλαγή της καρδιάς.

Έτσι κάποια στιγμή, αντί για μια ακόμη συζήτηση, η μητέρα μου μου έδωσε ένα βιβλίο.

Αυτό το βιβλίο. Στην αρχή, όμως, δεν του έδωσα τη σημασία που του άρμοζε. Διάβασα το οπισθόφυλλο και, μέσα στην αυτοπεποίθηση της νεανικής μου σκέψης, το θεώρησα υπερβολικά απλό μπροστά σε όλα εκείνα τα "μεγάλα φιλοσοφικά έργα" που είχα μελετήσει.

Το έβαλα στην άκρη.

Το άφησα σε μια γωνιά της βιβλιοθήκης μου.

Όμως κάποια βιβλία έχουν έναν παράξενο τρόπο να επιστρέφουν. Κάποια στιγμή, ψάχνοντας ένα άλλο βιβλίο, έπεσε μπροστά μου ξανά. Το σήκωσα και, ανοίγοντάς το τυχαία, το βλέμμα μου στάθηκε σε ένα απόσπασμα:

«Ο Θεός ζητά από τους πιστούς να παραιτούνται από το θέλημά τους και από κάθε προσκόλληση σ' αυτό, ώστε να υποτάσσονται ολοκληρωτικά στο θείο θέλημα. Ό,τι κάνει είναι για το καλό και για τη σωτηρία του ανθρώπου».

Δεν μπορώ να εξηγήσω πλήρως τι συνέβη εκείνη τη στιγμή. Ήταν σαν κάτι μέσα μου να σταμάτησε για λίγο και να άκουσε.

Συνέχισα να διαβάζω και όσο προχωρούσα στις σελίδες, τόσο ανακάλυπτα ότι πίσω από την απλότητα του λόγου υπήρχε ένα τεράστιο βάθος. Δεν ήταν ένα βιβλίο που προσπαθούσε να επιβληθεί στη σκέψη μου. Δεν ζητούσε να κερδίσει μια φιλοσοφική αντιπαράθεση.

Μιλούσε για κάτι διαφορετικό.

Για εμπειρία. Για βίωμα. Για μια γνώση που δεν αποκτάται μόνο με το μυαλό, αλλά με ολόκληρη την ύπαρξη.

Μέσα στις σελίδες του γνώρισα έναν άγνωστο προσκυνητή, έναν άνθρωπο που περιπλανιέται στους δρόμους της Ρωσίας με μια μοναδική δίψα να μάθει τι σημαίνει η αποστολική εντολή:

«ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε».

Πώς μπορεί ο άνθρωπος να προσεύχεται πάντοτε; Πώς μπορεί η προσευχή να πάψει να είναι μια απλή πράξη της ημέρας και να γίνει η ίδια η αναπνοή της ψυχής;

Η απάντηση έρχεται μέσα από την καθοδήγηση ενός γέροντα μοναχού και από τη σοφία των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, όπως αυτή διασώθηκε στη μεγάλη πνευματική κληρονομιά της Φιλοκαλίας των Νηπτικών.

Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη δύναμη αυτού του βιβλίου. Δεν μιλά απλώς για τον Θεό.

Μιλά για τη συνάντηση του ανθρώπου με τον Θεό.

Η περίφημη ευχή της καρδιάς,

«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»

δεν είναι απλώς μια φράση. Για την Ορθόδοξη πνευματική παράδοση είναι ένας ολόκληρος δρόμος. Είναι η κραυγή της καρδιάς που αναζητά την ένωση με τον Δημιουργό της, η προσευχή που πέρασε μέσα από αιώνες ασκητών, μοναχών και Αγίων. Η Φιλοκαλία, καρπός της σοφίας μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας και της εργασίας του Αγίου Μακαρίου Νοταρά και του σπουδαίου Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη που γιορτάζε πριν λίγες μέρες, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά θησαυροφυλάκια της Ορθοδοξίας.

Εκεί συναντά κανείς όχι θεωρίες, αλλά μαρτυρίες ανθρώπων που αγωνίστηκαν, πόνεσαν, προσευχήθηκαν και μεταμορφώθηκαν.

Γιατί τελικά υπάρχει μια μεγάλη διαφορά,

άλλο να γνωρίζει κάποιος πράγματα για τον Θεό και άλλο να γνωρίζει τον Θεό.

Το βιβλίο αυτό υπήρξε για μένα ακριβώς αυτή η γέφυρα. Από τη γνώση προς την εμπειρία.

Από τη σκέψη προς την καρδιά.

Από την αναζήτηση προς την επιστροφή.

Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω πως η μητέρα μου δεν μου χάρισε απλώς ένα βιβλίο.

Μου άφησε έναν δρόμο. Έναν δρόμο που ίσως τότε δεν μπορούσα να δω, αλλά που εκείνη, με την απλότητα της πίστης της, γνώριζε.

Κάθε φορά που ανοίγω αυτές τις σελίδες, δεν συναντώ μόνο έναν Ρώσο προσκυνητή του 19ου αιώνα, ούτε μόνο τη σοφία των Αγίων Πατέρων.

Συναντώ και εκείνη. Τη μορφή που μου έδωσε αυτό το βιβλίο. Τον άνθρωπο που πίστεψε πριν από μένα για μένα και ίσως τελικά αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ζωής ότι ορισμένα δώρα αποκαλύπτουν την πραγματική τους αξία όχι τη στιγμή που τα λαμβάνουμε, αλλά πολλά χρόνια αργότερα, όταν η ψυχή μας είναι πλέον έτοιμη να τα καταλάβει.

Οι «Περιπέτειες ενός Προσκυνητού» δεν είναι απλώς η ιστορία ενός ανθρώπου που αναζητά την αδιάλειπτη προσευχή. Είναι η ιστορία κάθε ανθρώπου που ψάχνει το νόημα και για μένα προσωπικά θα παραμείνει για πάντα, το αγαπημένο μου βιβλίο. Το βιβλίο που μου χάρισε η αγαπημένη μου μητέρα. Το βιβλίο που έγινε δρόμος επιστροφής.🕊️🌿 


16.12.12

Proof


Η ταινία πραγματεύεται την σχέση δύο μαθηματικών, πατέρα και κόρης. Εκείνος (Anthony Hopkins) στη δύση της καριέρας του ισορροπεί με αστάθεια μεταξύ ιδιοφυΐας και τρέλας. Εκείνη (Gwyneth Paltrow), επίσης χαρισματική εκκολαπτόμενη μαθηματικός, εγκαταλείπει τις προοπτικές της για εξέλιξη στον ίδιο χώρο όταν καλείται να φροντίσει τον πατέρα της λόγω της εύθραυστης κατάστασης της υγείας του. Και οι δύο ωστόσο, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο καθένας ξεχωριστά, βρίσκονται σε μια συνεχή, κοπιαστική, αδιάσπαστη και γεμάτη αυτοθυσίες αναζήτηση, την αναζήτηση της περίφημης μαθηματικής απόδειξης (proof) που θα φέρει την επανάσταση στο πεδίο των μαθηματικών.

Ανατρέχω στη Βικιπαίδεια να μάθω περισσότερα για τη σημασία της:
"Στα μαθηματικά, απόδειξη είναι μια πειστική παρουσίαση ότι κάποια μαθηματική πρόταση είναι απαραίτητα ορθή, μέσα στα αποδεκτά πλαίσια του πεδίου των μαθηματικών. Η απόδειξη παράγεται αναγωγικά και όχι εμπειρικά. Δηλαδή, η απόδειξη πρέπει να δείχνει ότι μια πρόταση είναι αληθής για όλες τις περιπτώσεις που εφαρμόζεται, χωρίς καμία εξαίρεση. Μια πρόταση χωρίς απόδειξη για την οποία πιστεύεται ή υπάρχουν ισχυρές υποψίες ότι ισχύει, λέγεται εικασία. Οι αποδείξεις χρησιμοποιούν τη λογική αλλά συνήθως περιέχουν σε κάποιο βαθμό φυσική γλώσσα, που συνήθως επιτρέπει κάποια ορισμένη αμφισημία. Όντως, η συντριπτική πλειονότητα των αποδείξεων στα γραπτά μαθηματικά μπορούν να θεωρηθούν εφαρμογές της άτυπης λογικής. Άσχετα από το βαθμό της τυπικότητας που ακολουθείται, το αποτέλεσμα που αποδεικνύεται λέγεται θεώρημα. Σε μια εντελώς τυπική απόδειξη αυτό είναι η τελευταία γραμμή, και η απόδειξη δείχνει πως αυτό ακολουθεί από τα αξιώματα μόνο, με εφαρμογή των κανόνων συναγωγής. Όταν ένα θεώρημα έχει αποδεικτεί, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την απόδειξη άλλων προτάσεων."


Η πλοκή της ταινίας proof που βασίστηκε στο ομότιτλο θεατρικό έργο του David Auburn, το οποίο κέρδισε και το βραβείο Πούλιτζερ, στηρίζεται πάνω σε τέσσερις μόνο ήρωες, τον πατέρα που υποδύει ένας εκπληκτικός Άντονι Χόπκινς, την ταλαντούχα κόρη (επίσης πολύ καλή η Γκουίνεθ Πάλτροου), τον συμφοιτητή της και φοιτητή του πατέρα της (τον υποδύεται ο ανερχόμενος Jake Gillenhall) και την αδελφή της και μεγαλύτερη κόρη του τρελού μαθηματικού (η γνωστή από δεύτερους κυρίως ρόλους Hope Davis). Οι σκηνικές εναλλαγές λίγες, κάποια πλάνα στο πανεπιστήμιο, ελάχιστα εξωτερικά, ενώ τα περισσότερα έχουν γυριστεί στο σπίτι του επιστήμονα.

Ολιγάρκεια που βρίσκεις κυρίως σε θεατρικές παραστάσεις με σκοπό να αναδειχτεί αυτό που είχε πραγματικά σημασία για τον σκηνοθέτη της ταινίας John Madden, που είναι βεβαίως το σενάριο, οι διάλογοι. Ένα κείμενο που παίζει αριστουργηματικά με τις πολυεπίπεδες ερμηνείες της λέξης proof (= απόδειξη μαθηματική, αλλά και απόδειξη με την γενική σημασία της λέξεως), αφού η κόρη καλείται να αποδείξει ότι η ανακαλυφθείσα απόδειξη στο γραφείο του πατέρα δεν γράφτηκε από εκείνον αλλά από την ίδια, ο φίλος της να αποδείξει επίσης την αυθεντικότητα αυτής της ιστορικής σημασίας μαθηματικής ανακάλυψης, ενώ η άλλη κόρη καλείται να αποδείξει αν όντως η αδελφή της λέει την αλήθεια ή είναι και αυτή διανοητικά διαταραγμένη όπως ο πατέρας τους κληρονομώντας, εκτός από το μεγάλο ταλέντο στα μαθηματικά, και κάτι από την τρέλα του. Όλα αυτά την ίδια στιγμή που η αδικημένη ηρωίδα μας - αφού όντως έχει γράψει η ίδια την περιβόητη απόδειξη - το μόνο που ζητά δεν είναι η απόδειξη, αλλά η πίστη. Αυτό δηλαδή που θέλει είναι οι άνθρωποι που αγαπά να την πιστέψουν χωρίς να πρέπει να αποδείξει κάτι, θέλει να την εμπιστευτούν πέρα από αποδείξεις, αφού για κείνη η ηθική υπερτερεί της λογικής.
 

Θα μείνω σε ένα σημείο που με προβλημάτισε ιδιαίτερα: 
Το μυαλό του πατέρα τον περισσότερο καιρό βρισκόταν σε μια κατάσταση ομιχλώδους νοητικής αντίληψης. Λίγο πριν το τέλος όμως της ζωής του ξύπνησε ένα χειμωνιάτικο πρωινό και αισθάνθηκε σαν κάποιο φως να όρμησε μέσα στο μυαλό του σκορπίζοντας όλα τα σκοτάδια που τον εμπόδιζαν να προχωρήσει με τις έρευνές του πάνω στην απόδειξη. Πλέον αισθανόταν να κατακλύζεται από μια ενθουσιώδη ορμή να ξαναπιάσει την απόδειξη από το σημείο που την είχε αφήσει την προηγούμενη φορά, λίγα χρόνια πριν την υποτροπή της νοητικής του υγείας, πράγμα που έκανε. Άρχισε να γράφει πυρετωδώς τύπους μέσα στην παγωνιά φορώντας ένα λεπτό πουκάμισο και η έξαψη που ένιωθε ήταν τόσο μεγάλη που δεν καταλάβαινε ούτε κρύο ούτε αϋπνίες ούτε καν την παρουσία της κόρης του δίπλα του. Κάποια στιγμή, κυριευμένος από ευγνωμοσύνη για το αναπάντεχο αυτό δώρο της νοητικής του  διαύγειας γυρίζει και λέει στην κόρη πόσο χαρούμενος αισθανόταν που ξανάπιασε δουλειά και πόσο ευγνώμων ήταν που αυτή η απόδειξη του έδινε δουλειά ως το τέλος της ζωής του. Εξαιτίας του γεγονότος ότι θα παρέμενε παραγωγικός και χρήσιμος μέχρι το τέλος είχε γεμίσει από απεριόριστη χαρά και ευτυχία.


Ήταν ευτυχισμένος που ήρθε για αυτόν δουλειά που θα τον απασχολούσε ως το τέλος της ζωής του... ειρωνικό αν αρχίσεις να κάνεις συγκρίσεις με τα καθ' ημάς, ε; Δεν τον ενδιέφερε ο μισθός, τα επιδόματα, τα κεκτημμένα των αργιών, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να έχει την σωματική εκείνη κατάσταση που θα του επιτρέψει να μπορεί να δουλεύει ως την τελευταία του ανάσα.. Πόσο βελούδινα περνά η αμερικανική κουλτούρα τα μηνύματά της στον κόσμο μέσα από τις ταινίες που παρακολουθεί αμέριμνα, η επιστήμη και η έρευνα που γίνονται τρόπος ζωής, η αφοσίωση στην εργασία όχι ως υποχρέωση αλλά ως χρέος ηθικό απέναντι στον εαυτό σου, η αυταπάρνηση της βολής και του προσωπικού σχεδιασμού για τη ζωή και η αυτοθυσία μπροστά στην οικογένεια και στα μέλη που σε χρειάζονται, η ταπεινότητα να μην θέλεις να προβάλεις τα επιτεύγματά σου (όπως π.χ. η επιτυχημένη, σύμφωνα με τις κλίμακες των γιάπις, αδελφή που ήρθε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους μόνο για να αποτύχει παταγωδώς), αλλά αντ' αυτών, να παραμένεις μακριά από τους προβολείς, αθέατος και ακάματος αφοσιωμένος εργάτης της επιστήμης σου.. Ένα σωρό μηνύματα που περνούν υποδόρροια στη συνείδηση του θεατή όσο εκείνος παρακολουθεί από τον καναπέ του σαλονιού του, μελετημένα να πλάθει ήθη και αντιλήψεις και δουλεμένα ως την τελευταία λεπτομέρεια...
 

Ύστερα από λίγη ώρα η ταινία διεκόπη για διαφημίσεις και το πρώτο που βλέπω είναι ένα στιγμιότυπο από ένα επεισόδιο ελληνικής δραματικής σειράς μεγάλης θεαματικότητας και ακούω την πρωταγωνίστρια να εξομολογείται σε έμπιστη φίλη: "Τον αγαπώ. Τον αγαπώ τόσο πολύ που δεν θα διστάσω να αλλάξω και τη θρησκεία μου για κείνον." Από τα συμφραζόμενα, η ελληνίδα ηρωίδα έχει ερωτευθεί τούρκο ζεν πρεμιέ και δεν διστάζει να φτύσει θρησκεία, ταυτότητα, πολιτισμό προκειμένου να είναι μαζί του. Στα δικά μας λοιπόν ελληνικής προέλευσης ερεθίσματα που εισπράττουμε από τους δέκτες μας υποβόσκει μια σειρά μηνυμάτων του τύπου: τρέχα φτωχή και μίζερη Ελληνίδα που στον τόπο σου δεν πρόκειται ποτέ να βρεις προκοπή να κάνεις τον τουρκαλά ματσωμένο γόνο της υπερπλουσίας οικογενείας να γυρίσει να σε κοιτάξει και άμα λάχει γίνε και μουσουλμάνα για να χαρείς πλούτη και χλιδή μπαίνοντας κι εσύ στο προσωπικό χαρέμι του. Παράλληλα, προβάλλεται βέβαια και η τελευταία κολλεξιόν της μόδας, το τελευταίο κινητό της αγοράς, τα πανάκριβα κοσμήματα του τάδε οίκου, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα και λοιπά αξεσουάρ γοήτρου και επιδεικτικής εικονικής καταξίωσης, για να μην αφήνουμε και το τέρας του υπερκαταναλωτισμού μας πεινασμένο. Εκείνοι τα προβάλλουν, εμείς τα καταναλώνουμε, οι επιχειρήσεις τα τσεπώνουν και όλοι είμαστε ευχαριστημένοι... Για να μην μπω βέβαια και σε θέματα ηθικής, ή μάλλον, απουσίας αυτής, όταν γλώσσα, θρησκεία, οικογένεια, χώρα, ταυτότητα, πολιτισμός, απαξιώνονται ή προσβάλλονται ελαφρά τη καρδία και για ψύλλου πήδημα... 

Επομένως, ας μην υποτιμάμε και τα δικά μας. Την ίδια δουλειά κάνουν με τα ξένα, την ίδια βελούδινη διοχέτευση μηνυμάτων στο υποσυνείδητο των θεατών τους περνούν κι αυτά και με την ίδια επιτυχία. Στο μόνο που διαφέρουν ωστόσο είναι στο είδος, ύφος και ποιότητα των μηνυμάτων που επιλέγουν να διοχετεύσουν, τα οποία βεβαίως παραμένουν άμεση συνάρτηση και με το σε ποιας μορφής ηθοπλασία στοχεύουν τελικά.



21.8.11

Ο γέρος και η θάλασσα

Old man and the sea by eve.ps
Old man and the sea, a photo by eve.ps on Flickr.

"Ήταν γέρος και ψάρευε μόνος με μια βάρκα στο Γκολφ Στρημ και είχαν κι όλας περάσει ογδόντα τέσσερες μέρες χωρίς να πιάσει ούτ’ ένα ψάρι. Τις πρώτες σαράντα, ήταν μαζί του κι έν’ αγόρι. Μα ύστερα από σαράντα μέρες χωρίς ούτ’ ένα ψάρι, οι γονείς τ’ αγοριού τού είπαν πως ο γέρος ήταν πια οριστικά και τελειωτικά salao, που στα ισπανικά είναι η χειρότερη λέξη για τον άτυχο, και τ’ αγόρι υπακούοντας στους γονείς του, πήγε σε μια άλλη βάρκα που την πρώτη κιόλας βδομάδα έπιασε τρία καλά ψάρια. Τ’ αγόρι λυπόταν να βλέπει το γέρο να’ ρχεται κάθε μέρα με άδεια τη βάρκα του, και κατέβαινε πάντα για να τον βοηθήσει να κουβαλήσει τις τυλιγμένες πετονιές ή το γάντζο και το καμάκι, και το πανί που ήταν τυλιγμένο γύρω απ’ το κατάρτι. Το πανί ήταν μπαλωμένο με σακιά από αλεύρι και έτσι, όπως ήταν μαζεμένο, έμοιαζε με σημαία παντοτινής ήττας.

Ο γέρος ήταν λιγνός και κοκαλιάρης, με βαθιές ρυτίδες στο σβέρκο του. Τα μάγουλά του ήταν ηλιοκαμένα απ’ την αντανάκλαση του ήλιου πάνω στην τροπική θάλασσα. Αυτά τα ηλιοκάματα διέτρεχαν όλο του το πρόσωπο, και τα χέρια του είχαν βαθιές χαρακιές, απ’ τις πετονιές που τραβούσε τα ψάρια. Μα καμιά απ’ αυτές τις χαρακιές δεν ήταν καινούργια. Ήταν παλιές, σα φαγωμένα βράχια σε μια νεκρή θάλασσα.

Όλα σ’ αυτόν ήταν γερασμένα, εκτός απ’ τα μάτια του, που είχαν το ίδιο χρώμα με τη θάλασσα κι ήταν ζωηρά και ακατάβλητα."


Ernest Hemingway

 ***


Μια θαλασσινή ιστορία απλή και σινάμα ηρωική: η προσωπική πάλη ενός γέρου ψαρά να πιάσει και να σκοτώσει τον μεγάλο ξιφία και να τον φυλάξει από τους καρχαρίες στο δρόμο του γυρισμού. Και πίσω από το μύθο, ένα μάθημα ζωής: πώς να μάχεται κανείς διατηρώντας άθικτα την πίστη, την αξιοπρέπεια, τη μεγαλοψυχία και συμπόνοια του για όλα τα πλάσματα της γης μέχρι το τέλος, όσο τραγικό κι αν μπορεί να είναι αυτό.

Το διήγημα Ο γέρος και η θάλασσα του Έρνεστ Χέμινγουει είναι ένα ανεπιτήδευτο αριστούργημα 119 σελίδων που καθηλώνει με την αμεσότητα της γραφής και τις αλήθειες που προβάλλει, χαρίζοντας στον συγγραφέα το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1954.

Η φωτογραφία βέβαια δεν τραβήχτηκε στο Γκολφ Στρημ, αλλά στο ταπεινό Τολό Αργολίδας :)

2.8.11

Το μυστικό του Μυστικού


Μόλις τελείωσα ένα βιβλίο που μου πρότειναν με ιδιαίτερη θέρμη, το Mυστικό της Byrne. Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα, κάπως κλισέ μου φαίνονταν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληγε κάθε φορά, πολλές επαναλήψεις, άλλες τόσες υπερβολές.. Παρόλα αυτά το διάβασα, για να δω προς τι ο τόσος ντόρος με το συγκεκριμένο βιβλίο. Φτάνοντας στην τελευταία τελεία το έκλεισα και το άφησα να έρθει ξανά σε μένα. Προσπαθούσα να σκεφτώ χωρίς προκατάληψη, με ανοιχτό μυαλό, τι ήθελε να μου πει τόσες μέρες που το διάβαζα και διαπίστωσα πως όλες αυτές οι σελίδες κατέληγαν τελικά σε μία φράση - ένα ερώτημα μάλλον, που επισκίαζε όλες τις άλλες: "Πού είναι η χαρά μου;"

Στάθηκα σε αυτή τη διαπίστωση και άρχισα να τη σκέφτομαι λίγο περισσότερο. Γιατί είχε τόση σημασία να ξέρω πού είναι η χαρά μου; Τι σήμαινε να είμαι χαρούμενη; Τι σήμαινε να ξέρει κάποιος τι τον κάνει χαρούμενο; Θυμήθηκα πριν από λίγα χρόνια, στην ενότητα του πολιτισμού, όταν διάβαζα ένα κεφάλαιο σχετικά με τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα της κλασικής αρχαιότητας στην Ελλάδα. Θυμάμαι πως αυτό που μου είχε κάνει τότε εντύπωση ήταν το ότι όλοι ανεξαιρέτως με όσους καταπιάστηκα έψαχναν την απάντηση στο πώς μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην ευδαιμονία. Όλοι οι φιλόσοφοι αναζητούσαν την ευδαιμονία. Έψαχναν να βρουν πού κρύβεται και πώς μπορεί κανείς να φτάσει ως αυτήν. Ευδαιμονία σημαίνει χαρά, καλή διάθεση. Και άρα, όπου βρίσκεται η καλή διάθεση και η χαρά, κάπου εκεί κοντά θα βρίσκεται και η ευτυχία, αφού ευ-δαιμονία και ευ-τυχία, ουσιαστικά σημαίνουν το ίδιο πράγμα.


Διαπίστωσα με έκπληξη ότι ποτέ μου δεν είχα σταθεί για λίγο να αναρωτηθώ: Πού είναι η χαρά μου; Όχι γενικά και αόριστα, συγκεκριμένα: Πού είναι ακριβώς. Είναι εντυπωσιακό το πώς οι απαντήσεις δεν είναι τόσο εύκολες όσο οι ερωτήσεις, ούτε και έρχονται πάντα από εκεί που ίσως θα περιμέναμε. Αν είχε κάποια αξία λοιπόν το διάβασμα αυτού του βιβλίου, δεν θα έλεγα ότι είναι όλες οι συνταγές που σου δίνει για να αποκτήσει κάποιος όσα θέλει να αποκτήσει, ήταν ότι έβαζε το ερώτημα στο τραπέζι. Κι αυτό, νομίζω ότι είναι ένα πολύ καλό βήμα προς την αναζήτηση της απάντησης που αντιστοιχεί στον κάθε έναν μας ξεχωριστά.

29.1.11

The Julie/Julia project dot com


   Δυο ηρωίδες - δυο ιστορίες: Το 1948 η Τζούλια Τσάιλντ (Μέριλ Στριπ, Χρυσή Σφαίρα + υποψηφιότητα για Όσκαρ) διάσημη σεφ της Αμερικής, κάτι αντίστοιχο με την δική μας Χρύσα Παραδείση, και ο διπλωμάτης σύζυγός της μετακομίζουν στο Παρίσι. Εκείνη αποφασίζει να ασχοληθεί με την μαγειρική και καταλήγει να γράψει ένα βιβλίο μαγειρικής με γαλλικές συνταγές. Αρχικά, σκοπός της ήταν απλώς να μεταφράσει στα αγγλικά τις υπάρχουσες γαλλικές, όμως σταδιακά και έχοντας πάρει πλέον το πτυχίο της σεφ σε μια εποχή που οι τίτλοι σπουδών γενικώς θεωρούνταν ανδρικό προνόμιο οδηγεί την μαγειρική σε νέα επίπεδα. Οι γαλλικές συνταγές της έγιναν βιβλίο και έκανε θραύση και μέχρι σήμερα παραμένει σημείο αναφοράς στον χώρο της γκουρμέ μαγειρικής.
  

23.1.10

Το σκάφανδρο και η πεταλούδα


Ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων που έγιναν ταινία, όμως είχε γίνει πασίγνωστο σε όλο τον κόσμο ήδη από την πρώτη μέρα έκδοσής του. Πρόκειται για μια αυτοβιογραφία με τίτλο Το σκάφανδρο και η πεταλούδα, γραμμένη από τον γάλλο εκδότη του περιοδικού Elle, Ζαν-Ντομινίκ Μπομπί. Η ιδιαιτερότητά του; Γράφτηκε… με το βλέφαρο ενός ματιού!

Το θέμα του βιβλίου δεν είναι ο κόσμος της μόδας, όπως θα περίμενε ίσως κανείς, κι αυτό καθορίστηκε από ένα τραγικό συμβάν που άλλαξε ριζικά τη ζωή του επιτυχημένου 42χρονου Ζαν-Ντομινίκ, όταν ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο τον βύθισε ξαφνικά σε κώμα. Όταν συνήλθε, και ενώ είχε πλήρη συναίσθηση του εαυτού του και του κόσμου γύρω του, ωστόσο το σώμα του είχε υποστεί καθολική παράλυση, δεν μπορούσε να κινήσει τίποτε, παρά μόνο το αριστερό του βλέφαρο. Εγκλωβισμένος μέσα στην ακινησία του σώματός του – το σκάφανδρο, όπως αναφέρεται συμβολικά και στον τίτλο του βιβλίου – αποφασίζει να αφήσει την φαντασία να πετάξει ελεύθερη μέσα στις σελίδες αυτής της αυτοβιογραφίας, που γράφτηκαν αποκλειστικά χάρη στο βλεφάρισμα του αριστερού του ματιού, αφού αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας του με τον κόσμο.

Αρωγός σε αυτή την ηρωική προσπάθεια, η Κλοντ Μεντιμπίλ, μια νεαρή λέκτορας γλωσσολόγος, που επινόησε ένα ειδικό σύστημα επικοινωνίας, ένα πινακάκι με τα γράμματα της αλφαβήτου κατανεμημένα σύμφωνα με τη συχνότητα χρήσης τους στη γαλλική γλώσσα. Εκείνη του απαριθμούσε τα γράμματα ένα-ένα και εκείνος επιβεβαίωνε με ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού του το γράμμα που ήθελε, το οποίο εκείνη το κατέγραφε σε ένα τετράδιο. Ένα ανοιγοκλείσιμο σήμαινε «ναι», δύο σήμαιναν «όχι». Έτσι, γράμμα-γράμμα, λέξη-λέξη, φράση-φράση, γράφτηκαν μέσα σε τρεις μήνες 140 σελίδες, μέσα στις οποίες σχηματοποιήθηκε σαν ψηφιδωτό όλος ο εσωτερικός του κόσμος, όλες οι σκέψεις και οι αγωνίες του που πετούσαν σαν πεταλούδες μέσα στο σκάφανδρο του ακινητοποιημένου από την παράλυση κορμιού του.

Στα 42 του χρόνια και ενώ τα είχε όλα, δόξα, χρήμα, γυναίκες, επαγγελματική καταξίωση, οικογένεια, χάρη σε ένα καπρίτσιο της μοίρας, του αρπάζονται ξαφνικά όλα μέσα από τα χέρια του. Απλές απολαύσεις, όπως ένα χαμόγελο ή ένα νεύμα, είναι πλέον ανέφικτες για κείνον. Παγιδευμένος σε ένα σώμα που καταλάβαινε τα πάντα, άκουγε, ένιωθε, θυμόταν, αλλά που δεν μπορούσε να αντιδράσει, δεν σταμάτησε να ζει εντός του και να φτάσει να πάρει τη μεγάλη απόφαση να καταγράψει αυτό που του συνέβαινε, σε μια προσπάθεια να δώσει μια διέξοδο στην απόγνωσή του, την οποία και μεταλλάσει σε δύναμη δημιουργίας. Μέσα από το τελευταίο του παράθυρο στον κόσμο κάνει έναν απολογισμό ζωής στην προσπάθειά του να βρει έναν τρόπο προκειμένου να αντιμετωπίσει και να αποδεχτεί αυτό που του συνέβη, άλλοτε με καυστικό μαύρο χιούμορ, άλλοτε με οργή ή θλίψη, πάντα όμως με παραδειγματική επιμονή και αισιοδοξία, στέλνοντας τελικά ακριβώς αυτό το αισιόδοξο μήνυμα: μην εγκαταλείπεις, μη σταματάς να πολεμάς, αγάπα τη ζωή, σε εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο.

Η ταινία που γυρίστηκε με αφορμή αυτό το βιβλίο, πήρε το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Καννών (Τζούλιαν Σνάμπελ) και προτάθηκε για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Απέσπασε διθυραμβικές κριτικές ως μία από τις καλύτερες παραγωγές της χρονιάς, ενώ θεωρήθηκε ως η πειστικότερη μεταφορά μυθιστορηματικής βιογραφίας, τεχνικά και αισθητικά. Προχωρώντας σε όλα όσα δεν δίνει σημασία ένας αρτιμελής από τη ζωή, αναπαράγει την εσωτερική κάθαρση στη μάχη που δίνει ένα υγιές πνεύμα που βρίσκεται ξαφνικά αιχμάλωτο μέσα σε ένα σώμα ανάπηρο, και, κατ’ επέκταση, την σκληρή αναμέτρηση που συντελείται ανάμεσα στο Θέλω και Μπορώ και την ανθρώπινη φύση της αμαχητί παράδοσης μπροστά στις αναποδιές της ζωής. Το κοινό ταυτίζεται και συμπάσχει με την έλλειψη ελευθερίας και αναζητά βήμα-βήμα μαζί με τον πρωταγωνιστή - τον εξαιρετικό στον ρόλο του Ματιέ Αμαρλίκ - δρόμους για να πετάξει το πνεύμα, σαν πεταλούδα που μόλις έβγαλε φτερά. Η μεταμόρφωση συντελείται και είναι πλήρης όταν οι δυνάμεις που κρατούν το πνεύμα στατικό και ακίνητο και εγκλωβισμένο από την πίστη στον υλισμό και τον ατομικισμό απελευθερώνονται χάρη στην ανεξάντλητη δύναμη της δημιουργίας που πηγάζει από την ίδια την πηγή της ανθρώπινης ψυχής, προσφέροντας στον θεατή μια πολυεπίπεδη σε μηνύματα, βαθιά και αξέχαστη εμπειρία που συγκινεί και προβληματίζει.

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου - 25.000 αντίτυπα - εξαντλήθηκε την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του στη Γαλλία (14 Μαρτίου 1997). Μέσα σε μια εβδομάδα πωλήθηκαν 150.000 αντίτυπα. Έκτοτε, το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα συνεχίζει τις αλλεπάλληλες εκδόσεις και μεταφράζεται σε όλο και περισσότερες γλώσσες. Έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά. Ο Ζαν-Ντομινίκ Μπομπί πέθανε τρεις μέρες μετά την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του έργου του.
***

2.5.09

Με τον ήλιο μπροστά



Εργαζόταν νύχτα και μέρα πάνω στη ζωγραφική του. Αν σκεφτόταν καθόλου το μέλλον, ήταν μόνο για να φέρει με τη φαντασία του πιο κοντά τη στιγμή όπου δεν θα ήταν πια βάρος στον Τεό, τον κατά δύο χρόνια μικρότερο αδελφό του, τότε που τα έργα του θα άρχιζαν να πλησιάζουν την τελειότητα και να πωλούνταν. Ο Τεό εργαζόταν στο Παρίσι στην επιχείρηση εμπορίας έργων τέχνης των θείων τους. Εκείνος τον βοήθησε να ανακαλύψει το πάθος του προς τη ζωγραφική, ενθαρρύνοντάς τον (αντίθετα από τον πατέρα τους και όλη την οικογένεια γενικότερα, οικογένεια κληρικών ούσα) προς την απόφαση να ασχοληθεί με τη ζωγραφική στην «περασμένη» ηλικία των 27. «Να, ποιος είναι ο τελικός σκοπός σου, Βίνσεντ. Και ο σκοπός αυτός θα γίνει πιο συγκεκριμένος με τον καιρό, θα διαγραφεί σιγά-σιγά και με σταθερότητα, όπως το σκίτσο γίνεται σχεδίασμα και το σχεδίασμα, πίνακας, όσο δουλεύεις όλο και πιο σοβαρά, όσο περισσότερο βαθαίνεις την αόριστη, στην αρχή, ιδέα, τόσο πιο συγκεκριμένη γίνεται η φευγαλέα και περαστική πρώτη σκέψη. Αν κάτι μέσα σου σου λέει δεν είσαι ζωγράφος, τότε είναι που πρέπει να καταπιαστείς με τη ζωγραφική, αδελφέ μου, κι η φωνή αυτή θα σωπάσει, μα μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο.» Εκείνος τον άκουσε και το έκανε. Η καλλιτεχνική καριέρα του ζωγράφου Vincent Van Gogh είχε ξεκινήσει.

Η σχέση τους ήταν καμωμένη από ολοκληρωτική αφοσίωση ο ένας προς τον άλλον και από εκείνη την αγάπη που σε κάνει ικανό για μεγάλα έργα. Ο Βίνσεντ ήταν απόλυτα εξαρτημένος από εκείνον, ηθικά και οικονομικά. Ο Τεό έστελνε από το Παρίσι χαρτί Ενγκρ, εικόνες από μια κτηνιατρική σχολή για την ανατομία ενός αλόγου ή μιας αγελάδας, μερικά αντίτυπα του Χολμπάιν από τα Μοντέλα για καλλιτέχνες, μολύβια σχεδίου, πενάκια, ένα αντίγραφο ανθρώπινου σκελετού, σέπιες κι όσα χρήματα μπορούσε να διαθέσει, μαζί με παραινέσεις να εργάζεται σκληρά και να μη γίνει ένας μέτριος ζωγράφος. Σ’ αυτή τη συμβουλή ο Βικέντιος απαντούσε με τα λόγια του Γκαβάρνι: «Ούτε μια μέρα χωρίς μια γραμμή.» Δεν το έλεγε μόνο. Το έκανε με πιστή ευλάβεια. Είχε δοθεί ολοκληρωτικά σε αυτό που έκανε. Ζωγράφιζε ασταμάτητα, ψάχνοντας να βρει τον δρόμο του, την εικαστική του ταυτότητα, και ό, τι έφτιαχνε, το έστελνε στον αδελφό του.

Έχοντας προχωρήσει αρκετά πάνω στο σχέδιο, στους τόνους και το χρώμα, ο Τεό αποφάσισε πως είχε φτάσει ο καιρός ο αδελφός του να δει και από κοντά την τέχνη των συναδέλφων του, που ζούσαν στον αναβρασμό της ανακάλυψης μιας νέας τεχνοτροπίας, η οποία θα έσπαγε κάθε συνεκτικό δεσμό με την παραδοσιακή τέχνη. Ο Βίνσεντ έπρεπε να έρθει στο Παρίσι. Φυσικά, δεν έφερε καμία αντίρρηση, παρόλο που ο ίδιος ένιωθε πιο άνετα να ζωγραφίζει θέματα απευθείας από τη φύση.

Το Παρίσι των τελών του 19ου αιώνα είχε γίνει συνώνυμο με την τέχνη. Φιλόδοξοι καλλιτέχνες συνέρρεαν από όλα τα μέρη της Ευρώπης στην πόλη του φωτός και συνωστίζονταν στα εργαστήρια διασήμων γάλλων ζωγράφων, όπως του Κορό και του Ενγκρ. Δεν μπορούσες να λέγεσαι ζωγράφος αν δεν είχες θητεύσει έστω και για λίγο στα ατελιέ της Μονμάρτης, αν δεν είχες περάσει από το δάσος του Φωντενεμπλώ και αν δεν είχες γνωριστεί με τους περιβόητους ιμπρεσιονιστές, μια παρέα από ανήσυχους ζωγράφους, ανάμεσά τους οι Μανέ, Ντεγκά, Σισλέ, Ρενουάρ, Πισαρό, Γκωγκέν, Μονέ, Μοριζό, Σεζάν, Σερά, οι οποίοι είχαν βαλθεί να τα βάλουν με τον συντηρητισμό του Ακαδημαϊσμού, ο οποίος κυριαρχούσε σε όλες τις μορφές της τέχνης εκείνη την περίοδο. Δεν τους ενδιέφερε η φυσική αναπαράσταση της εικόνας, τους ενδιέφερε η στιγμή, να μπορέσουν μέσα από την τέχνη τους να πιάσουν, να αιχμαλωτίσουν τη στιγμή, το φευγαλέο, τη λάμψη μιας ακτίνας φωτός πάνω σε ένα βρεγμένο φύλλο, το ρυτίδισμα του νερού από τον αέρα, το παιχνίδισμα του φωτός με τη σκιά, το συναίσθημα πίσω από μια υποψία χαμόγελου σε ένα πορτραίτο, κι όλα αυτά, δεν μπορούσαν να αποδοθούν μέσα από την ακαδημαϊκή γραμμή. Χρειάζονταν μια νέα εικαστική γλώσσα για να τα εκφράσουν και είχαν βαλθεί να την ανακαλύψουν, πάση θυσία.

Γέμιζαν τα καφέ, τα καμπαρέ και οι λέσχες από μαχόμενους, μονομανείς καλλιτέχνες που ζούσαν μέσα στη δίνη της δικής τους επανάστασης, άντρες παθιασμένοι, όλοι τους δυνατές προσωπικότητες, όλοι τους άγριοι εγωιστές και θορυβώδικοι εικονοκλάστες. Τους άρεσε να καβγαδίζουν, να μάχονται, να βλαστημούν, να υπερασπίζονται με θέρμη τις θεωρίες τους και να καταδικάζουν κάθε τι άλλο. Τα πράγματα που απεχθάνονταν σ’ αυτό τον κόσμο ήταν αμέτρητα. Είχαν γίνει περιβόητοι στον κόσμο της τέχνης, ειδικά μετά την πρώτη τους ομαδική έκθεση στο Σαλόν του Παρισιού το 1874, η οποία δέχτηκε τις χειρότερες κριτικές. Ήταν όμως σε αυτή την έκθεση που ο Claude Monet παρουσίασε τον πίνακα που θα σηματοδοτούσε το όλο κίνημα αυτής της ρηξικέλευθης παρέας. Ο πίνακας είχε τον τίτλο Impression: soleil levant (Εντύπωση: ανατολή ηλίου) και χρησιμοποιήθηκε υποτιμητικά από κάποιον κριτικό για να χαρακτηρίσει την σκανδαλώδους αντιακαδημαϊκής αισθητικής νέα αυτή γενιά καλλιτεχνών, που θα ονομάζονταν στο εξής Ιμπρεσιονιστές και το κίνημά τους Ιμπρεσιονισμός. Όλοι μαζί, σαν κίνημα πλέον, και ο καθένας ξεχωριστά, μέσα από την προσωπική του καλλιτεχνική πορεία και αναζήτηση, χάραζαν έναν δρόμο που κανείς δεν είχε περπατήσει, τον δρόμο προς την έκφραση όχι του φαίνεσθαι, αλλά του είναι, αυτού που είναι κάτω από την επιφάνεια της απόλυτα πιστής παραστατικότητας. Ήταν ο δρόμος που οδηγούσε προς τον εξπρεσιονισμό και την αφηρημένη τέχνη.

Η επαναστατικότητα στην τέχνη τους ήταν που σαγήνευσε και τον άπειρο ζωγράφο από την επαρχία της Ολλανδίας με το ιδιόμορφο παρουσιαστικό και την παράξενη ιδιοσυγκρασία. Δεν θα περνούσε πολύς καιρός μέχρι να ενσωματωθεί και εκείνος στην ομάδα. «Χρίστηκες κι εσύ ιερέας στη θρησκεία της ασχήμιας. Αποδέχεσαι το χρίσμα;» θα τον ρωτούσε σε κάποια συγκέντρωσή τους ο Εμίλ Ζολά. «Αλλοίμονο», απάντησε ο Βικέντιος, «φοβάμαι ότι γεννήθηκα έτσι.» Οι ζωγράφοι σέβονταν τον Ζολά και τον καλούσαν συχνά στις συγκεντρώσεις τους. Δεν τον σέβονταν επειδή ήταν πετυχημένος – περιφρονούσαν άλλωστε τους συνηθισμένους όρους της επιτυχίας – αλλά επειδή εργαζόταν με ένα μέσο που τους φαινόταν μυστηριώδες και δύσκολο. Και πάντοτε άκουγαν με μεγάλη προσοχή τα λόγια του. Άρχισαν να γελούν και να τσακώνονται, μέχρι που ο Ζολά σηκώθηκε και φώναξε, επισκιάζοντας τις άλλες φωνές: «Ας διατυπώσουμε το μανιφέστο μας, κύριοι. Πρώτον, πιστεύουμε ότι η κάθε αλήθεια είναι ομορφιά, άσχετα με το πόσο φρικτή μπορεί να φαίνεται η όψη της. Αποδεχόμαστε το κάθε τι μέσα στη φύση, χωρίς καμιά απέχθεια. Πιστεύουμε ότι υπάρχει πιο πολλή ομορφιά σε μια άσχημη αλήθεια, παρά σε ένα χαριτωμένο ψέμα, πιο πολλή ποίηση στα απλά πράγματα, από όσο σε όλα τα σαλόνια του Παρισιού. Πιστεύουμε ότι ο πόνος είναι καλός, επειδή είναι το πιο βαθύ από όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα. Νομίζουμε ότι ο έρωτας είναι όμορφος, ακόμη κι όταν εκπροσωπείται από μια πόρνη κι έναν προαγωγό. Τοποθετούμε την προσωπικότητα πάνω από την ασχήμια, πάνω από την κομψότητα και τη σκληρή, χυδαία πραγματικότητα, πάνω από όλο τον πλούτο της Γαλλίας. Αποδεχόμαστε τη ζωή στην ολότητά της, χωρίς να κάνουμε ηθικολογία, γιατί όλοι ταιριάζουν στο πρότυπο της φύσης και είναι υφασμένοι μέσα στο σχέδιο της ζωής!» Σε αυτά τα λόγια σήκωσαν όλοι τα ποτήρια με το αψέντι και ήπιαν στην ανηθικότητα και στη λατρεία της ασχήμιας.

Ο Βαν Γκογκ δούλευε σκληρά. Στα έργα του εκείνης της περιόδου διαφαίνονται πολλές επιρροές από τους γάλλους συναδέλφους του, σιγά-σιγά όμως τα χρώματά του έγιναν πιο φωτεινά, το κοβάλτιο, το καρμίνιο, το πράσινο σμαραγδί και το κάδμιο, όλα αγωνίζονταν να αποκτήσουν μια κρυστάλλινη φωτεινότητα. Δεν ήταν πια απομιμήσεις και δύσκολα έβρισκες πια τα χνάρια των φίλων του ζωγράφων πάνω στους μουσαμάδες του. Είχε αρχίσει να αναπτύσει ένα πολύ προσωπικό είδος τεχνικής, ήταν κάτι που δεν έμοιαζε με τίποτα από ό,τι είχε φιλοτεχνηθεί μέχρι τότε. Και δεν είχε ιδέα πώς έφτασε ως εκεί. Είχε διϋλίσει τον ιμπρεσιονισμό μέσα από τον δικό του χαρακτήρα και βρισκόταν πολύ κοντά στο να αποκτήσει ένα τόσο πολύ παράξενο και απόλυτα μοναδικό μέσο έκφρασης. Ήταν φανερό πως είχε, σχεδόν, συλλαβίσει κάτι. Η ιμπρεσιονιστική τεχνική από όπου ξεκίνησε είχε εξελιχτεί σε κάτι εντελώς ανεξάρτητο και ξεχωριστό.

Δεν θα έμενε στο Παρίσι για πολύ ακόμη. Εκείνος δεν ήταν ζωγράφος της πόλης, ό,τι ήταν εξάλλου να πάρει από εκεί, το είχε πάρει. Ο Vincent Van Gogh ήταν ζωγράφος της υπαίθρου. «Δεν ανήκω εδώ. Είμαι ένας ζωγράφος του χωριού. Θέλω να ξαναγυρίσω στα χωράφια μου. Θέλω να ανακαλύψω έναν ήλιο τόσο καυτό, που θα πυρπολήσει κάθε τι μέσα μου, εκτός από την επιθυμία μου να ζωγραφίζω!» θα γράψει σε ένα γράμμα του προς τον αδελφό του Τεό.

Βρήκε τον παράδεισό του στην Αρλ, ένα μικρό χωριό στα νότια της Γαλλίας, που το έλουζε ο ήλιος ανελέητα το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Μια αναπάντεχη κληρονομιά (τα μόνα πραγματικά δικά του χρήματα σε όλη τη ζωή του) τον βοήθησε να αγοράσει το διάσημο «κίτρινο» σπίτι του στην Αρλ και να στρωθεί, απαλλαγμένος από προβλήματα στέγης, στη δουλειά. Ο καλλιτεχνικός του oίστρος ήταν εκρηκτικός, συχνά ολοκλήρωνε δύο κα τρεις πίνακες μέσα σε μια μέρα. Η πυρετώδικη δουλειά του φαίνεται μέσα από την άγρια τεχνική του, με τις πινελιές του να στροβιλίζονται σα δίνες επάνω στον καμβά, με το καθαρό χρώμα να βγαίνει απευθείας από το σωληνάριο, χωρίς πινέλο, χωρίς προεργασία, αυθαίρετα, πυρετώδικα, παθιασμένα, σαν αρχέτυπη ζωγραφική που ανακαλύπτεται από την αρχή και δεν ορίζεται από τίποτα απολύτως. Η τεχνική του, το ύφος του, απόλυτα ελεύθερα από κάθε επιρροή, δεν είχαν προηγούμενο. Ο ζωγράφος χάραζε μια ολοκαίνουργια πορεία και η θέλησή του ήταν αδάμαστη και η επιμονή του χαλύβδινη, κι ας ήξερε καλά πως ο καλλιτέχνης δεν ήταν μέσα σε μια κοινωνία παρά η σπασμένη στάμνα.

Ο μόνος που τον καταλάβαινε και στάθηκε δίπλα του ως το τέλος, ήταν ο αδερφός του, Τεό. Μετά τον αυτοπυροβολισμό του στα σταχοχώραφα με τα κοράκια (ο τελευταίος του πίνακας), ο αδελφός του ήταν που έτρεξε να τον βοηθήσει. Ήταν όμως ήδη αργά. Πέθανε μια μέρα αργότερα στα χέρια του. Έξι μήνες αργότερα τον ακολούθησε. Θάφτηκαν δίπλα-δίπλα, ενωμένοι, όπως και στη ζωή. Η γενική αποδοχή είναι πως το συμβάν ήταν αποτέλεσμα μιας από τις πολλές επιληπτικές κρίσεις που τον βασάνιζαν. Μια μικρή μερίδα όμως ερευνητών υποστηρίζει ότι ο Βαν Γκογκ αυτοκτόνησε για χάρη του αδελφού του, ελπίζοντας στην αναγνώριση που θα του εξασφάλιζε αυτός ο δραματικός θάνατος. Οι αυτόχειρες ήταν στη μόδα τότε. Ο θάνατός τους έπλεκε έναν θρύλο γύρω από το όνομά τους και όλοι μιλούσαν για αυτούς μετά θάνατον και έτσι, παρέμεναν αθάνατοι στις μνήμες του κόσμου. Σε όλη του τη ζωή ο ίδιος είχε πουλήσει μόνο έναν πίνακα. Ήξερε ότι ζούσε εις βάρος του Τεό, ο οποίος δεν σταμάτησε να τον ενισχύει, είχε-δεν είχε τη δυνατότητα να το κάνει. Ίσως να πίστευε πως έτσι, με την αυτοκτονία του, θα ερχόταν η πολυπόθητη αναγνώριση και έτσι θα του επέστρεφε μέρος του χρέους του.

Αλήθεια; Εικασία; Κανείς δεν μπορεί να πει. Με το που πέθανε, ο Τεό μάζεψε όλους τους πίνακές του, σε μια προσπάθεια να τους εκθέσει σε μια ατομική έκθεση. Δεν πρόλαβε. Λέγεται πως πέθανε με ένα γράμμα του Βίνσεντ στα χέρια του. Έγραφαν συχνά ο ένας στον άλλον. Έχουν διασωθεί περί τις 700 επιστολές του Βίνσεντ προς τον αδελφό του. Όλες οι εικαστικές του ανησυχίες, ανασφάλειες και προβληματισμοί είναι κρυμμένες εκεί μέσα. Όλα γραμμένα στο μοναδικό άτομο που εμπιστεύτηκε ποτέ, με συγκινητική τρυφερότητα και αξιοθαύμαστο ζήλο προς αυτό που έκανε. Κι ο αδελφός του πάντοτε εκεί, βράχος να τον υποστηρίζει σε κάθε του βήμα, οσάν προφήτης: «Ξέρω ότι είσαι πλασμένος από καλό υλικό. Πολλές φορές στη ζωή σου μπορεί να νομίσεις ότι απέτυχες, αλλά τελικά θα εκφραστείς, θα εκφράσεις τον εαυτό σου κι αυτό θα δικαιώσει τη ζωή σου.»

Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ δούλεψε ακατάπαυστα επί 10 συνεχή χρόνια, από τα 27 μέχρι τα 37 του, οπόταν και αυτοκτόνησε, αφήνοντας πίσω του εκαντοντάδες έργα, οι πωλήσεις των οποίων φτάνουν σήμερα σε ιλιγγιώδη ποσά πολλών εκατομμυρίων ευρώ, σπάζοντας συνεχώς τα ρεκόρ πώλησης έργων τέχνης.

18.12.08

«Γιάννης Μόραλης, Σχέδια 1934-1994»



225 σχέδια του Γιάννη Μόραλη, προάγγελοι των περιόδων της ζωγραφικής του, παρουσιάζονται στους δύο ορόφους του νεοκλασικού Μεγάρου Εϋνάρδου από τις 16 Δεκεμβρίου. Τα σχέδια, τα οποία παρουσιάζονται είτε σε λιτά μονόφυλλα είτε σε συνθέσεις τις οποίες είχε επιμεληθεί μεταγενέστερα ο ίδιος ο ζωγράφος, είναι ταξινομημένα κατά δεκαετία, ακολουθώντας την εικαστική εξέλιξη του ζωγράφου, η οποία δεν περιορίστηκε μόνο στις αναζητήσεις της εκφραστικής γλώσσας, αλλά προχώρησε σε μια πιο προσωπική σύνθεση στοιχείων, όπως η λιτότητα και η αφαίρεση, παρμένων τόσο από την αρχαία ελληνική όσο και από τη νεότερη τέχνη.

Στην τέχνη του Μόραλη η μορφή είναι ο στόχος και όχι το μέσον, η οποία δέχεται κλιμακούμενες αφαιρέσεις για να αναχθεί τελικά στα γεωμετρικά της ισοδύναμα. Με αυτή τη διαδικασία ο ζωγράφος καταφέρνει να φτάσει στον πυρήνα του εικαστικού του κόσμου, χωρίς να ακρωτηριάζει την ουσία των πραγμάτων.
Συνδυάζοντας τόσο τις παραδοσιακές όσο και τις σύγχρονες τεχνικές, ο Γιάννης Μόραλης επέκτεινε το εικαστικό του έργο και σε άλλα πεδία, όπως στην φιλοτέχνηση σχεδίων για ταπισερί και κεραμικές συνθέσεις, καθώς και στην αρχιτεκτονική του εφαρμογή, όπως την κόσμηση κατοικιών και δημόσιων κτηρίων, όπως η εξωτερική ΒΔ και ΝΑ όψη του ξενοδοχείου Χίλτον. Έχει επίσης σχεδιάσει σκηνικά και κοστούμια για το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν και το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου, και έχει εικονογραφήσει βιβλία (Ελύτης, Σεφέρης, Καββαδίας κ.ά.), καθώς και πολλά εξώφυλλα δίσκων (όπως του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη).

«Θα πρέπει να πω ότι δεν ήθελα να γίνω καθηγητής στην ΑΣΚΤ γιατί φοβόμουν μήπως γίνω δημόσιος υπάλληλος. Κι όχι μόνο δεν το μετάνιωσα, αλλά κατάλαβα πόσο σημαντικό ήταν. Δίδαξα ορισμένα πράγματα στους φοιτητές μου, αλλά με δίδαξαν πολλά και εκείνοι.», είπε μεταξύ άλλων ο ίδιος ο ζωγράφος την βραδιά των εγκαινίων της έκθεσης, την οποία προλόγισε ο μαθητής του Δ. Κοκκινίδης.

Η Πέγκυ Ζουμπουλάκη, της οποίας η γκαλερί συνεργάστηκε για τη διοργάνωση της έκθεσης με το ΜΙΕΤ, σημειώνει: «Τα σχέδια λένε μόνα τους όσα ο ίδιος δεν είπε ποτέ. Μιλάνε για έρωτες, φιλίες και συναισθήματα. Είναι οι “προάγγελοι” σημαντικών μεγάλων έργων του, όλες εκείνες οι λεπτές αποχρώσεις, θα έλεγε κανείς, μιας ατέλειωτης σχέσης με τη ζωγραφική και τον έρωτα».

«ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΡΑΛΗΣ - ΣΧΕΔΙΑ 1934 – 1994»
Μέγαρο Εϋνάρδου. Εως 15 Φεβρουαρίου 2009
(Αγίου Κωνσταντίνου 20 – δίπλα στο Εθνικό Θέατρο)
Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης σε συνεργασία με την γκαλερί Ζουμπουλάκη.

16.7.08

Νόα Νόα



Η περιέργεια, η φυγή, η αναζήτηση είναι ένα γνώρισμα που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο από καταβολής κόσμου. Το ανθρώπινο πνεύμα δύσκολα επαναπαύεται στο δεδομένο και το τετριμένο, γι’ αυτό και συνεχώς αναζητά νέους προορισμούς και νέα ταξίδια, απτά ή νοητά.

Το φαινόμενο αυτό απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα κατά τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη της βιομηχανικής επανάστασης, της νεωτερικότητας και της ραγδαίας αστικοποίησης. Περιηγητές έψαχναν για το εξωτικό και το μυστηριακό στις «υπανάπτυκτες» χώρες της ανεξερεύνητης Ανατολής (συγκαταλέγεται και η Ελλάδα ανάμεσα σ’ αυτές), κάποιοι αναζήτησαν τον ξεχασμένο παράδεισο σε μέρη μακρινά κι ανέγγιχτα ακόμη από τη μέγγενη του "κήβδιλου" δυτικού πολιτισμού.

Ανάμεσά τους κι ένας ζωγράφος, ο ζωγράφος της Κυριακής, όπως ήταν γνωστός στους κύκλους του. Επιτυχημένος χρηματιστής ως τα 40 του, οικογενειάρχης με πέντε παιδιά και ζωή τακτοποιημένη, αποφασίζει εν μία νυκτί και χωρίς καμία ειδοποίηση ούτε στους πολύ δικούς του ανθρώπους να εγκαταλείψει την ήσυχη ζωή του και να ακολουθήσει τον μοναχικό δρόμο του καλλιτέχνη…

Το όνομά του: Paul Gaugin

Ο Γκωγκέν, καταπιεσμένος από τον τεχνητό παράδεισο του αστικού περιβάλλοντος, που στράγγιζε βίαια τη φαντασία μέσα από μια μηχανικά επαναλαμβανόμενη ρουτίνα, σύντομα άρχισε να αναζητά τρόπους διαφυγής, που ενισχύθηκαν από τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις από ιεραποστόλους, εμπόρους και περιηγητές μέσα από κείμενα και γκραβούρες, οι οποίες εισέβαλαν από παντού εξάπτοντας τον καλλιτεχνικό κόσμο του Παρισιού εκείνη την εποχή.
Σύντομα οι καθημερινές συμβατικότητες που κάλυπταν τον δρόμο του πεπρωμένου του παραμερίστηκαν για να αποκαλυφτεί το όραμα του ζωγράφου, που από εδώ και στο εξής θα ζούσε μόνο για να ζωγραφίζει, μια απόφαση που πλήρωσε ως το τέλος της ζωής του ακριβά με χρόνια ανέχειας, κακουχιών, απογοήτευσης και κακής υγείας. «Σ’ όλη μου τη ζωή ήμουν καταδικασμένος σε μια διαρκή πτώση» γράφει σ’ ένα γράμμα του ο ίδιος. Παρόλα αυτά ποτέ του δεν μετάνιωσε για αυτή τη στροφή, αφού πίστευε πως η σωτηρία βρίσκεται μόνο στην ακρότητα, πιστεύω που ακολούθησε τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη του.

Η Ταϊτή αποκτά μέσα στο μυαλό του ιδεατή εικόνα και ανυπομονεί να συναντήσει αυτόν τον παράδεισο που κρυβόταν στη μέση του πουθενά. «Μακάρι να ερχόταν και μάλιστα γρήγορα η μέρα που θα μπορούσα να καταφύγω στα δάση ενός νησιού της Ωκεανίας και να ζήσω εκεί μέσα στην έκσταση, τη γαλήνη και την τέχνη… Εκεί, στην Ταϊτή, θα μπορούσα, στη σιγαλιά των όμορφων τροπικών νυχτών ν’ ακούσω τη γλυκιά ψιθυριστή μουσική των χτύπων της καρδιάς μου σε μια ερωτική αρμονία με τα μυστηριώδη πλάσματα του περίγυρου. Εκεί τουλάχιστον, κάτω από έναν ουρανό που δεν γνωρίζει ποτέ χειμώνα, σε μια υπέροχη γόνιμη γη, οι Ταϊτινοί δεν έχουν παρά να σηκώσουν το χέρι τους για να κόψουν την τροφή τους κι έτσι δεν εργάζονται ποτέ.» (Φεβρουάριος 1890).
Κάθε μέρα που περνά πείθεται όλο και περισσότερο πως η Ταϊτή κρατά τα κλειδιά της έμπνευσης. Έναν μήνα μετά αναχωρεί από το Παρίσι και την 1η Ιουνίου αποβιβάζεται στην πρωτεύουσα της Ταϊτής Παπεέτε. Ήταν η πρώτη από πολλές απογοητεύσεις, αφού ο παράδεισος που ονειρευόταν είχε προλάβει να εκφυλιστεί από την αποικιοκρατία… Η πρωτεύουσα, οι άνθρωποι, όλα φάνταζαν στα μάτια του σα μια φτηνή απομίμηση της ευρωπαϊκής κουλτούρας που ήθελε να αποφύγει.

Αποφασίζει να μετοικήσει στο εσωτερικό του νησιού. Εκεί, βρίσκεται για πρώτη φορά κοντά στο όραμά του και εμπνέεται τα περίφημα έργα του από τη ζωή των ιθαγενών.

Οι οικονομικές δυσκολίες και τα προβλήματα υγείας θα τον αναγκάσουν σε πολλές μετακινήσεις, θα επιστρέψει στη Γαλλία και θα ξαναγυρίσει στα τροπικά νησιά κάμποσες φορές, θα πιει το ποτήρι της πίκρας και της απογοήτευσης άλλες τόσες, όμως το όραμά του για την τέχνη του θα παραμείνει αναλλοίωτο ως το τέλος.


Αυτό το οδοιπορικό ψυχής αποφασίζει να το καταγράψει. Το χειρόγραφό του τιτλοφορείται από τον ίδιο Νόα Νόα, που σημαίνει θεσπέσιο άρωμα, αυτό που συνεπήρε τον ζωγράφο όταν σαν προσκυνητής παραδόθηκε στον «απολεσθέντα παράδεισο», παρόλο που η αλήθεια για τον ίδιο παρέμενε πάντα σκληρή…


«Κάθε ημέρα τα πράγματα ήταν καλύτερα για μένα. Τελικά έφτασα στο σημείο να καταλαβαίνω αρκετά καλά τη γλώσσα. Οι γείτονές μου με θεωρούσαν σαν δικό τους. Τα γυμνά μου πόδια έχουν πια συνηθίσει να πατούν το χώμα αφού είναι σε καθημερινή επαφή με τα χαλίκια. Το σχεδόν πάντα γυμνό σώμα μου δε φοβάται πια τον ήλιο. Ο πολιτισμός αρχίζει να φεύγει σιγά – σιγά από πάνω μου κι αρχίζω να σκέφτομαι απλά, να έχω λίγο μόνο μίσος για τον πλησίον μου και λειτουργώ ζωώδικα, ελεύθερα με τη βεβαιότητα ενός αύριο ίδιου με το σήμερα. Γίνομαι ανέμελος, ήσυχος και γεμάτος αγάπη. Έχω ένα φυσικό φίλο που έρχεται κάθε μέρα να με δει. Μια μέρα του εμπιστεύτηκα τα εργαλεία μου και του είπα να δοκιμάσει να φτιάξει ένα γλυπτό. Παιδί… τέτοιος πρέπει να’ σαι για να πιστέψεις ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να είναι κάτι χρήσιμο…» (Π. Γκωγκέν, Νόα Νόα)


Οι περιπέτειές του στον τροπικό παράδεισο, όπως καταγράφτηκαν στα κείμενά του, οι ρηξικέλευθες αποφάσεις του, το συναρπαστικά πρωτόγονο ύφος στην τέχνη του, σύντομα δημιούργησαν τον θρύλο του Γκωγκέν. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν ακούσει για τον χρηματιστή που θυσίασε τα πάντα για να ακολουθήσει το προσωπικό του όραμα, τον ζωγράφο που για χάρη του ο Van Gough έκοψε σε μια στιγμή παράκρουσης τον λοβό του αυτιού του για να τον προσφέρει σε μια πόρνη της Αρλ, όταν οι δύο ζωγράφοι συναντήθηκαν σε μια άκαρπη τελικά συνεργασία μεταξύ τους.


Ο Πωλ Γκωγκέν αρχικά υιοθέτησε την ιμπρεσιονιστική τεχνοτροπία στα έργα του, με τις μικρές πινελιές καθαρού χρώματος προκειμένου να συλλάβει το φευγαλέο και το ατμοσφαιρικό. Σύντομα, όμως, ανακάλυψε ένα προσωπικό στυλ με τις καθαρά περιγραμμένες φόρμες και τα έντονα χρώματα, εισάγοντας την τέχνη στον μετα-ιμπρεσιονισμό και τον φωβισμό.


Η θυελλώδης ζωή του τέλειωσε από μια καρδιακή προσβολή στις 8 Μαΐου 1903.

25.5.08

Καβάφης φέτος...




Καισαρίων



Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω,
την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή
επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.
Οι άφθονοι έπαινοι κ’ η κολακείες
εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,
ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί∙
κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη.
Αν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,
όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές.

Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω
θ’ άφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,
κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος
δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως…

Α, να, ήρθες συ με την αόριστη
γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει
μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.
Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,
που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυσεν
η λάμπα μου – άφισα επίτηδες να σβύνει –
εθάρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες∙ ως θα ήσουν
μες στην κατακτημένην Αλεξάνδρεια,
χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου,
ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν
οι φαύλοι – που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη».

Η αναγόρευση του πρεσβύτερου γιου της Κλεοπάτρας σε Καίσαρα είχε γίνει από τους Αλεξανδρινούς το 34 π.Χ. Μετά όμως την ήττα του Αντωνίου, ο Καίσαρας Οκτάβιος, υιοθετώντας την πεποίθηση των συμβούλων του πως είναι καλύτερα να μην υπάρχουν πολλοί Καίσαρες, αποφασίζει να τον θανατώσει. Ο Καισαρίων εκτελείται σε ηλικία 17 χρονών και η ιστορία τον αφήνει αδικαίωτο. Αυτή την αδικία επιχειρεί να αποκαταστήσει ο Καβάφης, λέγοντας συγκεκριμένα πως αν δεν τον θυμούνται από την ιστορία θα τον θυμούνται από αυτό το ποίημα. Και πράγματι, ποιος θα γνώριζε σήμερα τον Καισαρίωνα, αν δεν είχε μνημονευτεί από τον Καβάφη σ’ αυτό το ποίημα; Ο ποιητής, επομένως, χρησιμοποιεί την τέχνη του ως αντίδοτο κατά της φθοράς, αναγάγοντας την ποίηση σε πράξη ευθύνης.

Σε παράλληλη πορεία γίνεται και μια δεύτερη αποκάλυψη. Ο ποιητής ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας τη διαδικασία. Μας ξεκλειδώνει την πόρτα και μας εισάγει στο εργαστήριο των ποιητών την ώρα που συνομιλούν δια στόματός του με την ίδια την τέχνη της ποίησης. Το ίδιο μήπως δεν έκανε και ο Όμηρος με την επίκλησή του στη μούσα στους πρώτους-πρώτους στίχους των επών του; Παίρνει το ιστορικό παρελθόν και το μεταλλάσει σε ποιητικό παρόν, όπως και τόσοι προγενέστεροι και σύγχρονοί του ποιητές, διατηρώντας ζωντανό τον αέναο διάλογο ανάμεσά τους και αυτών με την τέχνη τους. Η ποίηση γίνεται έτσι κοινός τόπος, όχι μόνο για τους μυημένους στην τέχνη της, αλλά για όλους τους ανθρώπους που ψάχνουν ουρανό.


Ο Καισαρείων είναι το ποίημα που έπεσε φέτος στο μάθημα της λογοτεχνίας στις πανελλήνιες.