Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Στην Αίγινα και πάλι

Σεπτέμβρης για την Αίγινα σημαίνει γιορτή του φυστικιού, έτσι, με τις κολλητές μου (η οικογένεια έμεινε στο σπίτι αυτή τη φορά) κάναμε την καθιερωμένη πλέον μίνι ημερήσια εκδρομούλα στο αγαπημένο νησί ένεκα του φεστιβάλ.
Το καραβάκι της γραμμής έφυγε στην ώρα του στις οκτώ το πρωί της Κυριακής. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, η θάλασσα καλοτάξιδη και μία ώρα και κάτι αργότερα βρισκόμασταν στο όμορφο νησί του Σαρωνικού.


Μαθημένες από την περσινή μας επίσκεψη στο νησί, κατευθυνθήκαμε ωσάν ντόπιες στην αφετηρία των λεωφορείων, αφού πρωταρχική μας υπόθεση ήταν το προσκύνημα στον Άγιο.
Ο νεόδμητος μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Νεκταρίου είναι χτισμένος δίπλα στο μοναστήρι με την παλαιότερη εκκλησία. Ο εσωτερικός διάκοσμος είναι ακόμα ημιτελής. Η λειτουργία έγινε υπό το φως των κεριών και εν μέσω σκαλωσιών, αφού το πετύχαμε στη φάση της εικονογράφησης του τρούλου.



Με το τέλος της λειτουργίας ανηφορήσαμε προς το μοναστήρι, το οποίο ήταν πνιγμένο στο πράσινο. Μέσα σε λίγα λεπτά όλοι οι χώροι του γέμισαν από τους πιστούς που ήρθαν να προσκυνήσουν και να επισκεφτούν τον χώρο.



Το μικρό εκκλησάκι που στεγάζει τον ιερό τάφο του Αγίου Νεκταρίου εφάπτεται στο πεύκο στη σκιά του οποίου συνήθιζε να πίνει το καφεδάκι του τα ζεστά απογεύματα του θέρους. Κάποιοι πιστεύουν ότι αν ακουμπήσεις το αυτί σου στον μαρμάρινο τάφο και αφουγκραστείς θα ακούσεις τον ήχο από το μπαστουνάκι του να χτυπάει ακόμα.



Στην πίσω πλευρά της μικρής εκκλησίας βρίσκεται το κατάλυμμα του Αγίου Νεκταρίου, ένα μικρό οίκημα που διατηρεί άθικτη την διακόσμησή του όπως τότε. Το σαλονάκι του με τα παλιά ξύλινα έπιπλα και τις φθαρμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τους προγόνους του στους τοίχους, η βιβλιοθήκη με τα παλαιά δερματόδετα βιβλία του



Στο βάθος, ένα δεύτερο δωμάτιο, ο προσωπικός του χώρος με την κλίνη και τα προσωπικά του αντικείμενα τοποθετημένα μέσα σε μια παμπάλαιη ξύλινη βιτρίνα στα πόδια του κρεβατιού, η πένα του, τα παντοφλάκια του, η κούπα του, η χτένα, εικόνες κτλ.



Εδώ λεπτομέρεια από τη βιβλιοθήκη του που θαύμαζα για ώρα



Βγήκαμε συγκινημένοι από εκεί - πάντα συγκινούμαι όταν βλέπω από κοντά τον προσωπικό χώρο ή τα αντικείμενα από πρόσωπα του πνεύματος κυρίως, αλλά και γενικά επιφανών ανθρώπων που άφησαν το στίγμα τους στην ανθρωπότητα - και κατευθυνθήκαμε προς ένα δεύτερο μικρό παρεκκλήσι στο οποίο υπήρχε η τιάρα που φορούσε ως αρχιεπίσκοπος. Η οροφή του παρεκκλησιού γεμάτη καντηλέρια και οι εικόνες αριστερά και δεξιά του στενού κλίτους ήταν σχεδόν καλυμμένες από τάματα.



Όταν επιστρέψαμε στην πόλη της Αίγινας είχε πλέον μεσημεριάσει. Όπως διαπιστώσαμε λίγο αργότερα, μάλλον είχαμε πέσει πάνω σε ημέρα αθλητικών εκδηλώσεων. Η θάλασσα είχε γεμίσει από ιστιοφόρα λόγω αγώνων. Έβγαλα μερικές φωτογραφίες από το όμορφο θέαμα των λευκών πανιών να φάνταζαν ως κάτασπρα σύννεφα αναμεσίς ουρανού και θάλασσας.



Τα διάσημα ιππήλατα αμαξάκια με τα πλουμιστά πολύχρωμα στολίδια σε άμαξες και άλογα έτοιμα στοιχισμένα στη σειρά να περιμένουν τους επισκέπτες που θα προτιμήσουν αυτόν τον παραδοσιακό τρόπο προκειμένου να γνωρίσουν τις ομορφιές του νησιού.



Τα κιόσκια με τους φυστικοπαραγωγούς είχαν ανοίξει διανύοντας την τρίτη και τελευταία μέρα του 4ου ετήσιου φεστιβάλ φυστικιού που προσελκύει κόσμο από πολλές μεριές της Ελλάδας, Έλληνες και ξένους.



Μια μεγάλη ποικιλία παρασκευασμάτων με βάση το βασικό προϊόν που βγάζει το νησί, το περίφημο φυστίκι Αιγίνης, από λικέρ και γλυκά του κουταλιού, μέχρι φλωρεντίνες, σοκολατάκια, παγωτά, σιροπιαστά και ό,τι άλλο μπορούσες να φανταστείς, αλλά και ατόφιος ο καρπός, άλλοτε ωμός όπως είχε μαζευτεί από το δέντρο και άλλοτε ψημμένος ή ελαφρά αρωματισμένος με λεμόνι στόλιζαν με τις όμορφες συσκευασίες τα περίπτερα δημιουργώντας ένα χαρούμενο αισθητικό αποτέλεσμα.



Το 4ο φεστιβάλ φυστικού της Αίγινας έφτανε για μία ακόμα χρονιά στο τέλος του έχοντας στεφθεί με απόλυτη επιτυχία.



Οι επισκέπτες είχαν την ευκαιρία να δουν, να αγοράσουν, να θαυμάσουν
και όλα αυτά εν μέσω συνεχών αθλητικών δραστηριοτήτων πανσαρωνικού βεληνεκούς, αφού συμμετείχαν αθλητές από όλα τα νησιά του Σαρωνικού. Μεταξύ των αθλητικών εκδηλώσεων και ο 4ος ημι-μαραθώνιος Αίγινας, μια διοργάνωση με συμμετέχοντες κάθε ηλικίας.
Εδώ συμμετάσχοντες προετοιμάζονται για τους αγώνες ποδηλασίας.



Και ένα πορτρέτο μιας νεαρής βραβευθείσας, το όνομα της οποίας δυστυχώς δεν κατάφερα να συγκρατήσω.



Οι περισσότεροι συμμετάσχοντες θα αναχωρούσαν νωρίς το απόγευμα με το ίδιο καράβι που θα παίρναμε κι εμείς.



Μέχρι να φτάσει η ώρα της αναχώρησης σεργιανίσαμε στα σοκάκια της πόλης με τα υπέροχα νεοκλασικά των αρχών του 19ου αιώνα



Λεπτομέρειες που έδειχναν πόσο μακρυά βρισκόμαστε από εκείνη την εποχή, τεχνολογικά, αισθητικά, ανθρώπινα..



Με αυτή τη γάτα έκανα πολύ χάζι. Λιαζόταν νωχελικά στο περβάζι ενός μαντρότοιχου την ώρα που περνούσα από δίπλα της κι όταν έπιασα τη φωτογραφική μηχανή για να την αποθανατίσω, εκείνη αντί να τρομάξει ή να φύγει άρχισε να μου γουργουρίζει και να μου τεντώνεται, γυρνώντας πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη, έπαιρνε στάσεις, πόζες και ήταν τόσο χαλαρή και ψύχραιμη, λες και ήταν επαγγελματίας μοντέλο! Γεια σου όμορφη γατούλα της Αίγινας!



Παλαιοπωλείον "Καλορίζικο", εμπνευσμένος ο τίτλος, αν και φτωχική η πραμάτεια του.



Η σεφ την ώρα του διαλείμματος. Με τόσο υπέροχες νοστιμιές που μας προσέφερε νομίζω ότι το δικαιούται να κάνει μια ανάπαυλα πριν αρχίσουν να ετοιμάζονται τα βραδυνά πιάτα του καταστήματος.



Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε μέσα σε κους κους, γέλια και χαρούμενη διάθεση. Χαλαρώσαμε, ξεκουραστήκαμε και ξεγνοιάσαμε για λίγες ώρες από τα καθημερινά μας καθήκοντα, σα μαθητούδια σε σχολική εκδρομή. Το καράβι μας περίμενε δεμένο στην προβλήτα του λιμανιού. Σε μια ώρα και κάτι θα έδενε πίσω, στο λιμάνι του Πειραιά, όπου η καθεμιά θα έπαιρνε τον δρόμο προς το σπίτι της. Πρωτού χωρίσουμε αποφασίσαμε να το κάνουμε θεσμό και κάθε χρόνο τέτοια μέρα να ξέρουμε ότι θα μας βρει, πρώτα ο Θεός, καλά και μαζί στο καράβι που θα μας πάει, όπως πέρσι, όπως και φέτος, στην Αίγινα και πάλι.




Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Attraversiamo


'Οι σκέψεις μου γυρίζουν σε κάτι που διάβασα παλιά, κάτι που πιστεύουν οι Βουδιστές Ζεν. Λένε πως μια βελανιδιά δημιουργείται από δύο δυνάμεις ταυτόχρονα. Προφανώς, υπάρχει το βελανίδι, ο σπόρος απ' όπου αρχίζουν όλα, συγκεντρώνει όλες τις υποσχέσεις και δυνατότητες και γίνεται δέντρο. Αυτό το καταλαβαίνουν όλοι. Λίγοι όμως αναγνωρίζουν πως εδώ λειτουργεί και μια άλλη δύναμη, το ίδιο το μελλοντικό δέντρο που θέλει τόσο απεγνωσμένα να υπάρξει, ώστε προκαλεί τη γέννηση του βελανιδιού, ανασύρει με λαχτάρα το φιντάνι από το κενό και οδηγεί την εξέλιξη από το μηδέν στην ωριμότητα. Από την πλευρά αυτή, λένε οι Βουδιστές Ζεν, η ίδια η βελανιδιά δημιουργεί το βελανίδι από το οποίο γεννήθηκε.

Σκέφτομαι τη γυναίκα που είμαι τώρα τελευταία, τη ζωή που ζω τώρα, το πόσο πολύ ήθελα ανέκαθεν να είμαι αυτό το πρόσωπο και να κάνω αυτή τη ζωή, απελευθερωμένη από τη φάρσα της υποκρισίας ότι είμαι κάτι άλλο από τον εαυτό μου. Σκέφτομαι όλα όσα πέρασα μέχρι να φτάσω εδώ κι αναρωτιέμαι αν ήμουν εγώ - εννοώ ο ευτυχισμένος και ισορροπημένος εαυτός μου που τώρα λαγοκοιμάται στο κατάστρωμα ενός μικρού ινδονησιακού ψαροκάικου - που έφερα στην επιφάνεια τον άλλο, νεότερο, πιο μπερδεμένο και πιο μαχητικό εαυτό μου όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια. Ο νεότερος εαυτός μου ήταν το γεμάτο δυνατότητες βελανίδι, αλλά ήταν ο παλιός εαυτός μου, η ήδη υπάρχουσα βελανιδιά αυτός που έλεγε συνεχώς: "Ναι, μεγάλωσε! Άλλαξε! Εξελίξου! Έλα να με βρεις εδώ όπου υπάρχω ήδη πλήρης και ώριμη!" [...]

Το μικρό ψαροκάικο αγκυροβολεί στα ανοιχτά του Τζίλι Μένο. Σ' αυτό το νησί δεν υπάρχουν προβλήτες. Πρέπει να σηκώσουμε τα παντελόνια μας, να πηδήξουμε από το καΐκι και να τσαλαβουτήξουμε μόνοι μας στα ρηχά. Αυτό αποκλείεται να συμβεί χωρίς να γίνουμε εντελώς μούσκεμα ή έστω να χτυπήσουμε πάνω σε κανένα κοράλι, αλλά αξίζει τον κόπο γιατί εδώ η αμμουδιά είναι τόσο όμορφη και ξεχωριστή. Έτσι, ο εραστής μου κι εγώ βγάζουμε τα παπούτσια μας, φορτωνόμαστε τους μικρούς μπόγους με τα υπάρχοντά μας πάνω στο κεφάλι κι ετοιμαζόμαστε να πηδήξουμε μαζί από το καΐκι στη θάλασσα.

Είναι ξέρετε αστείο. Η μόνη ρομαντική γλώσσα που τυχαίνει να μη μιλάει ο Φελίπε είναι τα ιταλικά. Εγώ όμως προχωρώ και, παρ' όλα αυτά, του το λέω καθώς ετοιμαζόμαστε να πηδήξουμε.
"Attraversiamo".
Ας περάσουμε απέναντι.'


~ Elisabeth Gilbert, Eat, Pray, Love


Το απόσπασμα είναι από το υπέροχο, όπως αποδείχτηκε, μυθιστόρημα της Ελίζαμπεθ Γκίλμπερτ 'Eat, Pray, Love', ένας ύμνος στη γυναικεία ψυχοσύνθεση μέσα από τη ματιά μιας τριανταπεντάχρονης Νεοϋορκέζας που, ενώ τα είχε όλα, διαπίστωσε πως κάπου στην πορεία είχε απωλέσει τον εαυτό της. Τον οποίο και ξαναβρήκε βέβαια, μέσα από ένα τριπλό ταξίδι σε Ιταλία, Ινδία και Μπαλί, αλλά και ένα παράλληλο εσωτερικό ταξίδι διαλογισμού προς αναζήτηση της αλήθειας και της πολυπόθητης ισορροπίας.
Όσες επιφυλάξεις είχα για την υπεροπτική, όπως μου φάνηκε αρχικά, ματιά και γραφή της συγγραφέως, αποσύρρονται πανηγυρικά. Το βιβλίο ήταν εξαιρετικό, η γραφή γρήγορη και παραστατική, οι πληροφορίες πάνω στις ανατολικές φιλοσοφίες πολύ ενδιαφέρουσες και η παγκόσμια αναγνώρισή του (ειδικά μετά τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη) αναμενόμενη και δίκαιη.

Η φωτό είναι από την επιστροφή μας από τη Ναύπακτο, επί της Γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου.



Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Σεπτέμβρης


Γκρίζα μαυρίσαν σύννεφα στου θόλου τα θεμέλια
και δε μ' αφήνουν πίσω τους να δω τι πορφυρίζει
να δω τον ήλιο δε μπορώ σα μου γελά σιμά μου
που' γινε η θλίψη ήλιος μου και χιόνι η χαρά μου.


Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Paris je t' aime

Αν μπορούσε να επιλέξει έναν οποιονδήποτε τόπο διαμονής στον κόσμο αυτός θα ήταν το δίχως άλλο το Παρίσι. Για αυτή της την αγάπη είχε την απόλυτη πεποίθηση πως σε κάποια προηγούμενη ζωή δεν μπορούσε παρά μόνο να είχε ζήσει στην πόλη του φωτός και των τεχνών. Στην πόλη του έρωτα. Όπως ήξερε και πως θα έδινε τα πάντα χωρίς κανέναν δισταγμό να μπορούσε να δραπέτευε από την τρέχουσα ζωή της της ανελέητης καθημερινότητας, και να χανόταν μέσα στα φώτα της χλιδής, της λάμψης και των ηδονών. Σαν τη Νανά, την πανέμορφη ηρωίδα του Ζολά που είχε όλο το Παρίσι στρωμένο μπροστά στα καλλίγραμμα πόδια της.

Όμως εκείνη δε την έλεγαν Νανά, αλλά Αθηνά και δεν ζούσε στην πόλη του φωτός, αλλά σε μια μικρή επαρχιακή πόλη στις παρυφές της πολιτισμένης Ευρώπης, όπου οι πάντες γνώριζαν τα πάντα για τους πάντες και τίποτε το συνταρακτικό δε συνέβαινε ποτέ που να μπορούσε να ταρακουνήσει τα λιμνάζοντα νερά, όπως διακαώς επιθυμούσε. Σα να μη της έφταναν αυτά, η τύχη της τα είχε φέρει έτσι ώστε να παντρευτεί - κατά γονεϊκή προτροπή - τον πιο βαρετό και συντηρητικό άντρα αυτής της μικρής επαρχιακής πόλης - κατά την ίδια -, που μία την ανέβαζε στους επτά ουρανούς με την ασφάλεια και σταθερότητα του χαρακτήρα του και δέκα την έστελνε στα μαύρα τάρταρα της απελπισίας, εξαιτίας της εξωφρενικής για τα μέτρα της επικοινωνιακής ατροφίας του. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν να βρίσκεται σε μια μόνιμη φάση εκνευρισμού που πολλές φορές έφτανε στα όρια της υστερίας ως απόρροια της αναισθησίας που τον έδερνε και της συνεπακόλουθης ασυνεννοησίας μεταξύ τους, αφού έδειχνε πως, παρά την πηγαία αγάπη του για κείνη και την οικογένειά τους, του ήταν αδύνατο να συνδεθεί συγκινησιακά με οτιδήποτε υπήρχε ή συνέβαινε γύρω του, βγάζοντάς την κάθε τόσο από τα ρούχα της και κάνοντάς την να εύχεται να μπει επιτέλους ένα τέλος σ' αυτό το αβάσταχτο καθημερινό της μαρτύριο.


Αυτή η διάθεση απόγνωσης ήταν μια μόνιμη κατάσταση που τη συνόδευε σχεδόν από την αρχή του γάμου της, τις τελευταίες μέρες, ωστόσο, φαινόταν σαν κάτι πως πήγαινε να αλλάξει. Διαπίστωνε πως όλες οι ευχές και οι σκέψεις της για μια καλύτερη ζωή όχι μόνο την είχαν κουράσει, αλλά έδειχναν να φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιθυμούσε. Την έκαναν να αισθάνεται ακόμα χειρότερα για τη ζωή της και αυτό την εξόντωνε, αφού τη γέμιζε οργή και θυμό σε ποσότητες που δεν άντεχε άλλο.

Έτσι, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Αντί να κάθεται νυχθημερόν να καταριέται την κακορίζικη μοίρα της θα έπαιρνε το παιχνίδι στα χέρια της. Θα έριχνε γροθιά στο σπαθί. Η κατάσταση είχε φτάσει στο ως εδώ και μη παρέκει. Αν δεν άλλαζε εκείνος, θα άλλαζε η ίδια, και από μια παραδομένη στη μοίρα της καθωσπρέπει μεσοαστή κυρία του κυρίου, θα γινόταν κάτι άλλο. Κάτι μεγάλο και σημαντικό. Και τόσο, μα τόσο απελευθερωτικό. Θα γινόταν ο εαυτός της. Θα τον ανακάλυπτε και θα τον ξανάχτιζε από την αρχή, πετραδάκι-πετραδάκι, αναζητώντας για αρχή το σημείο μηδέν, το σημείο δηλαδή εκείνο που είχε ξεκινήσει να απορροφάται από τις ζωές των μελών της οικογένειάς της με όλα τους τα προβλήματα, που λειτουργούσαν απέναντί της ως ηλεκτρική σκούπα εξαφανίζοντάς την ως προσωπικότητα όπως εξαφανιζόταν η σκόνη από τα έπιπλα του σαλονιού της στο πέρασμα του ξεσκονόπανου. Θα γινόταν ο εαυτός της, πετώντας οτιδήποτε άχρηστο, ενοχλητικό ή δυσάρεστο που της είχε φορτωθεί χωρίς να ρωτηθεί στον κάλαθο των αχρήστων κάνοντας χώρο για τη νέα της αναγεννημένη εκδοχή.

Όσο το σκεφτόταν τόσο το έβλεπε ως τη μόνη λύση στην αποκαρδιωτική κατάστασή της. Χρειαζόταν να αναθεωρήσει τα πάντα, ό,τι την όριζε ως άνθρωπο, τη φιλοσοφία της, τις αντιδράσεις της, τον τρόπο που σκεφτόταν και ενεργούσε, τον τρόπο που ντυνόταν, που μιλούσε, που γελούσε, τον τρόπο που φερόταν στους άλλους, τα πάντα που δε συμβάδιζαν με αυτό που ήταν στην πραγματικότητα. Γιατί η Αθηνά μέσα της δεν ήταν καθόλου συμβατική, παρά τα φαινόμενα. Ήταν επαναστάτρια. Και είχε έρθει η ώρα να δράσει. Ή τώρα θα ήταν ή ποτέ, δεν χωρούσε αμφιβολία ούτε και αναβολή. Η αντίστροφη μέτρηση είχε πλέον αρχίσει και έπρεπε να δράσει τώρα, πριν θαφτεί εντελώς μέσα στο λάκκο που μόνη της έσκαβε ατέλειωτα χρόνια μαζοχιστικά με τα ίδια της τα νύχια.

 Παρόλο που όλες αυτές οι εκ βάθρων αλλαγές έδειχναν προκλήσεις ανυπέρβλητες, και μόνο στην σκέψη των προοπτικών μιας τέτοιας ριζικής μεταμόρφωσης πλημμύρισε από ένα αναπάντεχο κύμα ευτυχίας, κάτι που είχε να συμβεί πολύ καιρό. Μπήκε στο μπάνιο, έκλεισε πίσω της την πόρτα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αχ.. απορούσε τι σκεφτόταν όταν διοχέτευε σαν υπνωτισμένη όλες τις στενοχώριες της μέσα στα φανταχτερά περιτυλίγματα ολέθριων για τη σιλουέτα της γευστικών πειρασμών, λες και αυτά θα της έδιναν πίσω τη χαμένη της ευτυχία και δικαίωση...

Παρατήρησε προσεχτικά και με γενναιότητα κάθε της ατέλεια, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν πόσα χρόνια τώρα είχε αφήσει τον εαυτό της έρμαιο του χρόνου και της εγκατάλειψης. Ανέβηκε στη ζυγαριά. Να πάρει, πώς ανέβηκε τόσο πολύ ο δείκτης; Πότε έγινε αυτό; Πού ήταν εκείνη; Την έσπρωξε ξανά πίσω στη θέση της κάτω από το ντουλάπι της τουαλέτας. Ήταν πολύ θυμωμένη με τον εαυτό της. Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη και πάλι. Τον κοίταξε κατάματα. Αυστηρά. Επικριτικά. Αυτό ήταν. Ήξερε ότι δεν οφελούσε να κλαίει πάνω από το χυμένο γάλα. Θα έκανε πράξη αυτό που της υπόσχονταν καθημερινά οι εκπρόσωποι της πολιτικής του τόπου της μέσα από τα κανάλια της τηλεόρασης: μια νέα αρχή. Μόνο που εκείνη θα το εννοούσε. Για τη σωτηρία της ψυχής της. Και των γύρω της. Γιατί η μητέρα της της είχε δηλώσει κάποτε σε μια στιγμή απελπισίας της ότι δεν θα τη γεννούσε δυο φορές.

Αν λοιπόν δεν μπορούσε να πάει στο λατρεμένο της Παρίσι, θα έφερνε το Παρίσι σε εκείνη. Κι αν η μοίρα δεν της είχε φέρει στο κατώφλι της τον ακαταμάχητο σύντροφο με την ακαταμάχητη προσωπικότητα και την ακαταμάχητη γοητεία, θα τα έβρισκε όλα μέσα στον κύριο Μυστήριο (όπως της άρεσε να τον αποκαλεί ως αυθυποβολή για να μπορεί να αντισταθμίζει αυτή τη βασική για κείνη έλλειψη από τα συστατικά της ζωής της). Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι κάπου εκεί μέσα βρίσκονταν όλα, μόνο που βρίσκονταν κοιμισμένα, περιμένοντας απλά την ευκαιρία να αναδυθούν. Και την ευκαιρία θα τη δημιουργούσε η ίδια. Θα το έβαζε σκοπό να τα ανακαλύψει και να τα βγάλει στην επιφάνεια, έστω και με το ζόρι. Το νερό έτρεχε καυτό πάνω στο γυμνό της κορμί παρασύροντας κάθε κόμπο άγχους και υπαρξιακής αγωνίας από πάνω της. Το τοπίο είχε επιτέλους ξεκαθαρίσει. Αισθανόταν τον ερωτισμό της να θεριεύει. Κράτησε την αίσθηση μέχρι το επικείμενο βράδυ, όπου κάπου λίγο πριν ξημερώματα δεν του άφησε κανένα περιθώριο να αντισταθεί στις προθέσεις της.

Για μεγάλη της έκπληξη ο κύριος Μυστήριος ανταποκρίθηκε με ιδιαίτερα μεγάλη προθυμία σε αυτή την αντιστροφή των όρων. Από ένα παιχνίδι του μυαλού η Αθηνά είχε κατορθώσει να ξυπνήσει την ερωτική τους ζωή και πάλι. Και πόσο χαιρόταν την αίσθηση που της έδινε το γεγονός ότι το μήνυμα που του είχε στείλει, πως εκείνος ήταν για εκείνο το βράδυ το αντικείμενο ηδονής, είχε περάσει απέναντι, φτάνοντας, όπως διαπίστωνε προς μεγάλη της ικανοποίηση, στον αποδέκτη του με απόλυτη επιτυχία.
"Λέγε με Νανά" του είχε ψυθιρίσει στο αυτί. "Ό,τι θες εσύ, Νανά μου, ό,τι θες εσύ.." της απάντησε έχοντας παραδοθεί ψυχή τε και σώματι στον νέο της αναγεννημένο εαυτό. Χαμογέλασε φιλάρεσκα. Ω, ναι, η εξουσία της πήγαινε πολύ.
 


Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Ολιγοήμερη απόδραση (Μέρος γ')

Τη Ναύπακτο τη θυμάμαι σαν ξεθωριασμένη καρτ-ποστάλ που φτάνει πίσω, στα παιδικά μου χρόνια. Θα ήμουν κάπου στην ηλικία του μικρού μου γιου όταν πήγαμε εκεί προσκεκλημένοι από φίλους των γονιών μου που κατάγονταν από κάποιο χωριό της ορεινής Ναυπακτίας. Θυμάμαι πόσο απότομος και επικίνδυνος ήταν ο δρόμος ως εκεί και πόση αντίθεση είχε από την ήρεμη πόλη της Ναυπάκτου που μόλις είχαμε περάσει, αφού ακριβώς δίπλα του και σε κάθε κακοτράχαλη στροφή του στενού δρόμου που έφτανε ως τα απομακρυσμένα χωριά εμφανίζονταν απειλητικές χαράδρες και φαράγγια που σου έκοβαν τα πόδια από την τρομάρα.

Θυμάμαι πόσο είχα φοβηθεί από αυτό το ταξίδι, τόσο μάλιστα που σχεδόν δεν απόλαυσα καθόλου την επίσκεψή μας στο καταπράσινο και πανέμορφο χωριό των γνωστών μας, αφού το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι στην επιστροφή για την Αθήνα θα έπρεπε να περάσουμε ξανά από αυτή τη διαδρομή του τρόμου.

Δεν είχα ξαναπάει από τότε, ο δε σύζυγος δεν είχε τύχει να περάσει ποτέ από εκεί. Όταν λοιπόν αποφασίστηκε να περάσουμε εκεί το υπόλοιπο των διακοπών μας όλες οι εικόνες και τα συναισθήματα του παρελθόντος ξύπνησαν και πάλι. Φανταστείτε λοιπόν πόση αγαλλίαση μου έφερε αυτή η πρώτη εικόνα που αντικρύσαμε με το που φτάσαμε στον προορισμό μας, με το ερωτευμένο ζευγάρι ξαπλωμένο στην αμμουδιά να χαίρεται σε αυτό το ειδυλλιακό τοπίο τον έρωτά του.



Η Ναύπακτος δεν έμοιαζε σε τίποτα από την εικόνα που περίμενα να δω. Μια πόλη ήμερη, ήσυχη και ευρύχωρη, με καλοστρωμένους φαρδείς δρόμους που σκιάζονταν καθ' όλο το μήκος τους από πλατύφυλλα πλατάνια, στις ρίζες των οποίων ξεχύλιζε άφθονο το νερό που ερχόταν από τα γύρω βουνά για να καταλήξουν στη θάλασσα.



Χτισμένη ανάμεσα στο Αντίρριο και τις εκβολές του ποταμού Μόρνου η Ναύπακτος αποτελεί μια από τις αρχαιότερες πόλεις του ελλαδικού χώρου. Πολλά μπορείς να μάθεις από την ετυμολογία ενός τόπου, η Ναύπακτος λοιπόν, προερχόμενη από τη σύζευξη των αρχαιοελληνικών λέξεων ναυς=πλοίο + πήγνυμι=κατασκευάζω, δείχνει τον χαρακτήρα της πόλης κατά τους αρχαίους χρόνους, αφού χρησίμευε ως σταθμός για τους Δωριείς για να κατασκευάσουν τα πρώτα υποτυπώδη πλοιάριά τους.



Πολλές παραδοσιακές γωνιές, προσεγμένα σπίτια, όμορφες λεπτομέρειες που μαρτυρούν το πόσο και οι ίδιοι οι κάτοικοι της Ναυπάκτου δείχνουν να αγαπούν τον τόπο τους και να φροντίζουν γι' αυτόν.



Εντύπωση έκαναν οι αμέτρητες παιδικές χαρές τόσο στο εσωτερικό της πόλης όσο, κυρίως, πάνω στην παραλία. Κάθε πενήντα μέτρα κάτι θα υπήρχε για τα παιδιά, είτε κούνια, είτε τραμπάλες ή τσουλήθρες, που γέμιζαν από πιτσιρίκια όλες τις ώρες της ημέρας ως αργά τη νύχτα.



Ο κόσμος λειτουργούσε σε χαλαρούς ρυθμούς απολαμβάνοντας την κάθε ώρα της ημέρας που περνούσε αξιοποιώντας κάθε γωνιά της πόλης, η οποία προσέφερε κι αυτή με τη σειρά της τόσα ερεθίσματα για ντόπιους και επισκέπτες που δεν άφηναν καμία ηλικία να βαρεθεί.



Με το που άρχισε να γέρνει ο ήλιος, εκατοντάδες τραπεζάκια, όλα έτοιμα στρωμένα με τα γυαλισμένα σερβίτσια τους προσεχτικά στοιχισμένα πάνω στα υφασμάτινα τραπεζομάντιλα έπαιρναν τη θέση τους δίπλα στο κύμα έτοιμα να υποδεχτούν τους βραδυνούς περιπατητές.



Φωταγωγημένα σιντριβάνια και υπαίθριες εκθέσεις βιβλίου, τα φώτα της πόλης να λαμπιρίζουν τρεμοπαίζοντας σε πολύχρωμες αντανακλάσεις πάνω στα ήρεμα νερά του Κορινθιακού, στο βάθος η Γέφυρα φωτισμένη με τα γαλάζια λαμπιόνια της και το ολόγιομο φεγγάρι να παίζει κρυφτό ανάμεσα στις φυλλωσιές, όλα έφτιαχναν ένα μαγευτικό σκηνικό που δεν άφηνε καμία αίσθηση ανεπηρέαστη.



Το νεόδμητο ξενοδοχείο που θα μας φιλοξενούσε βρισκόταν στο ξεκίνημα του κεντρικού δρόμου περιπάτου της πόλης, που ήταν και το μόνο εμπόδιο που το χώριζε από τη θάλασσα. Μας τράβηξαν την προσοχή τα παλ χρώματα που επέλεξαν οι ιδιοκτήτες για την πρόσοψη, διαφορετικά για κάθε όροφο. Δείτε τι όμορφα που είχαν διακοσμήσει το σαλόνι υποδοχής που έδειχνε αριστοκρατικό και φιλόξενο συνάμα. Λίγο πιο μέσα βρισκόταν η τραπεζαρία που περιστοιχιζόταν από γωνιές υψηλού αισθητικού κάλλους με ξεχωριστό για την κάθε μία εικαστικό θέμα. Τα δωμάτια και αυτά σε τολμηρούς χρωματικούς συνδυασμούς και με όμορφη θέα προς το κάστρο μας επιφύλασσαν μια πολύ ευχάριστη και άνετη διαμονή.



Την επομένη σκαρφαλώσαμε στο περίφημο κάστρο της πόλης, ένα οχυρό που η ιστορία του ξεκινά από τα χρόνια της Αρχαιότητας, αλλά που αναστηλώθηκε πλήρως μόνο κατά τα βυζαντινά χρόνια από τον Ιουστινιανό, όταν η πόλη άρχισε να λειτουργεί ως ενδιάμεσος σταθμός για τους Ευρωπαίους που ήθελαν να ταξιδέψουν ως την Κωνσταντινούπολη ή, αντίστροφα, από την Κωνσταντινούπολη προς την Ιταλία.



Ο οχυρωματικός χαρακτήρας του διαμορφώνεται από μία σειρά αμυντικών έργων που ακολουθούν σε τρία επίπεδα την κλίση του εδάφους ξεκινώντας από το κάστρο στην κορυφή του λόφου και καταλήγοντας στο πεδινό τμήμα με τους δύο βραχίονες που αγκαλιάζουν το μικρό λιμάνι της πόλης.
Σε αυτή την πινακίδα που βρισκόταν στην είσοδο του Κάστρου μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα. Δεξιά, λεπτομέρεια από μαρμάρινα μοτίβα στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας που έχει χτιστεί σε ένα σημείο εντός του οχυρού, προδίδει την παλαιότητα του χώρου.



Ένα από τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με την περιοχή είναι η ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571, η οποία αποτέλεσε ορόσημο για την ιστορία της Ευρώπης, αφού χάρη στη νίκη εναντίον των Τούρκων, αναχαιτίστηκε η απειλητική για την Ευρώπη τουρκική ναυτική δύναμη.



Το κάστρο διατηρείται σε άριστη κατάσταση και δέχεται πολλούς επισκέπτες, Έλληνες και ξένους, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Πέρα από την ιστορική του σημασία, η θέα προς τον Κορινθιακό κόλπο με τη Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου να δεσπόζει στον ορίζοντα οροθετώντας το νέο πλέον εικαστικό σκηνικό της πόλης, είναι απλά μοναδική.



Η σύντομη απόδρασή μας στο δυτικό τμήμα της Στερεάς Ελλάδας ξεκίνησε αυθόρμητα και χωρίς κανέναν ιδιαίτερο προγραμματισμό. Ο δρόμος μας φύλαγε όλες τις εκπλήξεις και μας αποζημείωσε για αυτή μας την επιλογή. Βλέπετε, όταν κάπου-κάπου αφήνεσαι να έρθουν σε σένα οι εικόνες και οι εμπειρίες αντί να τις κυνηγήσεις εσύ, όπως συμβαίνει συνήθως, τότε η συγκίνηση πολλαπλασιάζεται.

Με αυτή τη σκέψη κλείνω το οδοιπορικό Αθήνα - Ναύπακτος. Ελπίζω να μη σας κούρασα πολύ με το τριπλό σήκουελ, όμως ήταν αδύνατο να χωρέσουν τόσες ομορφιές μέσα σε μία ανάρτηση.


Από μένα και τον ηθικό αυτουργό που τα έκανε όλα αυτά πραγματικότητα


Πολλά - πολλά φιλιά!



ΤΕΛΟΣ


Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Ολιγοήμερη απόδραση (Μέρος β')

Αφήσαμε πίσω μας τη Λιβαδειά γεμάτοι από υπέροχες εικόνες και ξαναπήραμε τον δρόμο προς τα δυτικά. Δεν είχαμε ακόμα κατασταλλάξει ως προς το θέμα του δρομολογίου, το οποίο ωστόσο περνούσε μέσα από την Αράχωβα, που θα ήταν η επόμενη στάση μας.


Η Αράχωβα είναι μια ορεινή κωμόπολη του νομού Βοιωτίας που αποτελεί έναν ιδιαιτέρως δημοφιλή προορισμό για τους Αθηναίους, κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες που σφίζει από ζωή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως είναι χτισμένη σε υψόμετρο 968 μέτρων, έτσι, το χιονοδρομικό της κέντρο (το οποίο πρόσφατα επεκτάθηκε και ανακαινίστηκε) έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα χιόνι κατάλληλο για σκι, snowboard και λοιπές χειμερινές αθλητικές δραστηριότητες. Οι πλαγιές του Παρνασσού είναι γεμάτες από σαλέ θυμίζοντας κάτι από ελβετικές Άλπεις, τα οποία γεμίζουν κάθε χρόνο από διασημότητες και μη, ιδιαιτέρως νεώτερων ηλικιών. Δεν είναι τυχαίο που η Αράχωβα είναι γενικώς γνωστή και ως η 'Μύκονος του χειμώνα'.



Εμείς, ωστόσο, δεν πήγαμε στο δημοφιλές θέρετρο μέσα στην καρδιά του χειμώνα κι έτσι μπορέσαμε να την απολαύσουμε στις ήσυχες στιγμές της. Οι δρόμοι άδειοι, οι ρυθμοί χαλαροί και τα μαγαζιά με τους ελάχιστους πελάτες τους που απολάμβαναν τον απογευματινό καφέ τους παρέα με ένα καλό βιβλίο, δημιουργούσαν μια ιδιαίτερα χαλαρωτική διάθεση.


Η Αράχωβα είναι χτισμένη πάνω στον αρχαίο δρόμο που ένωνε το μαντείο των Δελφών και την πεδιάδα της Άμφισσας με τη Βοιωτία. Η ετυμολογία της λέξης έχει δει πολλές ερμηνείες. Κάποια την συνδέουν με τη σλαβική λέξη orechova που σημαίνει καρυδότοπος. Μια δεύτερη ερμηνεία στηρίζεται στην ονομασία 'Ράχωβα' με την οποία ήταν γνωστός ο οικισμός κατά τα χρόνια της Επανάστασης, μια λέξη με ελληνική ρίζα (ράχη και ωβάς=τόπος), η οποία φαίνεται πως είναι και η επικρατέστερη εκδοχή.



Αράχωβα λοιπόν σημαίνει ράχη και τόπος, δηλαδή ραχότοπος. Ένας υπέροχος ραχότοπος με πανάρχαια ιστορία που φτάνει ως το 3.000 π.Χ., όπως χρονολογούνται τα νεολιθικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή, αλλά και ακόμα πιο πίσω, στα χρόνια του Κατακλυσμού, αφού πιστεύεται πως εκεί, στην πιο ψηλή κορυφή του βουνού που την προστατεύει στάθηκε η κιβωτός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, που γέννησαν τον Έλληνα, γενάρχη των Ελλήνων.
Εδώ, το περίφημο ρολόι ή Ώρα όπως το λένε οι ντόπιοι, χτισμένο πάνω σε απόκρημνο βράχο στις αρχές του 18ου αιώνα, κατέρρευσε από σεισμό, ανατινάχτηκε από τους Γερμανούς και το 1966 ξαναχτίστηκε στη σημερινή του μορφή από τον ηγούμενο της ιεράς μονής Οσίου Λουκά. Από τότε χτυπά τις ώρες δίπλα στο ναό του Αγίου Γεωργίου χτισμένου το 1676, αποτελώντας το σήμα κατατεθέν του θερέτρου.



Η ύπαρξη του χιονοδρομικού κέντρου, η γειτνίαση με τους Δελφούς, αλλά και η καταπληκτική θέα προς τις νότιες πλευρές του Παρνασσού δημιουργούν έναν συνδυασμό που δεν μπορεί παρά να ενθουσιάσει τον επισκέπτη.
Εδώ, στέγες, στέγες, στέγες..



Στέγες, στέγες κι άλλες στέγες...



Υπέροχες στέγες από φυσικό κεραμίδι..



Ένα εκπληκτικό κολλάζ από στέγες αμέτρητες που ζωγραφίζουν έναν υπέροχο πίνακα.



Εδώ, ένα γραφικό πέτρινο ταβερνάκι που περιμένει τον πρώτο πελάτη της ημέρας.



Καθίσαμε κάπου να πιούμε τον απογευματινό μας καφέ. Η θερμοκρασία στο μπαλκονάκι του καφέ με την μοναδική θέα πάνω από τις στέγες του παραδοσιακού οικισμού είχε πέσει από τους 32 στους 25 βαθμούς Κελσίου! Η φωτό παρμένη από τον γιο μου.



Δίπλα στην Αράχωβα βρίσκονταν οι Δελφοί, οι οποίοι όμως ήθελαν μια ξεχωριστή εκδρομή από μόνοι τους (άλλο που δε θέλαμε :)) Ήταν ήδη προχωρημένη η ώρα, δεν προλαβαίναμε να τους δούμε έτσι όπως θέλαμε, θα μας έπιανε η νύχτα στην Αράχωβα και εμείς είχαμε ήδη αποφασίσει να περάσουμε αλλού τη νύχτα μας. Ο προορισμός μας είχε οριστεί.



Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε τον φιδίσιο δρόμο που οδηγούσε στους αχανείς ελαιώνες από όπου βγαίνει η ονομαστή θρούμπα Αμφίσσης, οι οποίοι έφταναν ως τις παρυφές της παραθαλάσσιας κωμόπολης της Ιτέας που ήδη είχε αρχίσει να διακρίνεται στο βάθος.

Πεδιάδες, εύφορα χώματα, νερά που κατεβαίνουν από περήφανα βουνά και θάλασσες να τις πιεις στο ποτήρι, τόποι γεμάτοι ομορφιά και ιστορία, γεμάτοι πολιτισμό, τόποι ευλογημένοι,

Ελλάδα...


Συνεχίζεται


...