Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Ο τελετουργικός χαρακτήρας της αρχαίας ελληνικής θρησκείας



Ένα από τα κύρια γνωρίσματα που διαφοροποίησε την αρχαία ελληνική θρησκεία από τις υπόλοιπες μεσογειακές ήταν ο τελετουργικός της χαρακτήρας. Μέσα από μία σειρά λατρευτικών πράξεων που δομούσε και στήριζε την ανθρώπινη κοινωνία της πόλης-κράτους, οι Έλληνες μπορούσαν να επιδείξουν την ευσέβεια προς τους θεούς τους, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η ευμένειά τους μέσα από την συνεχή και συνεπή τους εφαρμογή.

Με τον όρο τελετουργικός εννοούμε την ύπαρξη ενός οργανωμένου συστήματος που αφορούσε στην συνεπή τήρηση και εφαρμογή συγκεκριμένων πράξεων από ένα άτομο ή κοινωνικό σύνολο και καθόριζε τις σχέσεις αυτού του συνόλου με τους θεούς που λάτρευε.[1] Η διαμόρφωση του τελετουργικού χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας συντελέστηκε παράλληλα με την εδραίωση του δωδεκάθεου και την θεσμοθέτηση της λατρείας των ηρώων, σε μια περίοδο που η νεοσύστατη δομή της πόλης-κράτους χρειαζόταν την αποτελεσματικότητα ενός συμβολικού συστήματος, προκειμένου να λειτουργήσει ως συνεκτικός κρίκος μέσα στον κοινωνικό ιστό.

Η λατρευτική δραστηριότητα ήταν καθημερινή, στην οποία έπρεπε να συμμετέχουν όλοι ενεργά. Όλες οι εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής του πολίτη ήταν διαποτισμένες από μια σειρά τελετουργιών, η πιστή τήρηση των οποίων εξασφάλιζε τη διατήρηση της παράδοσης και τη συνοχή της κοινότητας. Κυρίως, όμως, εξασφάλιζε την εύνοια των θεών που προστάτευαν την πόλη. Οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων δεν ήταν υπερβατικοί και απόμακροι, αλλά προσιτοί και συνδεδεμένοι με την καθημερινότητα των ανθρώπων, αφού κάθε σημαντική στιγμή της ζωής τους σημαδευόταν από την παρουσία τους. Προστάτευαν την πόλη και γι’ αυτό οι άνθρωποι έπρεπε να τους κρατούν ευχαριστημένους. Η πιστή τήρηση των τελετουργιών που συνόδευαν τις θρησκευτικές τελετές, με την αφθονία των προσφορών στα ιερά, την άψογη οργάνωση αγώνων και διαφόρων λειτουργιών, την διευθέτηση των εξόδων που συνόδευαν θυσίες και δημόσια γεύματα,[2] αναγνωρίζονταν ως εκδηλώσεις ευσέβειας και ήταν το απόλυτο ζητούμενο.

Η έννοια, λοιπόν, της ευσέβειας συνδεόταν αποκλειστικά με την σωστή εκτέλεση όλων των θρησκευτικών πρακτικών, την προσφορά δηλαδή των κατάλληλων τελετουργικών φροντίδων προς την θεότητα (θεραπεύειν).[3] Οποιαδήποτε παράλειψη ή παρατυπία επέσυρε τη θεϊκή οργή και θεωρούνταν ασέβεια τόσο σοβαρής μορφής, που το μίασμα δεν περιοριζόταν σε ατομικό επίπεδο, δηλαδή στον παραβάτη, αλλά μόλυνε όλη την πόλη. Ο ίδιος ο παραβάτης τιμωρούνταν αυστηρά, ως αντανάκλαση της ανάγκης μιας απειλούμενης από το μίασμα κοινωνίας να υπερασπιστεί την ενότητά της και την υγιή σχέση της με τους θεούς. Δείγμα αυτής της αντίδρασης ήταν η λεγόμενη τελετουργία φαρμακού[4], σύμφωνα με την οποία κάθε χρόνο η πόλη καταδίκαζε σε εξορία το πιο περιθωριακό και ψυχικά διαταραγμένο άτομο, με την πεποίθηση πως έπαιρνε μαζί του κάθε μιαρό στοιχείο της πόλης.
Όσο υλική ήταν η υπόσταση της έννοιας της μιαρότητας μέσα στα πλαίσια της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, άλλο τόσο και το αντίδοτό της, η διαδικασία της κάθαρσης, απέκτησε εξ ορισμού την ίδια υπόσταση. Συνήθως επρόκειτο για πλύση με νερό ή λουτρά και σπανιότερα για υπνοκαπνισμό, απαραίτητη τελετουργική διαδικασία σε κάθε δυνάμει μολυντικό φαινόμενο, όπως η γέννηση, ο θάνατος, ο έρωτας και η αρρώστια. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις απαιτούνταν εξαγνισμός που τελούνταν σύμφωνα με τον χρησμό που είχε δοθεί από τον κατεξοχήν θεό του καθαρμού, Απόλλωνα.[5] Οι χρησμοί, και ειδικά του μαντείου των Δελφών, γίνονταν ο φορέας του θείου λόγου και διαδραμάτιζαν καθοριστικό ρόλο στον τελετουργικό χαρακτήρα του καθαρμού και κατ’ επέκταση στην θρησκευτική δραστηριότητα σε όλη τη διάρκεια των κλασικών χρόνων. Σ’ αυτό συνέβαλε και η επιλογή από την πολιτεία μιας ομάδας προσώπων, των θεωρών, με τον αρχιθεωρό να αναλαμβάνει χρέη φροντίδας της συντήρησης της αποστολής στο μαντείο, τους χρησμολόγους και μάντεις να ερμηνεύουν τους χρησμούς και τους εξηγητές να προτείνουν μεθόδους εξαγνισμού διασαφηνίζοντας σκοτεινά μέρη του τυπικού της λατρείας.[6]

Η κωδικοποίηση των τελετουργιών συντελέστηκε από πολύ νωρίς με την σύσταση γραπτών νόμων που αναρτιόνταν στις πύλες των ιερών και σε δημόσιους χώρους, ώστε να είναι προσβάσιμοι σε όλους και όχι αποκλειστικά από κάποια κλειστή ιερατική κάστα. Δεν υπήρχε η έννοια της «Εκκλησίας» ως σώμα. Ιερείς και πολίτες είχαν όλοι το δικαίωμα να υπηρετούν τους θεούς τους, αρκεί να μην είχαν μιασθεί από κάποιο παράπτωμα[7]. Δεν υπήρχαν ιερά βιβλία να πρεσβεύουν τον λόγο του θεού, αντίθετα η γνώση ήταν προϊόν μακρόχρονων εμπειρικών διαδικασιών που μετουσιώθηκαν σταδιακά στον τελετουργικό κώδικα πάνω στον οποίο στηρίχτηκε το θρησκευτικό συναίσθημα του Έλληνα πολίτη. Η παράδοση όριζε πώς και πότε θα γίνει η κάθε τελετή. Οι μήνες βαπτίζονταν από το όνομα των τελετών που διεξάγονταν τη συγκεκριμένη περίοδο και η κάθε πόλη είχε το ημερολόγιό της, για να καθορίζει χρονικά τις λατρευτικές τελετές που όφειλε να αποδώσει στους θεούς, όπως συμπόσια, αθλητικούς αγώνες, χορούς, πομπές ή θεατρικές παραστάσεις, επιδεικνύοντας την έκταση της τυπολατρείας σε όλες τις θρησκευτικές πράξεις και την σημασία που τους αποδιδόταν από τους πολίτες και από την ίδια την πόλη, ως θεσμός.[8]


ΒΑΣΙΚΕΣ ΙΕΡΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ


Η τελετή της θυσίας ήταν η ιερή πράξη που κυριάρχησε στην Ελλάδα από τα ομηρικά μέχρι και τα ύστερα κλασικά χρόνια. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα (Συμπόσιον, 188)[9], η θυσία προς τιμή των θεών αποτελούσε την κορυφαία στιγμή «της φιλίας μεταξύ θεών και ανθρώπων», εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την απρόσκοπτη λειτουργία της ανθρώπινης κοινότητας. Υπήρχαν πολλά είδη θυσίας, με κυριότερη την αιματηρή θυσία διατροφικού τύπου, κατά την οποία σφαγιαζόταν ένα ή περισσότερα οικόσιτα ζώα, ανάλογα με την σπουδαιότητα της γιορτής ή την οικονομική κατάσταση του θυσιάζοντος. Σύμφωνα με το τελετουργικό, ένα μέρος τους καιγόταν στον βωμό προς βρώση των θεών, και το υπόλοιπο μαγειρευόταν και καταναλωνόταν σε συλλογικά γεύματα (συμπόσια) από τους συμμετέχοντες στην θυσία. Προτού μαγειρευτεί, το σφάγιο έπρεπε να καθαγιαστεί, προκειμένου να φαγωθεί από τους ανθρώπους χωρίς τον κίνδυνο να περιπέσουν στην κατάσταση του ζώου.[10] Ανάλογα με τον λόγο και τον χώρο που τελούνταν η θυσία, θυσιαστής μπορούσε να γίνει είτε ο αργηχός της οικογένειας είτε ένας τεχνίτης που αναλάμβανε ταυτόχρονα χρέη θυσιαστή και μαγείρου. Στα ιερά, το τελετουργικό της θυσίας αναλάμβαναν οι ιερείς.

Σε κάθε πόλη και σε καθημερινή βάση τελούνταν θυσίες τέτοιου τύπου με διάφορες αφορμές. Η σημασία τους ήταν μεγάλη, αφού, εκτός από την διατήρηση των καλών σχέσεων με τους θεούς που διασφάλιζε την τάξη και την ευημερία, αποτελούσαν και μια σημαντική ευκαιρία για συσπείρωση των σχέσεων ανάμεσα στους πολίτες, εξαιτίας της κοινής συμμετοχής σε όλα τα θρησκευτικά δρώμενα, αλλά και για κατανάλωση κρέατος.[11] Ήταν, επομένως, απαραίτητο όλη η τελετουργική διαδικασία, από τον έλεγχο του σφαγίου, την πομπή του ιερέα και των θυσιαζόντων μέχρι τον βωμό, τους καθαρμούς και τις προσευχές που προηγούνταν της θανάτωσης, μέχρι τον σφαγιασμό, το γδάρσιμο και το κόψιμο του κρέατος σε ίσες μερίδες, το βράσιμό του στις χύτρες και το συλλογικό γεύμα, το συμπόσιο, που ακολουθούσε για να επικυρώσει την κοινωνική ιεραρχία[12] και την σύμπραξη των θεών με την ανθρώπινη κοινωνία, όλα έπρεπε να τελεστούν με ευλαβική ακρίβεια.
Ανάλογα με την πόλη και τον τιμώμενο θεό, πολλές τελετουργίες ξεκινούσαν με την προσφορά των πρώτων καρπών της γης (απαρχαί) ή τις σπονδές, οι οποίες άλλες φορές συνδέονταν με τις αιματηρές θυσίες κι άλλες εμφανίζονταν ως αυθύπαρκτα τελετουργικά. Μέρος κάποιου υγρού, το οποίο μπορούσε να είναι νερωμένο κρασί, άκρατος οίνος, γάλα, μείγμα κρασιού, νερό ή μέλι,[13] χυνόταν επάνω στον βωμό του θεού ή κατευθείαν στο έδαφος, ενώ ταυτόχρονα προφερόταν μια προσευχή. Πολλές ιεροτελεστίες της καθημερινής ζωής ξεκινούσαν ή ολοκληρώνονταν με αυτό το τελετουργικό, το οποίο εμπεριείχε το στοιχείο της προσφοράς στους θεούς ενισχύοντας τους ενωτικούς δεσμούς μαζί του, αλλά και των μελών μιας ομάδας μεταξύ τους, όπως δείχνει η χρήση τους στην επικύρωση συνθηκών και συμμαχιών.

Ένα άλλο είδος ιεράς σπονδής ήταν οι χοές, οι οποίες χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, τις χοαί νηφαλίους (χωρίς οίνο) και της αοίνους (καθαρό νερό, γάλα ή μέλι). [14] Οι χοές απευθύνονταν κυρίως στους νεκρούς, επιτυγχάνοντας την σύναψη δεσμών με τους ζωντανούς.

Το ολοκαύτωμα ήταν μια άλλη μορφή θυσίας, πάλι προς τιμή των νεκρών, αλλά και των καταχθόνιων δυνάμεων, η οποία ήταν θυσία χωρίς κατανάλωση του κρέατος, το οποίο καιγόταν ολόκληρο απευθείας στη γη, χωρίς να μένει τίποτα για το συμπόσιο. Το τελετουργικό του ολοκαυτώματος πραγματοποιούνταν την νύχτα και συνοδευόταν από εξορκισμούς που εξασφάλιζαν την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων με τους χθόνιους κυρίως θεούς που τους προστάτευαν.[15]

Εκτός από τις αιματηρές θυσίες υπήρχαν και οι αναίμακτες, οι οποίες είχαν κυρίως ιδιωτικό χαρακτήρα και τελούνταν μέσα στο σπίτι. Πολλές φορές συνδυάζονταν και με αιματηρές θυσίες.
Απαραίτητο τελετουργικό στοιχείο σε όλες τις μορφές ιερών πράξεων ήταν η προσευχή. Υπήρχαν πολλών ειδών προσευχές, όπως ευχές, καθαγιασμοί, ύμνοι, τελετουργικά άσματα, ικεσίες κατάρες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν τυποποιημένες. Κάθε ευσεβής άνθρωπος όφειλε να ξεκινά την ημέρα του με μια προσευχή. Κάθε συμπόσιο και κάθε γεύμα, το ίδιο. Σημαντικά γεγονότα, όπως μάχες, δεν ξεκινούσαν χωρίς προσευχή. Οι προσευχές και οι σπονδές συνόδευαν σχεδόν κάθε μορφή ιερής πράξης και ήταν απαραίτητο στοιχείο στην τελετουργική αλληλουχία.


ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ


Ένα κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις ιερές πράξεις που προαναφέρθηκαν ήταν πως σε καμία δεν απαιτούνταν η παρουσία κάποιου εξουσιοδοτημένου μεσολαβητή ανάμεσα στους ανθρώπους και τους θεούς. Όλοι οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, αρκεί να μην είχαν μιανθεί από κάποιο παράπτωμα. Κλειστή ήταν η πρόσβαση στα ιερατικά αξιώματα μόνο στους μέτοικους και ξένους, καθώς και σε όσους είχαν σωματικά ελαττώματα.[16] Την ανάγκη ενός προσωπικού που θα μεριμνούσε για την σωστή λειτουργία των ιερών, εκπλήρωνε η πολιτεία, με την εκχώρηση κάποιων θρησκευτικών καθηκόντων σε έναν ορισμένο αριθμό πολιτών, που διέφεραν από ιερό σε ιερό. Αυτά τα άτομα, τα οποία δεν αποτέλεσαν ποτέ μια κλειστή ιερατική κάστα, είχαν την ευθύνη της επιβολής της τάξης στους πιστούς και της τήρησης σεβασμού στους ιερούς χώρους των ναών. Κύριό τους καθήκον ήταν η συντήρηση του ειδώλου που αναπαριστούσε τον θεό, καθώς και η συντήρηση των οικοδομημάτων που βρίσκονταν στον χώρο του ιερού, καθήκοντα που συχνά μοιράζονταν με έναν ή περισσότερους βοηθούς, τους νεωκόρους. Οι ιερείς βοηθούσαν στην διεξαγωγή των θυσιών, στον καθαγιασμό των θυμάτων, στην απαγγελία προσευχών. Μπορούσαν να σφάξουν οι ίδιοι το θύμα ή να προσλάβουν κάποιον θυσιαστή. Ήταν υπεύθυνοι για την διοργάνωση των μεγάλων θρησκευτικών εορτών σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και έλεγχαν τα οικονομικά των ιερών.[17] Με την ευθύνη της φύλαξης των ιερών νόμων, όφειλαν να διατηρούν και να εξασφαλίζουν τον σεβασμό προς την παράδοση και τις θρησκευτικές τελετουργίες. Μπορούσαν να εκδίδουν διατάγματα, ακόμη και να νομοθετούν για θρησκευτικά θέματα.[18]
Οι ιερείς ήταν αξιοσέβαστα πρόσωπα. Η θέση τους τους εξασφάλιζε κάποια προνόμια, όπως τιμητική θέση στο θέατρο και οι καλύτερες μερίδες από τα σφάγια των θυσιών. Δεν ήταν αποκλεισμένοι από την κοσμική ζωή, μπορούσαν να νυμφευτούν και να κάνουν οικογένεια, όπως μπορούσαν κα να διαμένουν εκτός του ιερού. Υπήρχαν ορισμένες οικογένειες (Ετεοβουτάδες, Ευμολπίδες, Κήρυκες), καθώς και κάποιες κατηγορίες ιερέων, όπως οι ιερείς των Δελφών, που το αξίωμα ήταν κληρονομικό και ισόβιο,[19] ο γενικός κανόνας όμως ήθελε τα αξιώματα αυτά αιρετά, που καλύπτονταν από απλούς πολίτες που υπάγονταν στα διατάγματα της Εκκλησίας του Δήμου και της Βουλής και δεν θεωρούνταν μόνιμο επάγγελμα. Ο τρόπος που διαχειρίζονταν τα οικονομικά και διοικητικά θέματα των ιερών ελέγχονταν από την πόλη, αφού όφειλαν να δώσουν λογαριασμό για τις πράξεις τους σε αυτήν, με την λήξη της υπηρεσίας τους.

Εκτός από τους απλούς πολίτες, μια άλλη κατηγορία ανθρώπων που επωμίζονταν την κρατική θρησκευτική εξουσία ήταν οι άρχοντες. Πιο σημαντικός από όλους ήταν ο άρχων-βασιλεύς, ο οποίος κληρονομούσε τις θρησκευτικές του λειτουργίες. Ήταν αυτός που διηύθυνε τις θυσίες των πάτριων λατρειών, καθώς και τις εορτές των Λήναιων και των Μυστηρίων, είχε το δικαίωμα να εκδικάσει υποθέσεις ασέβειας και να διευθετήσει διενέξεις που αφορούσαν στην ανάληψη ιερατικών αξιωμάτων και, τέλος, ήταν ο υπεύθυνος του θρησκευτικού ημερολογίου. Για την διευθέτηση των επίθετων εορτών, όπως τα Μεγάλα Διονύσια, υπεύθυνος ήταν ο Επώνυμος άρχων. Ο Πολέμαρχος μεριμνούσε για τις θυσίες στην Αγροτέρα Άρτεμη και στον Ενυάλιο και επέβλεπε τις γιορτές και τους αγώνες που διεξάγονταν προς τιμή των πεσόντων πολεμιστών. Φρόντιζε επίσης για τις θυσίες προς τιμήν του Αρμοδίου και του Αριστογείτονα.
Κάθε χρόνο η πόλη εξέλεγε μια δεκαμελή ομάδα, τους Ιεροποιούς, οι οποίοι αναλάμβαναν την διοργάνωση των μεγάλων γιορτών που γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια, πλην των Παναθηναίων, αλλά και των ετήσιων, όπως τα Μικρά Παναθήναια.
Τον οικονομικό έλεγχο των λατρειών τον είχαν οι Επιστάτες και την οικονομική αρωγή (λειτουργία) που εξελίχθηκε στην ανάληψη οργάνωσης κάποιων εορτών, επωμίζονταν οι Επιμελητές. [20]

Η παρουσία και συμμετοχή του κάθε θρησκευτικού λειτουργού ήταν απόλυτα απαραίτητη και ζωτικής σημασίας, αφού ο καθένας από την θέση του διοργάνωνε, επέβλεπε, έλεγχε και γενικά συνέβαλε ενεργά και με υπευθυνότητα στην σωστή εκτέλεση όλων των τελετουργικών παραμέτρων της θρησκείας τους, σύμφωνα με τις επιταγές της παράδοσης που είχαν κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενιές.



ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ



Η εδραίωση του τελετουργικού χαρακτήρα της ελληνικής θρησκείας συντελέστηκε παράλληλα με την καθιέρωση του δωδεκάθεου και την σύσταση του θεσμού της πόλης-κράτους, μέσα στα πλαίσια του οποίου ιδρύθηκαν οργανωμένοι πλέον χώροι λατρείας, οι ναοί. Ο ναός φιλοξενούσε το άγαλμα της θεότητας, γύρω από το οποίο περιστρεφόταν ένα ολόκληρο σύστημα θρησκευτικών τελετών και πρακτικών, το οποίο αποτελούσε το πλαίσιο και το συμβολικό κέντρο της πόλης.

Μέσα από την τυπολατρική εφαρμογή ενός συγκεκριμένου λατρευτικού κώδικα, που δεν προερχόταν από κάποιο ιερό βιβλίο ή δόγμα, αλλά πήγαζε από την παράδοση, στην οποία παρέμεναν πιστοί ακόμα κι όταν αυτή φαινόταν παρωχημένη και ακατάληπτη, οι άνθρωποι μπορούσαν να εκφράσουν σε καθημερινή βάση την ευσέβειά τους προς τους θεούς. Όλες οι πτυχές της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής εμποτίζονταν με τελετουργικά που εξασφάλιζαν την εύνοια των θεών και την υγιή σχέση μαζί τους. Κάθε παρατυπία στον τρόπο διεξαγωγής θεωρούνταν ασέβεια βαριάς μορφής που προκαλούσε την θεία εκδίκηση, μολύνοντας ολόκληρη την πόλη, γι’ αυτό και τα μέτρα εναντίον της ήταν αυστηρά και απόλυτα.

Η κάθε πόλη είχε τις δικές της γιορτές που τελούνταν σε συγκεκριμένες μέρες και με συγκεκριμένες τελετουργικές διαδικασίες, με τις οποίες απέδιδε τις οφειλόμενες τιμές προς τους θεούς, κυρίως μέσω των θυσιών και των αναθηματικών προσφορών. Η σημαντικότερη ιερή πράξη ήταν η αιματηρή θυσία διατροφικού τύπου, με τον σφαγιασμό οικόσιτου ζώου. Το μέρος που καιγόταν στην πυρά προοριζόταν μέσω του καπνού που αναδυόταν στον ουρανό προς βρώση των θεών, ενώ το υπόλοιπο μοιραζόταν και τρωγόταν από τους συμμετέχοντες στην θυσία, σε συλλογικά γεύματα, τα συμπόσια. Μόνο μέσα από αυτή την τελετουργική διαδικασία οι άνθρωποι μπορούσαν να καταναλώσουν κρέας χωρίς να μιανθούν. Τα καλύτερα κομμάτια προορίζονταν για τους αξιωματούχους και προύχοντες της πόλης, αλλά και για τους ιερείς, μια αιρετή ομάδα πολιτών που επωμίζονταν, ως θρησκευτικοί λειτουργοί, την ευθύνη της ορθής διεξαγωγής των θυσιών και των υπόλοιπων τελετουργικών δραστηριοτήτων, καθώς και την συντήρηση και διαχείριση των ναών. Ποτέ δεν αποτέλεσαν κλειστή κάστα, αντίθετα είναι ενσωματωμένοι στο σώμα των πολιτών που τους εξέλεγε και τους έλεγχε στο τέλος της θητείας τους. Οι ιερείς, όπως και οι υπόλοιπες ομάδες θρησκευτικών λειτουργών, ήταν κατά κανόνα αιρετοί και ασκούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα με την ίδια συνέπεια που ασκούσαν όλες τις υποχρεώσεις που συνόδευαν την δημόσια ζωή τους.



***



Η θρησκεία, που ήταν παρούσα σε όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής, αποτέλεσε ένα ολόκληρο σύστημα οργάνωσης, που θεμελίωνε την κοινωνία της πόλης-κράτους και διασφάλιζε την ενότητά της, συσφίγγοντας τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους και αυτών με τους θεούς τους. Όλες οι θρησκευτικές εκδηλώσεις τους αρχαίου κόσμου, από τα συμπόσια και τους αθλητικούς αγώνες μέχρι τους χορούς στις πομπές και τις θεατρικές παραστάσεις, σχημάτιζαν τον συνεκτικό ιστό που δομούσε τον θεσμό της πόλης-κράτους και υμνούσε την κοινή ζωή των ανθρώπων μέσα στα πλαίσιά της. Ο τελετουργικός της χαρακτήρας, ο διαμορφωμένος από την παράδοση, δηλαδή από τους ίδιους τους ανθρώπους και την εμπειρία τους και όχι από κάποιον μεσσία ή ιερό βιβλίο που ευαγγέλιζε τον λόγο του θεού, ήταν το ειδοποιό στοιχείο που απομάκρυνε τους Έλληνες της Αρχαιότητας από μοιρολατρικούς δογματικούς εγκλωβισμούς, αναγάγοντάς τους ουσιαστικά σε θεούς των θεών τους.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


- Murray, O. και Price, S. (επιμ.). Η αρχαία ελληνική πόλις. Από τον Όμηρο
έως την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μτφρ. Σ. Κάπαρη. Εκδόσεις
Πατάκη. Αθήνα 2007.

- Vernant, J.-P. (επιμ.). Ο Έλληνας άνθρωπος. Μτφρ. Χ. Τασάκου. Εκδόσεις
Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα 1996.

- Zaidman, L.B., Pantel, P.S. Η θρησκεία στις ελληνικές πόλεις της κλασικής
εποχής. Μτφρ. Κ. Μπούρας, επιμ. Μ. Τριανταφύλλου. Εκδόσεις Πατάκη.
Αθήνα 2007.




[1] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, «Οι λατρευτικές πρακτικές» στο: Μ. Τριανταφύλλου (επιμ.), Η θρησκεία
στις ελληνικές πόλεις της κλασικής εποχής, μτφρ. Κ. Μπούρας (Αθήνα 2007), σελ. 31.
[2] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 20.
[3] M. Vegetti, «Ο άνθρωπος και οι θεοί» στο: J.P. Vernant (επιμ.), Ο Έλληνας άνθρωπος, μτφρ. Χ.
Τασάκου (Αθήνα 1996), σελ. 382.
[4] M. Vegetti, το ίδιο, σελ. 389.
[5] M. Vegetti, το ίδιο, σελ. 389.
[6] L.B. Zaidmann, P.S. Pantel, ό.π., σ.σ. 55-56.
[7] M. Vegetti, ό.π., σελ. 381.
[8] M. Vegetti, το ίδιο, σελ. 387.
[9] M. Vegetti, το ίδιο, σελ. 402.
[10] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, ό.π., σ.σ. 32-3.
[11] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 35.
[12] M. Vegetti, ό.π., σελ. 403. Τα καλύτερα κομμάτια κρέατος (οσίη κρεών) προορίζονταν για τους
διοικητές, τους ιερείς και τους προύχοντες της πόλης.
[13] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, ό.π., σελ. 42.
[14] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 43.
[15] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 39.
[16] Ch. Sourvinou-Inwood, «Τι είναι η θρησκεία της πόλεως;» στο: O.Murray και S. Price (επιμ.), Η
αρχαία ελληνική πόλις. Από τον Όμηρο έως την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μτφρ. Σ. Κάπαρη
(Αθήνα 2007), σελ. 387.
[17] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 48.
[18] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 53.
[19] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 52.
[20] L.B. Zaidman, P.S. Pantel, το ίδιο, σελ. 49.


Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

Σελήνη 20 ημερών



Γεγονότα και πρόσωπα της πιο ωραίας μου ζωής, της φανταστικής,
που δεν την έζησα ποτέ και θα την κληροδοτήσω ανέπαφη στους μεταγενέστερους.
Και συχνά σχεδίασα ταξίδια στο άγνωστο – θέλω να πω καλύτερα να μη ρωτάει κανείς
γιατί ώσπου να γυρίσω εκείνο το βράδυ απ’ το συμβολαιογραφείο του θείου Ιάκωβου
είχαν όλοι πεθάνει –
από τότε περιπλανιέμαι στην τύχη ή αργοπορώ στα δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων
όπου στενάζει το ανεκπλήρωτο των εραστών, απομεινάρια μοναξιάς κάτω απ’ τα έπιπλα, σκιές από φτωχές αμαρτίες.
Και συνήθως τα πράγματα που κράτησες στα χέρια σου χάνονταν μυστηριωδώς: σα να’ σουν κάπου αλλού την ώρα που τα χρησιμοποιούσες.
Ίσως γι’ αυτό κι οι αποτυχίες σου δε σε πλήγωσαν ποτέ, αφού βέβαια την ώρα που αποτύχαινες
εσύ δεν ήσουν εδώ. Πού ήσουν λοιπόν;
Και γιατί γύρισες;
Στο δρόμο, κάτω απ’ τη βροχή, εκείνος ο άγνωστος στεκόταν χρόνια τώρα
ακουμπισμένος στο φανοστάτη. Ποιος άγνωστος! Κι οι φλόγες των κεριών τα βράδια
που τις σαλεύει μια πνοή από κάποια πανάρχαιη συγνώμη – ποιον συγχωρεί;

Εγώ, όσο μπορώ να θυμηθώ, στεκόμουν στη μικρή γέφυρα του πατρικού κήπου
σε κάποια γέφυρα τέλος πάντων – κι ένιωθα σα να μ’ έχουν μυστικά ετοιμάσει
να υποδεχτώ τη μητέρα
τη μέρα που θα με γεννούσε.


Έτσι κι οι εραστές μέσα στην κάμαρα απλώνουν τα χέρια ο ένας στον άλλον
ενώ εκείνοι στέκονται έξω, μόνοι.

Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος,
γιατί όπως όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα – βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα (κι αλήθεια κάποτε παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για ν’ ανεβάσουμε έν’ άρρωστο πουλί στο δέντρο)
και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους που άργησαν
ή ονειρευόμουν να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από προσωπικές ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί
έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ’ αυτές που διασχίζουν τον ύπνο μου
και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του άλλου αιώνα
να νοσταλγώ το θεό.


Αλλά τις νύχτες παίρνω χάπια και πλαγιάζω νωρίς,
όχι για να κοιμηθώ,
αλλά για να πάω σε παράξενες συναντήσεις με ανθρώπους που έχασα
ή με πρόσωπα αβέβαια, θαμπά, πριν από χρόνια σε κάποιες νύχτες ξαφνικά συναντημένα – και δόξα τω θεώ δεν κατάλαβα ποτέ τον κόσμο
κι αυτό το ρίγος που διατρέχει το σπίτι είναι από πράξεις που αποφύγαμε (και μετανιώσαμε)
μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μες στη συντομία των ημερών, σκέψεις υπέροχες που αρκέστηκαν στα δάκρυα
και τις νύχτες η πικρή ανάμνηση εκείνων που σε πρόδωσαν
και που ο ύπνος τους συγχωρούσε. Κι αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.

Α, έχασα τις μέρες μου
αναζητώντας τη ζωή μου.

Ώσπου σιγά σιγά όλα σωπαίνουν και μόνο το χαλασμένο πάτωμα
τρίζει δυσοίωνα – συλλογιέμαι τους δρόμους έρημους κατά κει που φύγαν τα χρόνια
τα θρανία να σαπίζουν κάτω απ’ τα παλιά υπόστεγα και το ρολόι πάνω στον κομό
χτυπούσε σα μια πληγή, αλλά γιατί να μας παιδεύουν πράγματα που τα’ χουμε ξεχάσει
ενώ τα βράδια η σελήνη έβγαινε απαλά απ’ τα σύννεφα
φωτίζοντας τα χλωμά χέρια των παιδιών που θα πεθάνουν σε λίγο και τα όνειρα των τρελών
που είναι ίσως αθάνατοι – στιγμές που ανοίγεις ένα παράθυρο σα να λύνεις ένα αίνιγμα
ή κλείνεις μια πόρτα σα να συνοψίζεις μια ζωή.

Όμως, εγώ το προαισθανόμουνα ότι αυτή η υπόθεση που άρχισε τόσο αινιγματικά
θα τέλειωνε εντελώς ανεξήγητα – τι θέλω να πω; μα γιατί οι άνθρωποι να θέλουν πάντα κάτι να πούνε;
κι άλλοτε διάβαζα τα γράμματα που είχα γράψει ο ίδιος στον εαυτό μου
έτσι δε μου’ λειψε ποτέ μια μικρή ανταπόκριση –
θυμάμαι κάποτε
που κουρασμένος κάθισα πάνω στη βαλίτσα μου σε κάποιον έρημο σταθμό:
περίμενα να περάσει ένα παιδικό τραίνο ή να κατέβει από ένα βασιλικό βαγόνι η αξέχαστη Ρεζεντά
γιατί υπήρξα κι εγώ παιδί κι ύστερα νέος κι έκλαψα σε μοναχικά δωμάτια
ή στο πάρκο, νύχτες… Ω μακρινά πράγματα του κόσμου, δε θα σας γνωρίσουμε ποτέ
όμως εσείς είναι που δίνετε αυτό το νόημα στη ζωή μας.

Λόγια που δεν τα καταλάβαμε παρά όταν ήταν πια αργά,
πράξεις ακατανόητες που εξηγήθηκαν μια νύχτα σ’ έναν εφιάλτη
κι ίσως η μεγάλη περιπέτεια μας περίμενε σε μια πάροδο που δεν της δώσαμε σημασία.



Όμως η πραγματικότητα, φίλοι μου, έχει πεθάνει από καιρό,
γι’ αυτό σαν πέφτει η νύχτα
θυμηθείτε με. Και συχνά διέσχισα μεγάλους δρόμους χωρίς να φτάσω ακόμα πουθενά –
με το φόβο ότι κάποια στιγμή θα εννοήσω, ίσως γι’ αυτό ενδίδω εύκολα κι, αχ,
δε θα μάθει ποτέ κανείς ποιος είναι ο προορισμός του,
«μα, επιτέλους, τι ζητάς;» με ρωτούσε η μικρή εξαδέλφη
«να με θυμούνται, εξαδέλφη».

Κι αλήθεια πόσοι δε χάθηκαν σε μια κάμαρα που δεν τους περίμενε κανείς
και κοίταξα πίσω απ’ τις κουρτίνες μήπως και ξαναβρώ τα παιδικά μου χρόνια
ή τα βήματα ενός μοναχικού διαβάτη αργά τη νύχτα μου θύμιζαν πάντα
πόσο εφήμεροι είμαστε… Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα
για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.



Α, πότε θα γυρίσουμε, είναι αργά, φέρτε έν’ αμάξι από κείνα τα παλιά
που στάθμευαν στις πλατείες των προαστίων ή απ’ αυτά που φτιάχνουν οι σκιές τ’ απόβραδο
κι εγώ γιατί μεγάλωσα στη σκάλα; τι περίμενα; Φωνές μακρινές ακουσμένες στ’ όνειρο
ή μια νύχτα ερήμωσης κι η ηδονή να κλαις σιωπηλά για πράγματα ξεχασμένα απ’ όλους
ούτε θα ξαναβρούμε εκείνη την εποχή που ζήσαμε ό,τι καλύτερο είχαμε: τον έρωτα για ένα χρωματιστό βότσαλο, τη μυστική ταφή ενός πουλιού
ή ένα γράμμα που πήγαμε στο ταχυδρομείο χωρίς διεύθυνση, γιατί ο παιδικός φίλος του καλοκαιριού είχε φύγει ξαφνικά χωρίς να μας ειδοποιήσει, «μα δεν έχει διεύθυνση», είπε ο υπάλληλος – από τότε ξέρεις πως ο κόσμος δεν μπορεί να σου δώσει καμιά βοήθεια.
Εξάλλου ήρθε ο καιρός να παραδεχτούμε ότι δεν κάναμε κι εμείς τίποτα σπουδαίο. Αλλά και ποιο είναι το σπουδαίο; Και σε τι θα βοηθούσε;
Άνθρωποι που μας ξεγέλασε η τύχη ή μας πρόδωσε τ’ όνειρο
κι ω μάταιες ελπίδες, πόσο σας αγαπήσαμε έναν καιρό.

Σελήνη 20 ημερών απόψε… Πώς έφυγαν τα χρόνια!



Τάσος Λειβαδίτης από Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα.