Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα

Είναι κάποιοι μουσικοί που ο χρόνος τους αγαπά λίγο περισσότερο από άλλους, θαρρείς σαν να' ναι τα χαϊδεμένα του παιδιά. Που γι' αυτούς το πεπρωμένο δείχνει τόσο φανερά προδιαγεγραμμένο που δεν μπορείς παρά να αποδεχτείς το γεγονός πως είχε γραφτεί για εκείνους πριν από εκείνους, πριν καν δηλαδή ξεκινήσουν από μόνοι τους τη δική τους διαδρομή και προσπάθεια. Και πως απλά ακολούθησαν τον ρου της ιστορίας, όπως εκείνη ήθελε γι' αυτούς από την αρχή να κάνουν.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης ανήκει σε αυτή την ομάδα των εκλεκτών. Παρακολουθώ το αφιέρωμα της σειράς "Έλληνες του Πνεύματος και της Τέχνης" στο κανάλι της τηλεόρασης, ακούω τον αφηγητή να περιγράφει τα παιδικά του χρόνια, όταν ο πατέρας του δεν ήθελε ούτε σαν αστείο να ακούσει για μπουζούκι, αφού εκείνους τους δύσκολους μεταπολεμικούς καιρούς το μπουζούκι ήταν ένα όργανο στιγματισμένο, το εργαλείο των ναρκομανών, των φυλακισμένων και της αποδιοπομπαίας μουσικής τους, του ρεμπέτικου. Ο γιος του δεν θα ακολουθούσε αυτό τον δρόμο, όχι αν περνούσε από το χέρι του, ο κόσμος να γυρνούσε ανάποδα.

Όμως ο κόσμος είχε άλλα σχέδια κατά νου για το εντεκάχρονο αγόρι από τα Τρίκαλα. Παρόλο που ο πατέρας είχε στην κατοχή του ένα μπουζούκι, είχε ωστόσο απαγορεύσει στον νεαρό Βασίλη κάθε επιθυμία να δοκιμάσει να παίξει. Αντί αυτού, του αγόρασε ένα βιολί και τον έγραψε στο ωδείο να μάθει την καθωσπρέπουσα μουσική της δύσης. Δεν θα κρατούσε όμως για πολύ. Αναρωτιέμαι ποια θα ήταν η κατάληξη του Βασίλη Τσιτσάνη, πώς θα είχε εξελιχθεί ως μουσικός αν εκείνη τη χρονιά στα έντεκά του χρόνια δεν πέθαινε ο πατέρας του, και εκείνος δεν αθετούσε την πατρική εντολή σπάζοντας το βιολί που του είχε αγοράσει χωρίς τη δική του συναίνεση και διακόπτοντας τις κλασικές σπουδές προκειμένου να αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στην πραγματική του αγάπη και σκοπό στη ζωή του, που ήταν τι άλλο από το μπουζούκι. Το οποίο βέβαια από εκείνη τη στιγμή και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν θα έφευγε από τα χέρια του παρά μόνο όταν τα δάχτυλά του θα μάτωναν πάνω στις χορδές από την επίμονη και ακατάπαυστη εξάσκηση. Χάρη σε αυτή την επιμονή και το ταλέντο αυτού του σεμνού και ακάματου υπηρέτη της μουσικής, το μπουζούκι έχει φτάσει σήμερα να είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το αυθεντικό ελληνικό λαϊκό τραγούδι.

Φέτος κλείνουν 29 χρόνια από τον θάνατό του. Μεταφέρω ένα απόσπασμα από το άρθρο που γράφτηκε γι' αυτόν στη σελίδα skai.gr με αφορμή το αφιέρωμα στο κανάλι, το οποίο νομίζω ότι περιγράφει πολύ όμορφα τους δύο κόσμους μέσα στους οποίους ισορροπούσε ο μουσικός: "Το πορτρέτο του Τσιτσάνη συστήνεται σαν ένα ταξίδι μέσα στη γεωγραφία της ζωής του συνθέτη, γεωγραφία που ορίζεται με πρώτη συντεταγμένη τα Τρίκαλα και απλώνεται στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, στο σπίτι και το θρυλικό υπόγειο της οδού Αχαρνών, στα ρημαγμένα studio της Κολούμπια, στο Χάραμα, στο άλλο σπίτι και στο άλλο υπόγειο της Γλυφάδας. Ο “πάνω” κόσμος του Τσιτσάνη πάντα πολύβουος, γεμάτος φίλους, παθιασμένους θαυμαστές, δόξα και δημοσιότητα αντιπαρέρχεται μόνιμα στην αφήγηση τον "κάτω" κόσμο των μοναστικών σχεδόν υπόγειων χώρων, που σε κάθε σπίτι φρόντιζε να διαμορφώνει για τον εαυτό του. Υπόγειοι χώροι στους οποίους αποσυρόταν, μάτωνε τα δάχτυλά του στο μπουζούκι, κάπνιζε και δεχόταν μουσικούς και ερμηνευτές για τις ατέρμονες πρόβες που θα τελειοποιούσαν κάθε νέο τραγούδι. Προσωπικά αντικείμενα συντηρημένα από την οικογένειά του και αφημένα εκεί που αυτός τα άφησε σε έναν ακινητοποιημένο χρόνο. Στοιχεία του "ιδιώτη" Τσιτσάνη δεν απασχολούν το ντοκιμαντέρ και κάθε μαρτυρία, κάθε εικόνα, υπάρχει μόνο για να φωτίσει το σημείο συνάντησής του με τη μουσική του. [...] Ο συνθέτης φαινόμενο, ο μουσικός που γεφύρωσε το ρεμπέτικο με την μουσική του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκη, ο συνθέτης που αποτύπωσε κάθε τάση, κάθε φάση, κάθε μετατόπιση της ελληνικής κοινωνίας. Ο συνθέτης που συνοψίζει την Ελλάδα από τη δεκαετία του 30 έως και τη δεκαετία του 80, ο φύσει χαρισματικός και θέσει ακραία εργατικός, γίνεται ακόμα γνωστότερός μας, ακόμα πιο αγαπημένος, μέσα από ένα πορτρέτο που εμπλουτίζει την εργογραφία γύρω από τον μεγάλο Έλληνα δημιουργό." Ένα παιχνίδι του πεπρωμένου ή μια ειρωνία της τύχης; Όπως και να' χει, ο Βασίλης Τσιτσάνης έμελε να κατακτήσει το μουσικό στερέωμα του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού με το απαγορευμένο μπουζούκι του αποθανόντος πατέρα του, το μόνο εμπόδιο ανάμεσα σε αυτόν και τη μουσική που τόσο λάτρεψε...


2 σχόλια:

Σοφία είπε...

Θα συμφωνήσω, Εύα για το πόσο μεγάλος δημιουργός υπήρξε ο Τσιτσάνης.
Και χωρίς να το θέλω, κάνω τη σύγκριση με το σήμερα....







DIMI είπε...

Υπέροχος καί εξέχαστος Ο Τσιτσάνης Εύα!Καλό Σ/Κ!!