Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Αγέλαστος Πέτρα


Είναι κάποιες ταινίες που δεν τις βαριέμαι όσες φορές και αν τις δω. Μετά την άχαρη πρώτη φορά η οποία εμπεριέχει τη δυναστική αγωνία του τι θα γίνει στη συνέχεια που τα καταστρέφει όλα, έρχονται οι λυτρωτικές επαναλήψεις, αφού εκεί είναι που μου αποκαλύπτεται όλο το μεγαλείο της ταινίας. Τα μάτια ανοίγουν, η καρδιά αφουγκράζεται και πλέον μπορεί να συγχρονιστεί με τον παλμό της σε όλες της τις διαστάσεις, σκηνοθεσία, σενάριο, φωτογραφία, μοντάζ, όλες δηλαδή τις επιμέρους μικρές τέχνες που φτιάχνουν τη μία και μεγάλη, αυτήν του κινηματογράφου.

Η Αγέλαστος Πέτρα του Φιλίππου Κουτσαφτή είναι μία από αυτές τις ταινίες, η οποία βρίσκεται σε περίοπτη θέση στη λίστα των αγαπημένων μου, όχι μόνο επειδή είναι από τις δουλειές εκείνες που μπόρεσαν να μιλήσουν μέσα μου και να με συγκινήσουν, αλλά και επειδή πρόκειται για μια ελληνική παραγωγή και επομένως αυτή η συγκίνηση μετουσιώνεται εν μέρει και σε υπερηφάνεια.

Η ματιά του σκηνοθέτη, ο οποίος υπογράφει και κείμενο και φωτογραφία, πραγματικά καθηλώνει με την διεισδυτικότητα και την οξύτητά της. Θέμα η Ελευσίνα, ένας τόπος που παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στο ένδοξο και μεγαλειώδες παρελθόν και το παρακμιακό παρόν της. Ο αφηγητής σε παίρνει από το χέρι και μαζί περιδιαβαίνετε τις σύγχρονες γειτονιές που μπλέκονται με τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία δε σταματούν να έρχονται στο φως από την αρχαιολογική σκαπάνη δηλώνοντας το παρόν που όμως δεν ακούει πια κανείς. Η ζωή τρέχει, όπως τρέχουν τα αυτοκίνητα πάνω στην εθνική που περνά από τις παρυφές του Ιερού της Ελευσίνας, ένα ιερό που αποδομείται μέρα με τη μέρα, λήθη με τη λήθη. Μόνος κλειδοκράτορας ένας άστεγος επαίτης, ένας "κατατρεγμένος και αλαφροΐσκιωτος που έπεσε στο σήμερα", ο οποίος αλιεύει τα παραγκωνισμένα εδώ κι εκεί απομεινάρια των αρχαίων μνημείων επιστρέφοντάς τα στην ιερή βάση τους, τον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας.

Σύμφωνα με την παράδοση η Αγέλαστος Πέτρα, που έδωσε το όνομά της και στην ταινία, ήταν ο βράχος πάνω στον οποίο κάθισε η θεά Δήμητρα όταν έκλαψε την αρπαγή της κόρης της Περσεφόνης από το Πλούτωνα, θεό του Κάτω Κόσμου. Κάποιος ερευνητής προχώρησε λίγο μακρύτερα υποστηρίζοντας πως πρόκειται για ένα σύνολο τριών βράχων που δείχνουν τον δρόμο προς τη σπηλιά που οδηγεί στην είσοδο του Κάτω Κόσμου.

Η ταινία προβλήθηκε πριν από λίγες μέρες σε επανάληψη από το κανάλι της ΝΕΤ σε ώρα που τα παιδιά σίγουρα θα βρίσκονταν στα κρεβάτια τους και άρα δύσκολα θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν. Όμως οι ζώνες ευρείας θεαματικότητας έχουν από καιρό καταληφθεί από τα ολοένα αυξάνοντα και πληθαίνοντα τουρκικά σίριαλ που προφανώς θεωρούνται από κάποιους ιθύνοντες πιο επιμορφωτικά και πιο ηθοπλαστικά, εφόσον εξακολουθούν να μας βομβαρδίζουν με αυτά χωρίς σταματημό. Τα οποία με τη σειρά τους βέβαια, εξακολουθούν να  βομβαρδίζουν με την ησυχία τους με την προπαγάνδα τους τον εγκληματικά αδιάφορο και επιδερμικό νεοέλληνα που τόσο τραγικά εύκολα έχει φτάσει να ικανοποιείται με ό,τι σαβούρα τον ταΐζουν ένθεν κακείθεν, με αποτέλεσμα να τους κρατά όλους μια χαρά ευχαριστημένους. Ποιος όμως πρόκοψε με το να τους κρατά όλους ευχαριστημένους; Ιδού η απορία... Κρατώ την παρομοίωση του σκηνοθέτη όταν περιγράφει τους βέβηλους του Ιερού της Ελευσίνας που με τα χρόνια επλήθαιναν και εισέβαλαν σε αυτό σαν το νερό στο καράβι που βυθίζεται... Είναι τόσο αγεφύρωτες οι αποκλίσεις των μέτρων και των σταθμών που πια ούτε με κεφαλαίο δεν θέλω να τονε γράψω, γιατί, αν με ρωτήσεις, θα πω ότι έχει χάσει προ πολλού αυτό το δικαίωμα μαζί με μύρια άλλα.

Μεταφέρω το κατατοπιστικό σχόλιο που διάβασα στον Κενό Φάκελο αναφορικά με την ταινία:

"Η Αγέλαστος Πέτρα (2000) είναι μία ταινία από τον σκηνοθέτη Φίλιππο Κουτσαφτή. Στην αγέλαστο πέτρα κάθησε η θεά Δήμητρα όταν έψαχνε την Περσεφόνη. Στην Ελευσίνα, την πόλη των αρχαίων Μυστών. Μια ταινία χωρίς αγγεία, ανασκαφές, αρχαιολόγους, και βρώμικα επαρχιακά δρομάκια. Η κάμερα, για δέκα σχεδόν χρόνια τριγυρνάει στην πόλη και τη γύρω περιοχή. Τη γη των Ελευσίνιων Μυστηρίων, την πόλη της Δήμητρας και της Περσεφόνης που μετατράπηκε τις τελευταίες δεκαετίες από το τσιμέντο και την μόλυνση σε μια από τις πιο υποβαθμισμένες περιβαλλοντικά και κοινωνικά περιοχές της Αθήνας. Τιμήθηκε με το Πρώτο Bραβείο Tαινίας Tεκμηρίωσης στα Kρατικά Bραβεία Ποιότητας 2000, το Bραβείο καλύτερης ταινίας της Π.E.K.K., και Bραβείο Kοινού Φεστιβάλ Kινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η ταινία παρακολουθεί τις επιπτώσεις της βιομηχανικής ανάπτυξης στην Ελευσίνα σε ένα διάστημα δέκα ετών. H Eλευσίνα είναι μια μικρή βιομηχανική πόλη, 20 χιλιόμετρα δυτικά της Aθήνας. Mε την πόλη αυτή δέθηκε από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια ο αγαπημένος μύθος των αρχαίων, ο μύθος της θεάς Δήμητρας, θεάς της γεωργίας και της ευφορίας της γης, και της κόρης της, Περσεφόνης. Eδώ όπου, σύμφωνα με το μύθο, πρωτοκαλλιεργήθηκαν τα θεία δώρα, τα δημητριακά, αναπτύχθηκαν και οι μεγαλύτερες βιομηχανίες της Eλλάδας, με καταστροφικές συνέπειες για την περιοχή και το ιερό. Kινηματογραφούμε αυτή την πόλη επί δέκα χρόνια, απ' τη μεριά του προσκυνητή, παρακολουθούμε τα καθημερινά, ταπεινά και μεγαλειώδη; και ανακαλύπτουμε κτερίσματα από το αρχαίο πρόσωπο, εντοιχισμένα στη σύγχρονη ζωή. H Eλευσίνα είναι δυτικά, χώρος ιερός, σημείο και όριο για να δει κανείς τόσο τον κόσμο γύρω του όσο και τον εαυτό του."

Την βρήκα ολόκληρη στο youtube και την παραθέτω για όποιον επιθυμεί να την παρακολουθήσει. Η διάρκειά της είναι περίπου μιάμιση ώρα:





Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

"βασανίζομαι"


Το κτήριο βεβηλωμένο από τα επεισόδια του προηγούμενου χειμώνα, κάπου ανάμεσα στις οδούς Αθηνάς και Ερμού. Αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του '60, όταν το νεοκλασικό στυλ πονούσε για τις βαυαρικές του θύμησες και έπρεπε να εξαλειφθεί από προσώπου πόλης. Ο μοντερνισμός έλυνε κι έδενε τότε στην Ευρώπη, κι εμείς, πιστός ουραγός της, έπρεπε να συμβαδίσουμε με το νέο ρεύμα αν θέλαμε να λεγόμαστε Ευρωπαίοι. Να εκσυγχρονιστούμε. Τρέχαμε ξωπίσω τους ασθμαίνοντας, κι όποιο στίγμα αφήναν το υιοθετούσαμε άκριτα, άβουλα. Γιατί αυτός ήταν ο σκοπός, αν όχι να γίνουμε, τουλάχιστον να φαινόμαστε Ευρωπαίοι. Τουλάχιστον τα κτήριά μας να φωνάζουν Ευρώπη.

Και γίναμε Ευρώπη. Και ξεχάσαμε την Ελλάδα. Την ξεχάσαμε. Και θυσιάσαμε τον χαρακτήρα της στο όνομα του μοντερνισμού. Τα νεοκλασικά της ρήμαξαν. Οι ιδιοκτήτες άρχισαν να τα γκρεμίζουν χωρίς αιδώ και νέες πολυκατοικίες μοντέρνες χτίστηκαν στη θέση τους, με πολλούς ορόφους και με λιτές γραμμές, όπως το επέβαλε ο μοντερνισμός. Και τα κουτιά που γινήκαν τα καινούργια μας σπίτια σκαρφάλωσαν το ένα πάνω στ' άλλο και γίναμε ψηλότεροι και φτάσαμε ως τον ουρανό με τα ολοκαίνουργια εκσυγχρονισμένα υλικά, γυαλί, μπετόν κι ατσάλι, να λαμπυρίζουν απαστράφτοντα κάτω από τον αττικό ήλιο. Και τα νεοκλασικά γινήκαν οίκοι ανοχής και γέμισαν οι γειτονιές της πλατείας Βάθη και του Μεταξουργείου με αναμμένα κόκκινα φωτάκια να στεφανώνουν τις ετοιμόρροπες μισάνοιχτες εισόδους των πάλαι ποτέ περήφανων αρχοντικών της Αθήνας...


Σκαλί-σκαλί, γραμμή-γραμμή κατεβαίνει η ανάρτηση στις κακόφημες γειτονιές και στέκεται σε εκείνο το 'βασανίζομαι' που κλαίει σιωπηλά σαν θρήνος κάποιου ξωτικού που πλανάται εγκλωβισμένο μέσα στην πολύβουη πόλη, λυγμός των φαντασμάτων του χτες που 'χει σταλάξει παράπονο στους νοτισμένους τοίχους των κτηρίων της μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του '60.


Το αυτοκίνητο προσεγγίζει τον δακτύλιο. Η πρωτεύουσα παραλυμένη για δυο 24ωρα από τις κινητοποιήσεις για τα νέα μέτρα. Στις λεωφόρους το αδιαχώρητο.  Πορείες, απεργίες, στάσεις εργασίας και επεισόδια και κάπου στο περιθώριο οι λαθραίοι συνεπιβάτες να συνεχίζουν ανενόχλητοι στους δικούς τους ρυθμούς να κάνουν τα δικά τους. Δυο Πακιστανοί αγκομαχούν να χώσουν ένα καρότσι σουπερμάρκετ γεμάτο τενεκεδένιους θησαυρούς στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας στον Άγιο Παντελεήμονα. Δυο μέρες πριν σ' αυτές τις γειτονιές ένας συμπολίτης μου έχανε τη ζωή του από το μαχαίρι ενός λαθρομετανάστη μέσα στο ίδιο του το μαγαζί. "Εμείς δεν πάμε πουθενά, να φύγουν οι Έλληνες" ηχεί ακόμη στ' αυτιά μου η δήλωση ομοεθνή του στο μικρόφωνο του δημοσιογράφου που κάλυπτε το ρεπορτάζ για τις ειδήσεις των οκτώ.


Το παράθυρο ανεβαίνει. Τσεκάρω τις ασφάλειες στις πόρτες. Κινήσεις ενστικτώδικες, κάθε που πρέπει να διασχίσω το κέντρο της πόλης μου. Ένα κέντρο που δεν μου ανήκει πια...


Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Ορθο-λογισμοί


Ορθού λόγου στεγανά
Ζωής απο-στείρωση
Φαντασίας στείρωση
Ορθο-λογική τέλεση
Ονείρου εκ-τέλεση
Χωρίς αντί-λογο
Χωρίς διά-λογο
Σαφώς υπό-λογο
- Σε ποιον δοσί-λογο; -
(Για ποιον επί-λογο;)
Με τρόπο ανά-λογο
Με το παρά-λογο
Προς τον μονό-λογο
Του εντός και επί ταυτά..

Έτσι, για να σιγοντάρω την υπερ-λογικότητα των καιρών, που με ξεπερνά. 
Η φωτό, από μια βιτρίνα του κέντρου της Αθήνας.