Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Η μέρα που είδα τους Όρνιθες

Αυτή τη φορά ήμασταν οργανωμένοι. Προμηθευτήκαμε τα εισιτήρια τρεις μέρες νωρίτερα και παρακολουθούσαμε μετά περισσής προσοχής τα δελτία καιρού, τα οποία υπόσχονταν μια ηλιόλουστη χωρίς εκπλήξεις Κυριακή.


Ένας ήλιος λαμπερός μόλις είχε αρχίσει να γέρνει προς τη δύση λούζοντας με ένα ολόχρυσο φως τα ιστορικά μνημεία. Ανηφορήσαμε τον γεμάτο από κόσμο πεζόδρομο της Διονυσίου Αεροπαγίτου απολαμβάνοντας τον περίπατό μας κάτω από τον ίσκιο του ιερού βράχου. Τα τουριστικά τρενάκια γεμάτα από τους τουρίστες του όψιμου Αυγούστου ακολουθούσαν το ένα το άλλο σε ένα πολύχρωμο κονβόι που ξεσήκωνε τα παιδιά από ενθουσιασμό στο πέρασμά του.


Είχαμε φτάσει αρκετή ώρα νωρίτερα, έτσι μπορέσαμε να θαυμάσουμε για πολλοστή φορά το περίφημο θέατρο του Ηρώδη του Αττικού ή απλά Ηρώδειο όπως είναι ευρέως γνωστό. Εκεί, στους πρόποδες της Ακρόπολης ο Αθηναίος ευγενής Τιβέριος Κλαύδιος Ηρώδης ο Αττικός έμελε να χτίσει αυτό το κομψοτέχνημα προκειμένου να τιμήσει τη μνήμη της λατρεμένης του συζύγου Ασπασίας Αννίας Ρηγίλλης. Ένα θέατρο χτισμένο για μια γυναίκα, τι πιο ρομαντικό...



Ο κόσμος λιγοστός σεργιανίζει όπως κι εμείς τριγύρω στα μαρμάρινα πλακόστρωτα περιμένοντας την ώρα της έναρξης.


Στο βάθος ο Παρθενώνας και πάλι έγκλειστος πίσω από σκαλωσιές και γερανούς να ξαναφέρνει στη μνήμη τη γνωστή εικόνα που δε λέει να εξαληφθεί δεκαετίες τώρα. Παιδί ήμουν και γέρασα και ακόμα οι σκαλωσιές παραμένουν εγγενές θα έλεγε κανείς στοιχείο της Ακρόπολης χαλώντας ενοχλητικά και επίμονα κάτι από τη μαγεία της.


Παίρνουμε σιγά σιγά τις θέσεις μας. Η ώρα περνά και το θέατρο παραμένει μισο-άδειο. Πόση αντίθεση φέρνουν τώρα αυτές οι κενές από κόσμο κερκίδες σε σχέση με το αδιαχώρητο που βιώσαμε λίγες εβδομάδες νωρίτερα στην Επίδαυρο, όπου δεν έπεφτε καρφίτσα παρά τη χιλιομετρική απόσταση και παρά τις προβλέψεις της μετεωρολογικής υπηρεσίας που προμήνυε βροχές και καταιγίδες, που τελικά ακύρωσαν την παράσταση (η σχετική ανάρτηση εδώ).
Όπως έδειξαν τα πράγματα, ο μήνας Αύγουστος φέτος το είχε σκοπό να βγει όπως ακριβώς μπήκε, με τους Όρνιθες του Αριστοφάνη στο πρόγραμμά μας, ένα έργο που παραμένει επίκαιρο όσοι αιώνες κι αν περάσουν από τότε που γράφτηκε.


Ο ήλιος κρύφτηκε και ένα μισόγιομο φεγγάρι ξεπρόβαλε δειλά πίσω από τον λόφο του Φιλοπάππου παίρνοντας τη θέση του για να παρακολουθήσει και αυτό τα δρώμενα της βραδιάς.


Τα σκηνικά σκεπασμένα από λευκά αραχνοΰφαντα υφάσματα που εξαφανίστηκαν στο λεπτό με το που δόθηκε το σήμα της έναρξης αποκαλύπτοντας ένα εντυπωσιακό σκηνικό με πολλές εμπνευσμένες πινελιές, όπως αποδείχτηκε προς τέρψιν όλων, στην πορεία.


Εδώ, λεπτομέρεια με το λογότυπο του φετινού φεστιβάλ Αθηνών πάνω στο μπλουζάκι της ταξιθέτριας που, μαζί με τις οδηγίες σχετικά με τις θέσεις των θεατών, επισήμανε σε κάθε ευκαιρία ότι δεν επιτρέπονται φωτογραφίες και βιντεοσκοπήσεις κατά τη διάρκεια της πάράστασης.


Κρίμα... Εντάξει, δεν θα βγάλω φωτογραφίες από την παράσταση...
Ίσως ένα κλικ μόνο από την ιδιαιτέρως ατμοσφαιρική έναρξη του έργου, την ώρα που ανοίγει η αυλαία αποκαλύπτοντας μέρος του τείχους που έχτισαν τα πουλιά για να προστατέψουν τη καινούργια τους πόλη ως οι νέοι κυρίαρχοι του ουρανού και της γης. 


Εντάξει, ίσως ένα κλικ ακόμα στα κλεφτά κάπου στα μισά και στο περίπου, αφού δεν μπορούσα να φέρω την κάμερα στο πρόσωπό μου γιατί θα γινόμουν αντιληπτή.


Καλά, και ένα τελευταίο κλικ στο φινάλε, στην τελευταία υπόκλιση του καστ του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, το οποίο παρουσίασε μια εκπληκτική και προσεγμένη δουλειά από το πρώτο λεπτό ως το τελευταίο. Όλοι τους έπαιξαν καταπληκτικά και, φυσικά, καταχειροκροτήθηκαν με ένα χειροκρότημα ενθουσιώδες που διήρκησε ώρα πολλή.


Αίσθηση έκανε ο σεβασμός που έδειξαν οι εμπνευστές της παράστασης στο κείμενο του μεγάλου αρχαίου κωμικού, καθώς και η ολόφρεσκη και ευρηματικότατη σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα που καθήλωσε τους θεατές. Το κλου που αιφνιδίασε ευχάριστα με την ευρηματικότητά του τους πάντες ήταν αναμφισβήτητα ο τρόπος παρουσίασης της ομάδας των απεσταλμένων ολύμπιων θεών στη Νεφελοκοκκυγία. Δεν υπήρξε θεατής που να μην ξεκαρδίστηκε στο γέλιο, αφού ο τρόπος που παρουσιάστηκαν ήταν πραγματικά ιδιοφυής και πάρα πολύ αστείος.
Ένα συνονθύλευμα άψυχου και έμψυχου υλικού με κορμό κατασκευασμένο ως γλυπτό σύμπλεγμα που αναπαριστούσε τρεις θεούς και με μέλη πτυσσόμενα και ολοζώντανα που στο τέλος έτρεχαν αριστερά και δεξιά (όντας ενσωματωμένα πάνω στους ίδιους τους ηθοποιούς που απάρτιζαν αυτό το ανεπανάληπτο κατασκεύασμα) με σκοπό να ορμήσουν στο μαγειρεμένο κρέας, καθότι πεινασμένοι μέχρι λιμοκτονίας τώρα που το τείχος εμπόδιζε την τσίκνα από τις θυσίες των ανθρώπων να φτάσει στους θεούς, οι οποίοι εύλογα διαμαρτύρονταν για τη νέα τάξη πραγμάτων που τους είχε επιβληθεί από τα πουλιά.

Για πιο ολοκληρωμένη άποψη, μπορείτε να διαβάσετε την υπόθεση της αρχαίας κωμωδίας Όρνιθες του Αριστοφάνη εδώ.

Μεταφέρω, ωστόσο, το σημείωμα του σκηνοθέτη Γιάννη Κακλέα σχετικά με την παράσταση:

"Ένα ταξίδι στην επιθυμία για ένα κόσμο ελεύθερο, ένα κόσμο δίκαιο, με αίτημα την Ευτυχία είναι  οι « Όρνιθες » του Αριστοφάνη. Ο μεγάλος αυτός σατιρικός ποιητής μας διηγείται μια ιστορία ανατροπής μιας κοινωνίας διεφθαρμένης, παρακμιακής, μιας κοινωνίας που υποβαθμίζει την επιθυμία για Ζωή, σε αγωνιώδη προσπάθεια για Επιβίωση.
Οι «Όρνιθες» είναι ένα κείμενο πολιτικό και ταυτόχρονα μια ποιητική παραβολή που καυτηριάζει ένα κόσμο απάνθρωπο και ονειρεύεται «μια κοινωνία πουλιών», δηλαδή μια κοινωνία με φαντασία, που υιοθετεί τις Αρχετυπικές αξίες του Δικαίου, της Αξιοκρατίας και της Διαρκούς Κίνησης. Μια κοινωνία που μπορεί να φαντάζει απραγματοποίητη,  αλλά που ο Άνθρωπος αν σταματήσει να την επιθυμεί κινδυνεύει με αφανισμό.
Οι «Όρνιθες» είναι ένα έργο τόσο σύγχρονο όσο και η ανάγκη του ανθρώπου να πετάξει πάνω από τις ατομικές και κοινωνικές δεσμεύσεις του και να δημιουργήσει  μια «άλλη» κοινωνία, χωρίς υποκρισία, φόβο, καταστροφική μανία και κοινωνική αδικία.
Ουτοπικό; Από εμάς εξαρτάται!
Γιάννης Κακλέας
Σκηνοθέτης"



Στο δρόμο της επιστροφής περνάμε μπροστά από το Μουσείο Ακρόπολης. Τα φρεσκογυαλισμένα μάρμαρα λάμπουν κάτω από το φως των προβολέων δημιουργώντας ένα υποβλητικό θέαμα που μαγνητίζει το βλέμμα όσες φορές κι αν το δεις, φέρνοντας στο νου την ίδια σκέψη που έκανε τον σκηνοθέτη να αναρωτηθεί, για μια δεύτερη φορά:

Ουτοπικό; Από εμάς εξαρτάται!



Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Ποιήματα κι εγκλήματα



Περπατώντας σε ανήλιαγους δρόμους
βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο με μια πινακίδα
που γράφει από μόνη της ιστορίες νουάρ κάθε που η πόλη κοιμάται.
Ιστορίες σκοτεινές για μυστικά και κρίματα
ιστορίες καλλιτεχνικές για ποιήματα κι εγκλήματα.




Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Eva Psarrou και ΕΑΠ.iΛΕktoi στα Top Blogs

Από χτες 21 Αυγούστου τα δύο μου blogs συμπεριλαμβάνονται στις λίστες του Top Blogs.

Σας ευχαριστώ για την προτίμηση.

 



~~~~~~~~~


Leave nothing but footprints, a photo by Eva Psarrou on Flickr.


Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Οι τελευταίοι των Μοϊκανών

Φέτος το καλοκαίρι η γειτονιά μου γέμισε από ενοικιαστήρια. Τα σπίτια άρχισαν να αδειάζουν διαδοχικά λες κι έχουν κολλήσει κάποιον ιό που μεταδίδεται από το ένα στο άλλο αφοπλίζοντάς τα με ραγδαίους ρυθμούς. Το φαινόμενο είναι πρωτόγνωρο για μια γειτονιά που θυμίζει τις γειτονιές των χωριών που όλοι είναι από πάντα εκεί και γνωρίζονται μεταξύ τους.

Τον χορό ξεκίνησε ο ένοικος του επάνω ορόφου, ο οποίος ήταν ο πρώτος που πήρε τη μεγάλη απόφαση να επιστρέψει στο πατρικό. Ήταν πολύ το ενοίκιο και τώρα, με την οικονομική κρίση να έχει κόψει τη δουλειά στο μισό, δεν είχε νόημα να μένει μόνος σε ρετιρέ.

Το ίδιο ετοιμάζονται να κάνουν και οι απέναντι, σκοπεύουν να φύγουν άμεσα για να ζήσουν με τα πεθερικά. Μεγάλη υπόθεση να έχεις βοήθεια από έναν άνθρωπο δικό σου στο σπίτι να φροντίζει το μωρό όσο εσύ παλεύεις για να μη λείψει το ψωμί από το τραπέζι, άσε που δεν υπάρχει και εμπιστοσύνη στις μέρες μας με τόσα που γίνονται και ακούγονται. Χώρια τα έξοδα που μειώνονται κατακόρυφα όταν δεν έχεις και νοίκι να πληρώνεις ή νταντά να σου κρατάει το παιδί, αλλά τη μητέρα σου, τη μητέρα του ή κάποιο κοντινό συγγενικό σου πρόσωπο.

Θα μου πεις, και η ελευθερία; Η αυτονομία; Τι γίνεται με αυτά; Πώς θα ανακαλύψεις τον κόσμο, τον εαυτό σου ζώντας πάλι από την αρχή με το μπαμπά και τη μαμά στο παιδικό σου δωμάτιο; Πριν από μερικά χρόνια τέτοιες επιλογές θα θεωρούνταν αδιανόητες ή και αστείες, τώρα όμως; Τώρα οι προτεραιότητες έχουν αλλάξει και αυτός που αποφασίζει δεν είσαι πλέον εσύ και οι μεγαλεπίβολοι στόχοι σου, αλλά ο παράγοντας επιβίωση... 

Πριν από πολλά χρόνια μετακόμισε στη γειτονιά ένα ζευγάρι Αλβανών. Πτυχιούχοι κτηνίατροι εκεί, βιοπαλαιστές εδώ. Πέρασαν από όλες τις δουλειές χωρίς να ντραπούν, χωρίς να σκεφτούν ότι μπορεί να τους υποτιμά να πλύνουν πιάτα ή να κάνουν οικοδομικές εργασίες όντας πτυχιούχοι. Τα δυο παιδιά τους γεννήθηκαν εδώ, μεγάλωσαν και πήγαν στο σχολείο και τα ελληνικά έγιναν η νέα τους μητρική γλώσσα. Δεν έχουν ακουστεί ούτε μία φορά, άνθρωποι ήσυχοι, οικογενειάρχες, μερικές φορές ίσως και περισσότερο από τους δικούς μας. Πολύ συχνά μου φέρνουν στο μυαλό την ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του '60, επικοινωνιακοί, να νοιάζονται για τον άλλο, να έχουν την οικογένεια πάνω απ' όλα, εγκάρδιοι..

Πριν από μια εβδομάδα έβαλαν τα πράγματά τους σε ένα φορτηγό για να επιστρέψουν πίσω, στα πάτρια εδάφη σε μια πατρίδα που τα παιδιά τους μόνο ακουστά την είχαν. "Τι να κάνουμε εδώ; Δεν υπάρχουν πια δουλειές για μας. Όσο το καθυστερούμε τόσο πιο ξένοι θα γινόμαστε εκεί. Τα παιδιά ήδη θα δυσκολευτούν να ενσωματωθούν, είναι πλέον ελληνάκια. Τώρα θα είναι ξένοι και εκεί, και αυτά και εμείς μετά από τόσα χρόνια απουσίας, όπως ήμασταν εδώ όταν είχαμε πρωτοέρθει, που δεν μας ήξερε και δεν μας ήθελε κανείς.."

Αυτά μου είπε η μάνα έτοιμη να βάλει τα κλάματα στη μέση του δρόμου. Δεν ήθελε να φύγει.. Μετά τον πρώτο ξεριζωμό, να' σου κι ένας δεύτερος από μια δεύτερη πατρίδα σε μια ξένη πλέον πρώτη, έτσι, για να έχει η ζωή πιο ενδιαφέρον...

"Ο κόσμος συσπειρώνεται, επιστρέφει στα σπίτια του, στα σπίτια των γονιών του, πίσω στις πατρίδες του. Η ζωή έχει γίνει δυσβάσταχτη, δεν βγαίνει όντας μόνος να παλεύεις με τα κύματα. Οι δύσκολοι καιροί συσπείρωσαν τις οικογένειες, κάτι είναι κι αυτό, μια παρηγοριά.." ακούω τον συνομιλητή μου να λέει, κι εγώ.. Κι εγώ, που όλο λέω θα φύγω
είχα πει θα φύγω
Όμως είμαι ακόμα εδώ 
κι αυτό το καλοκαίρι..

που λέει και το τραγούδι, το τραγούδι ημών, των τελευταίων... των τελευταίων των Μοϊκανών...

 

 Στη φωτό ένα από τα χρυσόψαρα του ενυδρείου μας. Παρόλο που θεωρούνται τετριμένο είδος σε σχέση με άλλα πιο εξωτικά ψάρια, στα μάτια μου είναι ένα έργο τέχνης. Οι κινήσεις τους νωχελικές και ατέρμονες, τα χρώματα εκθαμβωτικά και τα μακριά τους πτερύγια, ευαίσθητα σε κάθε κίνηση του κορμού, αιωρούνται αβίαστα σαν αραχνοϋφαντα πέπλα που τα χαϊδεύει νυχτερινό μαϊστράλι. Δίπλα σε μια σκληρή πραγματικότητα, ένας παράλληλος κόσμος σιωπής, ομορφιάς και δικαιοσύνης..

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Η μέρα που δεν είδα τους Όρνιθες

Δεν είχαμε βγάλει εισιτήρια, ούτε καν ξέραμε το πρόγραμμα παραστάσεων για το φετινό καλοκαίρι. 'Πάμε;' 'Πάμε' ήταν η αναμενόμενη απάντηση από όλους, αφού για όλους μας Αύγουστος χωρίς Επίδαυρο δεν γίνεται παρά μόνο όταν λείπουμε από την Αθήνα. Για μεγάλη μας χαρά είδαμε ότι υπήρχε παράσταση με τους Όρνιθες του Αριστοφάνη, ο οποίος είναι η αδυναμία και των δύο παιδιών μου. Η πρώτη φορά που τους είχα πάει πήγαιναν δεν πήγαιναν τρίτη με τετάρτη δημοτικού έκαστος.

Προσπάθησα από τη μεριά μου να τους εντρυφήσω από νωρίς στην αρχαία κωμωδία αρχικά να εξοικειωθούν με το συγκεκριμένο είδος θεάματος, ώστε στην πορεία το πέρασμα στην περισσότερο απαιτητική αρχαία τραγωδία να γίνει ομαλά. Σήμερα βρίσκονται σε φάση να μπορούν να κρίνουν και να συγκρίνουν παραστάσεις μεταξύ τους καθώς και δημιουργούς. Ο Αριστοφάνης όμως παραμένει ο πιο αγαπημένος τους και τι χαρά όταν είδαμε ότι υπήρχε παράσταση Αριστοφάνη με ένα έργο που δεν είχε τύχει να δούμε καμία φορά.


Τη μία μέρα το βρήκαμε, την άλλη ήμασταν έτοιμοι. Μαζί μας θα ερχόταν και μία θεία του συζύγου, η οποία δεν είχε πάει ποτέ της Επίδαυρο κι όταν το άκουσε πέταξε από τη χαρά της. Έφυγε από το εξοχικό που ήταν με τον άντρα της, βούτηξε το αυτοκίνητο και μέσα σε δύο ώρες ήταν στο σπίτι μας έτοιμη για αναχώρηση.

Αυτές τις δύο ώρες που μεσολάβησαν ο μικρός μου γιος μπήκε στο ίντερνετ και φρόντισε να μάθει τα πάντα για την υπόθεση του έργου, ώστε να είναι προετοιμασμένος. 'Μην ανησυχείς θεία, εγώ θα σου λέω τι θα βλέπουμε' δήλωσε περήφανα, και με το δίκιο του βέβαια.

Φαίνεται όμως πως λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο και ο ξενοδόχος στην προκειμένη ήταν ο καιρός. Μέχρι να έρθει η ώρα της αναχώρησης μαύρα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται απειλητικά έτοιμα να ξεσπάσουν. Για πρώτη φορά ύστερα από έναν καυτό Ιούλη που μας έψησε κυριολεκτικά με τις θερμοκρασίες του και έναν μισό Αύγουστο που πεισματικά δεν έλεγε να δροσίσει, ο αέρας μύρισε βροχή και καταιγίδα.

Βρήκα το τηλέφωνο του αρχαίου θεάτρου, το οποίο βούιζε ασταμάτητα. Κάποια στιγμή η γραμμή ελευθερώθηκε. 'Θα γίνει η παράσταση απόψε;' ρώτησα και η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής δεν απάντησε στο ερώτημα με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο. 'Ακούστε, αυτή τη στιγμή που μιλάμε σε όλες τις περιοχές τριγύρω βρέχει καρεκλοπόδαρα, όμως εδώ δεν έχει ρίξει σταγόνα βροχής. Όσο αυτό κρατήσει, η παράσταση δεν ματαιώνεται, δεν μπορώ όμως να σας πω με σιγουριά αν η υπάρχουσα κατάσταση θα παραμείνει ως έχει μέχρι την ώρα της έναρξης.'

Ούτε ναι, ούτε όχι, δηλαδή. Προβληματιστήκαμε. Ο καιρός είχε ήδη μαυρίσει για τα καλά. Άλλες μέρες θα παρακαλάγαμε να γίνει αυτό, όμως τώρα βρήκε; Που θα πηγαίναμε στην Επίδαυρο;
Η θεία απογοητευμένη αποφάσισε να επιστρέψει στο εξοχικό, δεν το ρίσκαρε να κάνει το δρομολόγιο για το τίποτα. Κι εκεί που το αποφάσισε να' σου και οι πρώτες στάλες πάνω στα κεφάλια μας. Και αφού η παράσταση προφανώς θα ματαιωνόταν, πήρε μαζί της και τον μικρό για λίγες μέρες να κάνει, παρεπιπτόντως, τα μπάνια του.

Μείναμε στο σπίτι οι δυο μας και ο Λευτέρης, ο οποίος είναι στο σπίτι αυτές τις μέρες με άδεια. Είχε κάνει χαρά που θα έβλεπε την παράσταση πριν φύγει για Κύπρο... ναι, εκεί τον στείλανε τελικά, στην Κύπρο... Ο άντρας μου τον είδε έτσι απογοητευμένο και έριξε την ιδέα. 'Πάμε μωρέ, το πολύ-πολύ αν δεν ευωδώσει, καθόμαστε κάπου εκεί κοντά να φάμε, να κάνουμε τη βόλτα μας και επιστρέφουμε.'

Όλοι πετάξαμε τη σκούφια μας!

Στην εθνική οδό μας έπιασε η βροχή. Στο βάθος, προς τη μεριά της Επιδαύρου, ο κόσμος άστραφτε και βρόνταγε.. Δύσκολα θα άλλαζαν τα πράγματα όπως έδειχνε η κατάσταση, όμως ήμασταν ελεύθεροι να κάνουμε όποιο πρόγραμμα θέλαμε, ούτε εισιτήρια θα χάναμε, ούτε είχαμε κοπιάσει να τα αποκτήσουμε και αν σε περίπτωση γινόταν τελικά και ανέβαινε η παράσταση, δεν θα είχε και κόσμο, αφού ο καιρός θα οδηγούσε λογικά πολλούς σε ακύρωση των σχεδίων τους. Άρα, όλα καλά.

Σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων πριν τον προορισμό μας η κίνηση άρχισε να πυκνώνει, μέχρι που λίγο πριν την είσοδο στους χώρους στάθμευσης έξω από το αρχαίο θέατρο έφτασε να γίνεται το αδιαχώρητο. Ήταν πραγματικά τόσο παρήγορο και τόσο ελπιδοφόρο να βλέπεις μια φάλαγγα από αυτοκίνητα γεμάτα από κόσμο που πραγματικά διψάει για αυτές τις εκδηλώσεις πολιτισμού που τόσο άδικα δεν προβάλλονται όσο θα' πρεπε με αποτέλεσμα να περνάνε στα αζήτητα... Φτάσαμε στα ασφυκτικά γεμάτα από κόσμο ταμεία με τον καιρό μαυρισμένο έτοιμο να βρέξει. Λίγες στάλες βροχής έπεφταν εδώ κι εκεί σποραδικά, ενώ το χώμα πρόδιδε με τις νερολακκούβες του ότι είχε προηγηθεί δυνατή μπόρα. Ο Λευτέρης έφυγε μπροστά να ρωτήσει αν τελικά θα προχωρήσει κανονικά το πρόγραμμα και εκείνα μόλις τα λεπτά πήρε η κοπέλα του ταμείου ενημέρωση ότι η παράσταση με τους Όρνιθες του Αριστοφάνη δυστυχώς ακυρώνεται οριστικά λόγω καιρικών συνθηκών.

Φύγαμε ολίγον απογοητευμένοι, αφού όπως είπε κι ο Λευτέρης μου, φτάσαμε στην πηγή και δεν ήπιαμε τελικά νερό. Ο κόσμος πήρε στενοχωρημένος τον δρόμο της επιστροφής. Σκεφτόμασταν όλους αυτούς τους ξένους που έρχονταν από τις άκρες του κόσμου προκειμένου να δουν παράσταση αρχαίας κωμωδίας να φεύγουν άπραγοι και απογοητευμένοι, και τη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει μια τέτοια ματαίωση για την εντύπωση ..ελαφροσύνης που δίνουμε σε αυτούς που επισκέπτονται τη χώρα μας... Πήγαμε στη Νέα Επίδαυρο όπως και τόσοι άλλοι που είχαν την ίδια ιδέα με εμάς και μέσα σε λίγα λεπτά δεν έπεφτε καρφίτσα στο λιμάνι. Κάτι καλό βγήκε έστω από τη ματαίωση, αφού εξαιτίας της πήραν λίγη ζωή τα επαρχιακά καφέ και ταβερνάκια της περιοχής...

Παρόλο που μείναμε με το παράπονο της ματαίωσης, τα περάσαμε υπέροχα, φάγαμε, συζητήσαμε, γελάσαμε και επιστρέψαμε χορτάτοι από καλή διάθεση πίσω στην Αθήνα αργά τη νύχτα. Το ωραίο της υπόθεσης ήταν ότι τελικά δεν έριξε σταγόνα βροχής στην Επίδαυρο, ο καιρός είχε ανοίξει και θα μπορούσαμε να δούμε τη βροχή των Περσειδών που είχε προαναγγελθεί, σε έναν ξάστερο λαμπερό ουρανό. Το πιο ωραίο είναι ότι τώρα που γράφω από το γραφείο του σπιτιού μου έξω γίνεται χαλασμός από το αυγουστιάτικο μπουρίνι που ξέσπασε μόλις πριν από λίγα λεπτά...