24.2.11

Ιθάκες


  Είναι εντυπωσιακό το πώς έρχονται μερικές φορές τα πράγματα στη ζωή. Θυμάμαι όταν στα εφηβικά μου χρόνια οι δικοί μου αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πολύβουη Αθήνα για να φτιάξουν ένα σπίτι κάπου πιο έξω, στα προάστια, όταν σχεδόν τίποτα δεν είχε κτιστεί σ’ εκείνη την περιοχή.
 Θυμάμαι πώς είχα επαναστατήσει που θα έχανα τις φίλες μου, τις αγαπημένες βόλτες μου, τα στέκια μου, τη θέα της Ακρόπολης από το μπαλκόνι του σπιτιού μας, για να πάω σε μια περιοχή όπου δεν ήξερα κανέναν και δεν με ήξερε κανείς. Τι κι αν το κρεβάτι μου βρισκόταν στο σαλόνι και το γραφείο μου τρυπωμένο κάπου μεταξύ κουζίνας και κρεβατοκάμαρας; Τι κι αν ήμασταν ο ένας πάνω στον άλλον στριμωγμένοι σα σαρδέλες σε τσίγκινο τενεκεδάκι, να προσπαθούμε να λειτουργήσουμε μέσα σε μερικά τετραγωνικά που δεν έφταναν ούτε για τους μισούς από την οικογένεια; Ωραία, θα ερχόταν καινούργιο μέλος στην οικογένεια σε λίγους μήνες, θα γεννιόταν η αδελφή μου. Ε, και; Έπρεπε να φύγουμε από το σπίτι μας; Από τη γειτονιά μας; Και να πάμε στην άλλη άκρη της γης;
Γιατί σε μένα έτσι μου φαινόταν τότε, ότι με έστελναν εξόριστη στην άλλη άκρη της γης. Η απόφαση όμως είχε παρθεί και έτσι μία ωραία πρωία… τα μαζέψαμε και φύγαμε.

   Το καινούργιο μας σπίτι τα είχε όλα, μια καλόγουστη μονοκατοικία με μεγάλο κήπο, ο καθένας είχε τον δικό του προσωπικό χώρο, όλα τα δωμάτια είχαν τεράστια παράθυρα, τριγύρω η φύση οργίαζε, ανεξάντλητες αλάνες για παιχνίδι ως αργά, τα αυτοκίνητα ελάχιστα... με λίγα λόγια, το σπίτι αυτό θα μπορούσε να είναι το όνειρο κάθε Αθηναίου που αποζητά την ησυχία του μακριά από τη μέγγενη της μεγαλούπολης σε έναν επίγειο παράδεισο για παιδιά και μεγάλους...

 Εγώ βέβαια, τότε, δεν έβλεπα τίποτα από όλα αυτά. Ούτε και μπορούσα να πειστώ ότι ήταν ο ιδανικός τόπος για να μεγαλώσουν υγιή παιδιά, υγιή στην ψυχή... Δεν ήταν η Ιθάκη μου και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσα να καταλάβω προς τι ο τόσος ενθουσιασμός, πού το έβλεπαν το ιδανικό σε όλο αυτό τον εφιάλτη του ξεριζωμού. Εγώ ήξερα πως το μόνο πράγμα που ήθελα ήταν να γυρίσω πίσω στην πόλη ΜΟΥ, στην πολύβουη γειτονιά ΜΟΥ, στο ανύπαρκτο δωμάτιό ΜΟΥ, στις παρέες ΜΟΥ και στη θέα της Ακρόπολής ΜΟΥ. Κι όταν ήρθε η ώρα να φύγω από το πατρικό μου για να φτιάξω το δικό μου σπιτικό πια, ένιωθα σχεδόν ενοχή που έφευγα από εκεί με τόση ανακούφιση, αφού για μένα ήταν η στιγμή που η εξορία μου σε εκείνον τον παράδεισο είχε επιτέλους λάβει τέλος.

Ξαναγύρισα στην Αθήνα, μόνο για να ανακαλύψω πως τίποτα δεν υπήρχε που να θυμίζει την εξιδανικευμένη ροζ ανάμνηση που είχα ζωγραφίσει με την φαντασία για να με συντροφεύει στα πέτρινα εκείνα χρόνια της εξορίας. Η Αθήνα "μου" (σημ: γένους θηλυκού) είχε σκληρύνει με τα παιδιά της, και, όπως συμβαίνει με κάθε ζώσα ψυχή γένους θηλυκού που φτάνει στο μη περαιτέρω, είχε έρθει η σειρά της να στραφεί εναντίον μας. Είχαμε γίνει οι εχθροί της!.. Η λατρεμένη πόλη των εφηβικών μου χρόνων αμυνόταν εναντίον μας και εκδικούνταν με όποιον τρόπο μπορούσε, μέσα από την ασχήμια, με το αφιλόξενο περιβάλλον της, την εγκληματικότητά της, την αρρωστημένη της ατμόσφαιρα, το κομφούζιο στους δρόμους και με τη θέα της Ακρόπολης εξαφανισμένη από καιρό πίσω από τόνους μπετόν... Άκουγα το κύκνειο άσμα μιας πόλης-φάντασμα που ψυχορραγούσε στη σκιά του πάλαι ποτέ ζηλευτού παρελθόντος της και η «εξορία» των εφηβικών μου χρόνων, αντί να φαντάζει με τιμωρία, είχε τώρα φωτιστεί από ένα διαφορετικό φως, της συναίσθησης της απωλεσθείσας προοπτικής... Πού να φανταζόμουν ότι με τον ερχομό των δικών μου παιδιών θα ερχόταν και η στιγμή που θα διαπίστωνα πως η Ιθάκη δεν ήταν τελικά εκεί που πίστευα, αλλά κάπου πολύ πιο κοντά στην αφετηρία, τόσο απρόσμενα κοντά που τρόμαζε με την ειρωνεία της... Έπιανα τον εαυτό μου να νοσταλγεί εκείνο το σπίτι στην εξοχή που χτίστηκε με τον ιδρώτα των γονέων σε χαλεπούς καιρούς, την ησυχία του, την άπλα του, την ζεστή εκείνη αίσθηση του «σπιτικού» που μου χάριζε τόσο απλόχερα και που τόσο επιπόλαια θεωρούσα ως κάτι το δεδομένο...

Έρμαιο του χρόνου και της λήθης σήμερα, θεματοφύλακας αναμνήσεων που έρχονται φλας-μπακ, εκεί που δεν το περιμένεις, κάθε που ένα τραγικό συμβάν, όπως ένας απρόσμενος θάνατος, έρχεται, το ίδιο σκληρά, να σου χτυπήσει την πόρτα και να σου θυμίσει μνήμες ξεχασμένες ανατρέποντας τα πάντα εκ των υστέρων... Το μεδούλι της ζωής, η ευκαιρία που έρχεται από το ταξίδι της επιστροφής, προς την Ιθάκη του καθενός μας, να αποκαταστήσεις την απωλεσθείσα προοπτική... Η πολυπόθητη Ιθάκη με τα χίλια ονόματα.. όνειρο, πόθος ευσεβής, λαχτάρα για τελειότητα, λόγος και σκοπός, έμπνευση, διαδρομή, ο αγώνας για να φτάσουμε, η φιλοδοξία, ο στόχος... και μετά, τι;... Είναι άραγε αυτό οι Ιθάκες; Είναι μόνο αυτό;...

   Ένας φάρος στο πουθενά που ανάβει νύχτα-μέρα για μας, που δείχνει τον δρόμο της επιστροφής στο ξεκίνημά μας. Όχι, επειδή τα παίρνει όλα πίσω, τις υποσχέσεις, την ελπίδα που έδωσε για κάτι καλύτερο, μια εξέλιξη - ακριβώς το αντίθετο, θα έλεγα. Σε στέλνει να κάνεις το ταξίδι, όχι για να δεις και να γνωρίσεις, όχι για να φτάσεις - και αυτά βέβαια, όμως δεν είναι εκεί το ζητούμενο. Σε στέλνει να κάνεις το ταξίδι, για να απομακρυνθείς για να δεις πανοραμικά και με προοπτική, ώστε να εκτιμήσεις την αξία των όσων προηγήθηκαν και να μπορέσεις να διακρίνεις το φως του δικού σου φάρου, της πραγματικής σου Ιθάκης και να επιστρέψεις επιτέλους σε αυτή.
 
   Δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό, η επιστροφή προς την ωριμότητα, χωρίς το ταξίδι. Ούτε και θα είχες κάνει το ταξίδι χωρίς την υπόσχεση της Ιθάκης... Τι αξία θα είχε η στεγνή ακτή αν δεν είχες χτυπηθεί από τα κύματα στα βάθη των ωκεανών; Απολύτως καμία... Χωρίς μέτρο σύγκρισης, κάποιο σημείο αναφοράς δε νομίζω ότι μπορεί να εκτιμηθεί καμιά αξία.  Το ταξίδι, η Ιθάκη του ποιητή σε όλους τους συμβολισμούς και ερμηνείες τους, είναι στον πυρήνα τους ακριβώς αυτό: ένα σημείο αναφοράς. Τα πάντα εν σοφία εΠΟΙΗΣεν ο ποιητής... Η απώλεια, ο θάνατος; Αυτά τα άφησε για το τέλος, ως την ύστατη δοκιμασία. Η γνώριμη ειρωνεία παρούσα και πάλι: ένας θάνατος για να κλείσει ο κύκλος της ζωής... Του ταξιδιού και της ζωής. Ή του ταξιδιού της ζωής. Διαλέγεις και παίρνεις.

...


 Ιθάκη


Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,

να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,

τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,

αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή

συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.

Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,

τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,

αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,

αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.

Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι

που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά

θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,

να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,

και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,

σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,

και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,

όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,

σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,

να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.

Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.

Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.

Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει

και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,

πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.

Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.

Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.


Κωνσταντίνος Καβάφης

2 σχόλια:

Ρεγγίνα είπε...

Έρχεται καιρός που νοσταλγείς και ονειρεύεσαι εκείνο που έδιωξες με αποστροφή, και αποστρέφεσαι εκείνο που περιέλαβες μέσα σε ροζ ονειρικό περιτύλιγμα.. Γιατί είναι έτσι δεν ξέρω. Προφανώς γιατί ωριμάζουμε επώδυνα..και αμετάκλητα!

Ευαγγελία είπε...

@Ρεγγίνα

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω.. Το σκεφτόμουν μάλιστα αυτό που έγραψες, το πώς ο θάνατος του γονέα είναι κάπως σαν το τελευταίο βίαιο σπρώξιμό τους για να μπεις επίσημα και αμετάκλητα στην ωριμότητα, ακόμα και όταν δεν το θέλεις πολλές φορές. Το τελευταίο μάθημα ζωής που σου δίνουν... Δε νομίζω ότι ξαναγίνεσαι παιδί μετά από αυτό...