Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010

"Μια αληθινή πρόταση..."


Όταν γυρίσαμε στο Παρίσι ο καιρός ήταν αίθριος, κρύος και ευχάριστος. Η πόλη είχε προσαρμοστεί στο χειμώνα, οι ξυλέμποροι και οι ανθρακέμποροι στο δρόμο μας πουλούσαν καλής ποιότητας ξύλα και υπήρχαν μαγκάλια έξω από τα περισσότερα καλά καφέ, ώστε να μπορείς να κάθεσαι έξω στη βεράντα χωρίς να τουρτουρίζεις. Τώρα πια δεν σε ξένιζε η θέα των γυμνών δέντρων κόντρα στον ουρανό, όταν περπατούσες στα φρεσκοπλυμένα λιθόστρωτα μονοπάτια των Κήπων του Λουξεμβούργου μέσα στον καθαρό, τσουχτερό αέρα κι όλες οι αποστάσεις μας φαίνονταν τώρα κοντινές μετά την παραμονή μας στο βουνό.

Εξαιτίας της αλλαγής του υψόμετρου, δεν μου προκαλούσαν πια δέος οι κορυφογραμμές των λόφων αλλά αγαλλίαση, όπως αγαλλίαση ένιωθα σκαρφαλώνοντας ως τον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου όπου έγραφα, σ’ ένα δωμάτιο με θέα όλες τις στέγες και τις καμινάδες του ψηλότερου λόφου της συνοικίας. Το τζάκι τραβούσε μια χαρά στο δωμάτιο και η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και ευχάριστη για δουλειά. Έφερνα μανταρίνια και ψητά κάστανα στο δωμάτιο μέσα σε χαρτοσακούλες, ξεφλούδιζα κι έτρωγα τα μικρά πορτοκαλόχρωμα εσπεριδοειδή και τρώγοντάς τα πετούσα τα φλούδια κι έφτυνα τα κουκούτσια τους στο τζάκι κι έψηνα κάστανα όταν πεινούσα περισσότερο. Ήμουν διαρκώς πεινασμένος με τόσο περπάτημα, κρύο και δουλειά. Εκεί πάνω στο δωμάτιό μου είχα κι ένα μπουκάλι κιρς που το είχαμε φέρει από το βουνό, κι έτσι έπινα λίγο κιρς όταν κόντευα να τελειώσω κάποιο διήγημα ή όταν τέλειωνα τη δουλειά της ημέρας. Όταν σταματούσα να δουλεύω έχωνα το τετράδιο ή το χαρτί στο συρτάρι του γραφείου, μαζί με όσα μανταρίνια απόμεναν στην τσέπη μου. Θα πάγωναν αν τα άφηνα έξω στο δωμάτιο όλη νύχτα.

Ήταν υπέροχο να κατεβαίνω όλα εκείνα τα σκαλιά ξέροντας ότι θα είχε αίσιο αποτέλεσμα η εργασία μου. Δούλευα πάντα ώσπου να ολοκληρώσω κάτι και πάντα σταματούσα όταν ήμουν σίγουρος για το τι θα γινόταν μετά. Έτσι μπορούσα να είμαι βέβαιος για το πώς θα συνέχιζα την επόμενη μέρα. Καμιά φορά, ωστόσο, όταν ξεκινούσα ένα καινούργιο διήγημα και δεν ήξερα πώς να το προχωρήσω, καθόμουν μπροστά στη φωτιά, έσπρωχνα τις μανταρινόφλουδες ως την άκρη της φλόγας και χάζευα τις γαλάζιες αναλαμπές τους. Στεκόμουν και κοίταζα τις στέγες του Παρισιού και σκεφτόμουν: Μην ανησυχείς. Στο παρελθόν έγραφες διαρκώς, θα γράψεις πάλι τώρα. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να γράψεις μια αληθινή πρόταση. Γράψε την πιο αληθινή πρόταση που ξέρεις. Έτσι, τελικά, έγραφα μια αληθινή πρόταση κι αποκεί και πέρα συνέχιζα. Μετά ήταν εύκολα τα πράγματα, γιατί πάντα υπήρχε μια αληθινή πρόταση που είτε ήξερα είτε είχα διαβάσει είτε είχα ακούσει από κάποιον. Αν ξεκινούσα να γράφω επιτηδευμένα ή σαν κάποιον που ανακοινώνει ή παρουσιάζει κάτι, ανακάλυπτα ότι μπορούσα άνετα να περικόψω τα βαρύγδουπα στολίδια, να τα πετάξω και να ξαναρχίσω με την πρώτη εκείνη την αληθινή, την απλή, ξεκάθαρη πρόταση που είχα γράψει. Ψηλά σ’ εκείνο το δωμάτιο αποφάσισα ότι θα γράψω μια ιστορία για κάθε πράγμα που γνωρίζω. Προσπαθούσα να το κάνω αυτό όλη την ώρα που έγραφα, και ήταν μια καλή και αυστηρή πειθαρχία.

Σ’ εκείνο το δωμάτιο ήταν που έμαθα να μη σκέφτομαι τίποτε απ’ ό,τι έγραφα από τη στιγμή που θα σταματούσα να γράφω ως τη στιγμή που θα ξανάρχιζα την άλλη μέρα. Έτσι θα δούλευε το υποσυνείδητό μου και ταυτόχρονα θα άκουγα τους άλλους ανθρώπους και θα παρατηρούσα τα πάντα, όπως έλπιζα. Θα μάθαινα, όπως έλπιζα. Και θα διάβαζα, ώστε να μη σκέφτομαι τη δική μου δουλειά και καταντήσω τελικά ανίκανος να την κάνω. Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια, αφού είχα εργαστεί καλά – κι αυτό χρειαζόταν τύχη αλλά και πειθαρχία – είχα ένα υπέροχο συναίσθημα κι ένιωθα ελεύθερος να πάω οπουδήποτε στο Παρίσι…

Ernest Hemingway, Μια κινητή γιορτή


***


Οι αναμνήσεις του Χέμινγγουεϊ από την περίοδο της παραμονής του στο Παρίσι τη δεκαετία του ’20, όταν ακόμα ήταν ένας άγνωστος δημοσιογράφος, είναι το βασικό θέμα αυτού του βιβλίου-χρονικού που ο νομπελίστας συγγραφέας έγραψε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Εκτός όμως από αυτοβιογραφικό χρονικό, το Μια κινητή γιορτή είναι ταυτόχρονα και χρονικό μιας ολόκληρης (ανέμελης αλλά και εξαιρετικά γόνιμης από λογοτεχνική άποψη) εποχής, στο οποίο παρελαύνουν μεγάλα λογοτεχνικά ονόματα όπως αυτά του Τζέιμς Τζόις, του Έζρα Πάουντ, του Σκοτ Φιτζέραλντ, της Γερτρούδης Στάιν.

***


6 σχόλια:

ria είπε...

καλή χρονιά, με υγεία και χαρές!
να χαίρεσαι την υπέροχη οικογένειά σου!

Artanis είπε...

Χρόνια πολλά Ευαγγελία μου, καλή χρονιά να έχουμε...

Roadartist είπε...

Ευαγγελία Χρόνια πολλά & καλή χρόνια..με πολύ αγάπη και υγεία για σένα και τους αγαπημένους σου!

evaggelia-p είπε...

Ευχαριστώ για τις υπέροχες ευχές, κορίτσια :-) Καλή Χρονιά γεμάτη ελπίδα, αισιοδοξία και μπόλικη έμπνευση!

Talisker είπε...

ωραια!!πολυ καλη αρχη καναμε βρε Εβαβανζελι!!

παμε καθολου καλα??
πφφ
οκ λατρευω αυτους τους πινακες και το εχουμε ξαναπει
αλλα ποσο μα ποσο θα ηθελα το κειμενο να ηταν δικο σου!

-τεμπελιτσα!!
λειπεις που λειπεις ε οταν ερχεσαι να εχεις δωρα παρακαλω!!

χχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ

φιλια πολλα καλη χρονια και περα απο την πλακα το κειμενο ειναι πραγματικα καλοδιαλεγμενο και ναι ξερω
κι αυτο δεν ειναι ευκολο!
χχχχχχχχχχ

evaggelia-p είπε...

Ε, δεν είναι κάθε μέρα του Αη Γιαννιού! Ωχ, σήμερα βρήκα να το πω; :-))
Φιλιά, @τάλι μου παραπονιάρα :-))