Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

"Nelly's"

Το όνομά της ήταν Έλλη Σουγιουλτζόγλου – Σεραϊδάρη, έμεινε όμως γνωστή με την αγγλική εκδοχή του ψευδωνύμου της, με το οποίο επέμενε να υπογράφει όλες της τις δημιουργίες. Ο λόγος για την παγκοσμίου φήμης Ελληνίδα φωτογράφο «Nelly’s». Η Μικρασιάτισσα από το Αϊδίνι με την καλλιεργημένη προσωπικότητα και τον ανήσυχο χαρακτήρα κατάφερε να αναστατώσει μια ολόκληρη κοινωνία και να καθιερωθεί στο παγκόσμιο πάνθεον της καλλιτεχνίας ως κορυφαίο όνομα στο είδος της.

Προερχόμενη από εύπορη οικογένεια, έφυγε μετά την καταστροφή του Αϊδινίου από τα τουρκικά στρατεύματα για τη Σμύρνη κι από εκεί για τη Δρέσδη, όπου και σπούδασε αρχικά μουσική και ζωγραφική και στη συνέχεια φωτογραφία όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές της. Εκεί βρισκόταν όταν άκουσε για την καταστροφή της Σμύρνης και τη σφαγή των Ελλήνων Μικρασιατών από τους Τούρκους. Οι γονείς της ανήκαν στους τυχερούς που κατάφεραν να διαφύγουν στην Ελλάδα.

Στην Αθήνα η Έλλη – Nelly’s εγκαταστάθηκε το 1924, όπου και άνοιξε ένα φωτογραφικό εργαστήρι στην οδό Ερμού. Γερμανικής, αρχικά, επιρροής, σύντομα η τέχνη της στράφηκε προς μια ελληνοκεντρική θεματογραφία για να φτάσει τελικά να συνδεθεί άρρηκτα με την αποτύπωση της αθηναϊκής κοινωνίας του Μεσοπολέμου, της ελληνικής ομογένειας, αλλά κυρίως με την ανάδειξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Τρία χρόνια μετά, αποφάσισε να περιοδεύσει ανά την Ελλάδα και να γνωρίσει από κοντά την ελληνική ύπαιθρο και τους ανθρώπους της, τα οποία αποθανάτισε με τον φωτογραφικό της φακό. Το υλικό της εκείνης της περιόδου συνέθετε μια «ειδυλλιακή» Ελλάδα, αγνή, ανόθευτη, ενώ η τεχνική της αποκτούσε όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά που θα σφράγιζαν τη μοναδικότητα της δουλειάς της, όπως η κινητικότητα και η ελευθερία. Τόποι εξορίας και εγκατάλειψης μετατράπηκαν ως δια μαγείας σε «παραδείσους», γεμάτους ονειρεμένα τοπία, φιλόξενους ανθρώπους και μνημεία αιώνιας αρμονίας και ομορφιάς.

Παρόλο που η εποχή είχε γεννήσει κι άλλους εξίσου αξιόλογους φωτογράφους, όπως η Παπαϊωάννου, ο Μελετζής, ο Μπαλάφας κτλ., οι δυτικοί αμέσως αγκάλιασαν την τέχνη της Έλλης, επειδή το «βλέμμα» της συνηγορούσε περισσότερο με την εικόνα που είχαν φτιάξει εκείνοι για την Ελλάδα του μεσοπολέμου. Αν αποτύπωνε το πραγματικό πρόσωπο της Ελλάδας στον φακό της, της φτώχειας, της μιζέριας, του πόνου, της προσφυγιάς, ίσως να μην έβλεπε ποτέ το φως της αναγνώρισης και της δόξας, ούτε εκείνη ούτε η χώρα, που δεν μετρούσε καλά-καλά αιώνα από την επέτειο της σύστασής της σε κράτος. Οι φωτογραφίες της κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό, μέσα από επίσημα τουριστικά έντυπα, προωθώντας μια ιδιότυπη φωτογραφική «ματιά», που παρόλο που ανήκε σε εκπρόσωπο του γυναικείου φύλου, στάθηκε αρκετά ισχυρή ώστε να αποτελέσει αντιπροσωπευτικό σύμβολο της ελληνικής «τουριστικής φιλοσοφίας».

Γεννημένη σε μια εποχή που το γυναικείο φύλο βρισκόταν ακόμη στην αναζήτητη της ταυτότητάς του, η Nelly’s προχωρούσε ακάθεκτη χαράσσοντας έναν δικό της δρόμο, χωρίς όμως να απαρνηθεί τα ευρωπαϊκά κεκτημένα, τα οποία δεν μιμήθηκε αλλά αφομοίωσε και προσάρμοσε με επιτυχία στα δεδομένα του ελληνικού σκηνικού. Διατήρησε την ιδεολογία του νεοκλασσικισμού, η σκηνοθεσία παρέμεινε στητή και επιτηδευμένη, όμως χειραγώγησε το μέσον της σχεδόν ζωγραφικά (η συγκεκριμένη τεχνική είναι γνωστή ως τεχνική bromoil, σύμφωνα με την οποία: "...ο φωτογράφος παίρνει σημείωση, απλούν καμβά του τοπίου, επάνω στο οποίο πρέπει να ξαναφτιάξει με το πινέλο. Kι έτσι μπαίνει κι αυτός στη ζωγραφική... ώστε καλές μοντέρνες φωτογραφίες από καλλιτέχνες φωτογράφους, να είναι απείρως καλύτερες από πλήθος κακότεχνων ζωγραφικών πινάκων... H φωτογραφία σβήνει σχεδόν εντελώς, μένει μόνο το αχνό περίγραμμα των πραγμάτων, ένα ιχνογράφημα ... αυτό πρέπει να γεμίσει, να γίνει πίναξ, ... η ελευθερία του τεχνίτη δεν είναι απόλυτη, όπως του καλλιτέχνου μπροστά στο μουσαμά, είναι αρκετή εν τούτοις για να φανεί μια καλλιτεχνική αντίληψις... η ελληνική φωτογραφία μπαίνει με την εξαίρετη αυτή εργασία στη σειρά των καλύτερων ευρωπαϊκών..." (έκθεση Σπύρου Μελά 1929, Ξανθάκης 1991). Η Nelly’s υιοθέτησε αυτή την τεχνική στη δουλειά της, επιζητώντας για την τέχνη της φωτογραφίας το πολυπόθητο από όλους τους φωτογράφους της Ευρώπης χρίσμα των ακαδημαϊκών καλών τεχνών. Η τεχνική βέβαια δεν ευόδωσε για πολλά χρόνια ακόμη, όμως άνοιξε το δρόμο για την «καθαρή» Φωτογραφία, ως αυθύπαρκτη και ισότιμη τέχνη και την αναβάθμιση του φωτογράφου από τεχνίτη σε καλλιτέχνη.

Τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί θησαυροί της χώρας ζωντάνευαν μέσα από τον φακό της δυναμικής Ελληνίδας, η οποία πειραματιζόταν ακατάπαυστα με το φυσικό φως, έπρεπε να φτάσει όμως μέχρι την τελική ρήξη με την συντηρητική κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα, με τη σειρά των γυμνών πορτραίτων της στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων, για να καθιερωθεί ως παγκόσμιο αστέρι και να αναδειχτεί σε κορυφαία φωτογράφο του μεσοπολέμου. Οι φωτογραφίες των χορευτριών Πάϊβα και Νικόλσκα με φόντο την Ακρόπολη, θεωρούνται μέχρι και σήμερα από τα πιο γνωστά και δημοφιλή καλλιτεχνικά δείγματα της ελληνικής φωτογραφίας. Η αρμονία, ο ερωτισμός, το κάλλος, η χάρη, η κίνηση της αρχαίας κόρης, πίσω από αραχνοΰφαντα πέπλα και με το κύρος ενός παγκόσμιου μνημείου για σκηνικό εξακολουθούν και σαγηνεύουν μέχρι σήμερα παγκοσμίως.

Κάποιοι την κατηγόρησαν πως με το μαγικό ραβδάκι της παραμόρφωσε ή και πλαστογράφησε την εικόνα μιας μη πραγματικής Ελλάδας. Κάποιοι έφτασαν και στη σκέψη πως τελικά, μέσα από τη δική της ματιά και, κατ’ επέκταση, την δυτικο-ευρωπαϊκή, όριζε συνειδητά τι αξίζει και τι δεν αξίζει να φωτογραφηθεί, ποια Ελλάδα δηλαδή αξίζε προβολής ή όχι. Την κατέκριναν γι’ αυτό, για το ότι κατασκεύασε μια άλλη κοινωνία, μια ελληνική πραγματικότητα με επιλεκτικά στοιχεία, που δεν ζωγράφιζαν το πραγματικό, αλλά ένα άλλο, εξιδανικευμένο πρόσωπο, εκείνο που ήθελε να βλέπει η Ευρώπη. Ίσως και να είναι έτσι. Όμως, πάλι, ποια μορφή τέχνης αποστασιοποιείται από το γίγνεσθαι της εποχής; Ο ακαδημαϊσμός έδινε και έπαιρνε εκείνη την εποχή. Οι βαυαρικές μνήμες και αντιλήψεις ήταν ακόμα κραταιές. Ήταν μια προσέγγιση που εξυπηρετούσε και βοηθούσε. Η Ελλάδα ακόμη πάσχιζε να οριοθετηθεί, να αποσαφηνίσει θεσμούς, αξίες, δεν είχε ακόμη δικά της σταθερά θεμέλια, δεν είχε αυτονομία, όσο κι αν το ήθελε. Αυτή ήταν η ιστορική της πραγματικότητα, αυτήν ακολουθούσε και η καλλιτεχνική πραγματικότητα.

Μετά το «σκάνδαλο» της γυμνής φωτογράφισης στον Παρθενώνα, το οποίο ποδηγέτησε το χριστιανικό ιερατείο, και παρά τη συμπαράσταση που δέχτηκε από τον καλλιτεχνικό κόσμο, η Nelly’s δεν έμεινε περισσότερο στην Ελλάδα. Έφυγε για την Αμερική όπου και έμεινε για τα επόμενα 25 χρόνια, προσανατολίζοντας τη θεματική της στη διαφημιστική και έγχρωμη φωτογραφία, καθώς και το φωτορεπορτάζ. Στην Ελλάδα επέστρεψε στη δύση της ζωής της, όπου και πέθανε στην Αθήνα το 1998, σε ηλικία 99 ετών, αφήνοντας πίσω της ένα πολυσύνθετο έργο, που, παρά τις όποιες αντιδράσεις, εισήγαγε τη χώρα στον παγκόσμιο στίβο της καλλιτεχνικής φωτογραφίας, κάνοντάς την γνωστή στα πέρατα του κόσμου. Το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου της φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη. 



Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Καφέ "Στοά"



Το καφέ "Στοά" είχε πάρει το όνομά του από την στοά που βρισκόταν στο ισόγειο του κτηρίου, λίγες δεκάδες μέτρα πιο μακριά από το πανεπιστήμιο, στο οποίο στεγάζονταν βιβλιοπωλεία και κάποιοι εκδοτικοί οίκοι της Αθήνας. Στο τέλος του στεγασμένου χώρου υπήρχε μια μεγαλόπρεπη σκάλα από ολόλευκο μάρμαρο με ρηχά σκαλοπάτια, η οποία οδηγούσε σε ένα τεράστιο αίθριο, στον επάνω όροφο, πνιγμένο κυριολεκτικά στο πράσινο. Ασημόφυλλες ελιές φυτεμένες σε τεράστια πιθάρια κάλυπταν διακριτικά τις κολώνες και τις τυφλές επιφάνειες του χώρου, ενώ σκουρόχρωμοι αειθαλείς θάμνοι σε χαμηλές κεραμικές ζαρντινιέρες κοσμούσαν καλαίσθητα την κάθε του γωνιά. Εκεί μέσα, σ’ αυτή τη μικρή τεχνητή όαση, βρισκόταν το καφέ "Στοά", ένας φιλόξενος χώρος με ξύλινα έπιπλα και αναπαυτικά καθίσματα, που για τη διακόσμησή του, είχαν επιλεγεί γήινες γλυκές αποχρώσεις σε μπεζ της άμμου, ζεστό πορτοκαλί, και τερακότα.

Το υψηλό αισθητικό αποτέλεσμα, η οπτική και ακουστική απομόνωση από τον περιβάλλοντα εξωτερικό χώρο, τόσο, που αν δεν ήξερες πού ήσουν, δύσκολα θα μπορούσες να φανταστείς ότι βρίσκεσαι στην καρδιά μιας πολύβουης μεγαλούπολης, αλλά και η τόσο βολική απόσταση από τη σχολή, απαριθμούσαν μερικά μόνο από τα προτερήματα που το είχαν καταστήσει ιδανικό στέκι για τους πανεπιστημιακούς από την πρώτη κιόλας στιγμή που ξεκίνησε τη λειτουργία του. Εκεί μαζεύονταν στα κενά για να απολαύσουν τον καφέ ή το ποτό τους, άλλες φορές με την ησυχία τους χαμένοι στις ατέλειωτες σελίδες των δαιδαλωδών σημειώσεων και χειρογράφων τους, άλλες πάλι φορές μαζεμένοι σε πηγαδάκια των οκτώ ή δέκα ατόμων, και τότε ήταν που ο τόπος μεταμορφωνόταν εν ριπή οφθαλμού σε κυψέλη που σειόταν από μια απρόσμενη εκρηκτική ενεργητικότητα, όσο οι πρωτοπόρες σκέψεις και ιδέες που ακόμη μύριζαν μελάνι διαδέχονταν η μία την άλλη, μέχρι που οι στάλες γίνονταν βροχή και η βροχή καταιγίδα, και όλοι ανεξαιρέτως, ως και οι πιο σκληροπυρηνικοί, χόρευαν εκστατικά τσαλαβουτώντας ξυπόλητοι στις λασπολακκούβες της έμπνευσης και ξεχνώντας ορθολογισμούς και συμβάσεις, κι ας ήξεραν πως οι περισσότερες – αν όχι όλες – ήταν καταδικασμένες a priori να παραμείνουν θεωρίες, κι ας ήξεραν πως όλος αυτός ο οργασμός δεν θα βαστούσε παραπάνω από όσο μια ξαφνική καλοκαιρινή νεροποντή. Λίγη σημασία είχε όμως αυτό, αφού όλο το κλίμα άλλαζε συθέμελα και οι φωνές υψώνονταν και τα αίματα άναβαν, όπως ακριβώς συνέβαινε και στα πάντοτε γεμάτα με καπνό καφέ της Μονμάρτης του 19ου αιώνα, με τους τότε διανοούμενους και καλλιτέχνες, που ονειροπόλοι και ιδεαλιστές, συνωστίζονταν από όλα τα μέρη του κόσμου στην πόλη της τέχνης και της διανόησης, για να συμμετάσχουν κι αυτοί στην καλλιτεχνική επανάσταση, να αποτελέσουν μέρος της ιστορίας, σ’ αυτή τη μία πόλη, που στα μάτια όλων αυτών των μεθυσμένων από τη φλόγα της δημιουργίας και του πράσινου αψεντιού καλλιτεχνών, είχε μεταμορφωθεί σε μηχανή ονείρων για τρανή καριέρα και φήμη που θα κρατούσε αιώνια…



***

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Για γέλια και για κλάματα


Ευτυχώς που δε θρηνήσαμε θύματα! Αυτό δεν είπαν οι αρχές; Τελείωσε το θέμα. Για 150 σπίτια που κάηκαν θα μιλάμε; Ε, ας πρόσεχαν. Ποιος τους είπε να χτίσουν σε πευκοδάσος; Τι; Δεν ήταν πευκοδάσος αυθής εξαρχής; Κάποτε ήταν δάσος από κυπαρίσσια και βελανιδιές, ευκάλυπτους και έλατα και πουρνάρια και δεκάδες άλλα είδη που πλούτιζαν τη χλωρίδα μας; Πότε κάποτε; Πριν ξανακαούν; Και πως όλη η Ελλάδα κατακλύζεται από πεύκα σήμερα επειδή το πεύκο είναι το ανθεκτικότερο όλων αυτών των δέντρων και μπορεί και αυτο-αναδασώνεται και επιβιώνει, όταν κανένα άλλο δεν έχει τη δύναμη να το κάνει; Μα, με αυτά θα ασχολούμαστε; Το ότι ό,που πεύκο σημαίνει ότι πρόκειται για περιοχή που έχει καεί και στο παρελθόν; Καλά. Περσινά ξινά σταφύλια. Φυσικά και δεν φταίμε εμείς που κάηκε το σύμπαν, πόσο μάλλον το κράτος. Τα κουκουνάρια φταίνε που πάνε και εκτοξεύονται όπου να’ ναι, για να μας χαλούν το συντονισμό.

Ευτυχώς πάντως που δεν θρηνήσαμε θύματα. Μπροστά σ’ αυτό, τι είναι 150.000 στρέμματα παρθένας φύσης που θα κάνει μερικούς αιώνες για να αποκατασταθεί; Αν προλάβει δηλαδή, πριν το ξανακάψουν. Κάτσε να υπολογίσω: 25.000 στρέμματα κάηκαν στην Πάρνηθα πρόπερσι, 150 δια του 25 μας κάνουν… 6 Πάρνηθες, καλά τα υπολόγισα; Αξίζει να μιλάμε για 6 Πάρνηθες, μωρέ τώρα; Ούτε για το Έβερεστ να μιλούσαμε… Γκρίνια, γκρίνια…

Μη μου πείτε να μιλήσουμε τώρα για την άνευ προηγουμένου οικολογική καταστροφή που συνέβη έξω από την πόρτα μας; Στις παρυφές της πρωτεύουσας; Ε, καλά τώρα. Μαθημένοι δεν είμαστε πια; Λίγοι ρίποι παραπάνω, λίγα περισσότερα σωματίδια στον αέρα, 2-3 βαθμοί παραπάνω στο θερμόμετρο, καλό θα μας κάνουν, παραδεχτείτε το. Θα αποκτήσουμε περισσότερη ανοσία στη βρώμα, τη σήψη και τη δυσωδία παντός είδους και προέλευσης. Θα είμαστε παντός καιρού, 4Χ4, δε θα μας πιάνει τίποτα.

Αφού όλα λειτούργησαν ρολόι. Το είπαν και οι αρχές. Οι πυροσβεστικές μονάδες, τα ελικόπτερα, τα καναντέρ – ε, καλά τώρα, επειδή αργήσαμε 3 μέρες να ζητήσουμε βοήθεια; Είναι που δεν τη χρειαζόμασταν, μωρέ κι εσείς! Τι θέλετε, δηλαδή; Να μας λένε και ζήτουλες; Επαίτες; Άσχετο αν είμαστε. Το θέμα είναι να μην φαινόμαστε. Τι; Επειδή τώρα θυμηθήκαμε να ανακρίνουμε τον ρώσο πιλότο για τα χαρτιά του και τον εμποδίσαμε να πετάξει; Ε, ας περιμένει να σβήσουν οι φωτιές και θα πετάξει! Να τον αφήσουμε να φύγει χωρίς να γνωρίσει λίγη από την μοναδική στον κόσμο γραφειοκρατία μας; Πού θα το ξαναδεί αυτό το αξιοθέατο, μου λέτε; Πώς θα φέρει και τους συντοπίτες του να αυξηθεί και ο τουρισμός μας; Το μεροκάματό του, πάντως, δεν θα το χάσει. Άσε που σε λίγο θα σταματήσει η φωτιά από μόνη της, αφού όπου να' ναι, φτάνει στη θάλασσα. Λίγη υπομονή μόνο, όλα θα γίνουν!

Τι κλαίτε που χάσατε τις περιουσίες σας; Δεν καταλαβαίνω. Αφού η αποζημείωση έρχεται! Το είπαν οι αρχές: 3.000 ευρώ για το κάθε σπίτι! Ποιος στη χάρη σας! Τσιμπούσι θα κάνετε! Τι; Δεν φτάνουν ούτε για τα πόμολα; Ώχου, γκρίνια σκέτη είστε! Δεν σας κέρασαν νερά; Δεν σας κέρασαν Bacardi να πνίξετε τον πόνο σας; Ε, όλα δικά σας τα θέλετε, τέλος πάντων; Άσε που και χωρίς πόρτες, εδώ που τα λέμε, θα συσφιχθούν και οι σχέσεις εντός οικογενείας, θα αναβιώσουν οι καλές χαμένες μας αξίες, πού το πάτε αυτό;

Μα, γιατί τα βλέπετε όλα σαν πανωλεθρία; Γιατί κλαίτε και οδύρεστε; Ξέρετε πόσο καλό θα κάνει στην πρωτεύουσα αυτό το ξεσκαρτάρισμα; Για σκεφτείτε το: Λιγότερα κίνητρα για να μείνεις σε μια πόλη που σε πνίγει μέχρι τελευταίας ανάσας, άρα τέλος η αστυφιλία! Όλοι θα πάνε στα χωριά τους, στη γενέτειρά τους. Κι όταν θα αρχίσουν να πήζουν κι από κει, μη σκάτε, με μια φωτίτσα αναλόγων διαστάσεων, θα λυθεί το ζήτημα στο άψε-σβήσε – μάλλον στο άψε-άναψε, για να ακριβολογούμε.

Κι όσοι ξεροκέφαλοι επιμένουν να παραμείνουν σε αυτό που λέγεται πρωτεύουσα ευρωπαϊκού κράτους, το τι έχουν να δουν τα μάτια τους στην επόμενη πενταετία, καλά να' μαστε! Τι ξενοδοχειακά συγκροτήματα, τι νεροτσουλήθρες, τι malls τύπου Αμερικής, όλα τα καλούδια του κόσμου θα μας έρθουν, να κάνουμε και δημόσιες σχέσεις με τους ημετέρους, Άγγλους-Γάλλους-Πορτογάλλους, να συσφιχθούν οι διαπολιτι(στι)κές μας σχέσεις, τι ένδοξοι απόγονοι του Ξενίου Διός είμαστε, λαός της φιλοξενίας, εγώ θα σας τα θυμίζω;

Άσε που τώρα θα βλέπουμε και περισσότερο ουρανό! Θα ανοίξει το μάτι μας, τέλος και η μυωπία. Και με τόσα δέντρα λιγότερα, όλα τα σπίτια της Αθήνας θα έχουν πλέον θέα στη θάλασσα! Ποια άλλη πρωτεύουσα, βρε γκρινιάρηδες έχει όλα της τα κτήρια να βλέπουν στη θάλασσα; Αχάριστοι. Στα ύψη θα ανεβούν οι αντικειμενικές, πλούσιοι θα γίνετε.

Και κάθεστε και γκρινιάζετε. Με τόσο κάρβουνο ακόμη κι όσοι δεν πήγαν διακοπές λόγω οικονομικής κρίσης, τώρα όλοι θα φαίνονται μαυρισμένοι, λες και μόλις γύρισαν από Μύκονο! Ακόμη και γι’ αυτό φροντίζει το κράτος μας κι εμείς φωνάζουμε για αποσάθρωση. Όλα λειτουργούν ρολόι, δεν το βλέπετε; Δεν το βλέπετε πως είναι η σελήνη που λάμπει στον καταγάλανο ουρανό και όχι ο ήλιος (για να θυμηθούμε και λίγο Σαίξπηρ); Τι; Ο ήλιος είναι που λάμπει; Μα, ποιος ήλιος; Αυτός χάθηκε πίσω από τα σύννεφα του καπνού που φέρνει ο «στρατηγός» άνεμος, ξεχάστε τον αυτόν, έφυγε για άλλη χώρα.

Κι αν επιμένετε πως είναι ο ήλιος, κακό του κεφαλιού σας, θα βγείτε ο τρελός της παρέας. Ποιος θέλει να κολυμπάει κόντρα στο ρεύμα, τώρα... Γιατί ο γιαλός είναι μια χαρά, τώρα για το πώς αρμενίζουμε εμείς… αυτό είναι μια άλλη ιστορία, μόνο που δεν ξέρω αν αυτή η ιστορία είναι τελικά για γέλια ή για κλάματα…