Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Σαν τραγούδι μαγεμένο



Για δεύτερη συνεχή χρονιά το Μέγαρο μουσικής φιλοξένησε με επιτυχία την παραγωγή Σαν τραγούδι μαγεμένο, αφιερωμένη στο ρεμπέτικο τραγούδι. Εμβληματικές μορφές του ρεμπέτικου τραγουδιού, όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Μάρκος Βαμβακάρης αναβίωσαν μέσα από τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα, τη σύμπραξη αξιόλογων φωνών όπως οι Μ. Στόκας και Σ. Παπάζογλου, καθώς και τη συνοδεία 13μελούς ορχήστρας. Τα κομμάτια διανθίστηκαν από θεατρικά στιγμιότυπα όπου ομάδα ηθοποιών υποδύθηκε τις εμβληματικές αυτές μορφές.

Το ρεμπέτικο είναι το τραγούδι που έχει συνδεθεί με τα τραγούδια των φυλακών. Ο πρώτος που έκανε αναφορά σε αυτά ήταν ο γάλλος ευγενής Αππέρ, σε μια μελέτη του για την κατάσταση που επικρατούσε στις οθωνικές φυλακές και λίγο αργότερα τον ακολούθησαν κι άλλοι, όπως ο Παπαδιαμάντης και ο Καρκαβίτσας, ο οποίος μάλιστα κατέγραψε αρκετά από αυτά το 1891 στο περιοδικό «Εστία». Ήταν η εποχή που στο μουσικό σκηνικό του νεοσύστατου ελληνικού κράτους επικρατούσε έντονη η επίδραση του ιταλικού μελοδράματος. Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας αμιγούς ελληνικού τραγουδιού γεννιέται στα Επτάνησα, με την επτανησιακή καντάδα και στην Αθήνα, με το αθηναϊκό τραγούδι. Στην Αθήνα αρχίζουν να εμφανίζονται δύο αντίρροπες μουσικές τάσεις με τους οπαδούς του δυτικόφερτου ιταλικού μελοδράματος από τη μια και τους νέους οπαδούς των ασιατικών ακουσμάτων από την άλλη. Οι εραστές της «ασιάτιδος μούσης» άρχισαν να κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος και τα λεγόμενα καφέ-αμάν άρχισαν να ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο.

Μετά από μια περίοδο ύφεσης που κράτησε ως την μικρασιατική καταστροφή, το 1922, τα καφέ-αμάν επανακάμπτουν, φτάνοντας στο αποκορύφωμα της δόξας τους την δεκαετία του 1930, με τα τραγούδια του κρασιού. Είναι η περίοδος που η Ελλάδα βιώνει, πέρα από τον μικρασιατικό ξεριζωμό, και την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Τα τραγούδια των προσφύγων έρχονται να προστεθούν στα δημοτικά και τα νησιώτικα δημιουργώντας νέα ακούσματα που ακολουθούσαν τις κοινωνικές ανακατατάξεις και εξελίξεις. Αυτά μαζί με τις ευρωπαϊκές επιρροές των τραγουδιών τύπου οπερέτας που επικρατούσαν στα παλκοσένικα όπου ανεβάζονταν οι παραστάσεις της αθηναϊκής επιθεώρησης, αποτέλεσαν το υπόστρωμα που θα στήριζε το ρεμπέτικο τραγούδι.

Τα πρώτα ρεμπέτικα έχουν ως θεματική τους πράξεις παραβατικές και ερωτικές σχέσεις. Μέχρι το 1938 κυριαρχεί το πειραιώτικο στυλ, με κύριο εκπρόσωπο τον Μάρκο Βαμβακάρη. Την ίδια περίοδο εμφανίζονται ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Μανόλης Χιώτης, ενώ αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτοι σμυρνιοί συνθέτες.

Με το καθεστώς του Μεταξά το 1937 και με την επιβολή της λογοκρισίας, εξαλείφεται κάθε αναφορά σε χασίσι, τεκέδες, ναργιλέδες. Η κατοχή αναστέλλει κάθε δισκογραφική δραστηριότητα, χωρίς όμως να εξαφανίζονται εντελώς οι συνθέτες που έγραφαν τραγούδια. Στη δεκαετία του 1940 κυριαρχούν ο Βασίλης Τσιτσάνης με την Μαρίκα Νίνου, ο Μανόλης Χιώτης, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ενώ εμφανίζεται για πρώτη φορά και η Σωτηρία Μπέλλου.

Από το δεκαετία του 1950 και μετά το ρεμπέτικο διεισδύει σε όλο και μεγαλύτερα στρώματα του ελληνικού πληθυσμού. Αλλάζει η θεματολογία - εμφανίζονται τα αρχοντορεμπέτικα – και αλλάζουν και οι χώροι που φιλοξενούν αυτά τα ακούσματα. Είναι η εποχή που πεθαίνει, σύμφωνα με τους περισσότερους ερευνητές, το αυθεντικό ρεμπέτικο τραγούδι, για να ξαναναστηθεί στη δεκαετία του 1960, μέσα από μια σημαντική προσπάθεια του φοιτητόκοσμου, που είχε κορεστεί από τα ινδικά ακούσματα και τον Θοδωράκη που κυριαρχούσαν τότε στη μουσική σκηνή. Παλιοί ρεμπέτες άρχισαν να ξαναβρίσκουν δουλειά σε μαγαζιά που διοργάνωναν ρεμπέτικες μουσικές βραδιές για να τους ξαναγνωρίσει ο κόσμος, κυρίως οι φοιτητές.

Το 1961 εμφανίζεται η πρώτη ανθολογία ρεμπέτικης στιχουργίας και η πρώτη μονογραφία πάνω στο ρεμπέτικο από τον Χριστιανόπουλο, το βιβλίο όμως που καθιέρωσε τον όρο «ρεμπέτικα» για τα τραγούδια αυτά ήταν «τα ρεμπέτικα τραγούδια» του Ηλία Πετρόπουλου, το οποίο κυκλοφόρησε το 1968. Από εκείνη τη στιγμή πολλοί είναι οι ρεμπέτες που δισκογραφούν τα τραγούδια τους, εκδίδονται όλο και περισσότερες βιογραφίες, ενώ εμφανίζονται και οι πρώτες ρεμπέτικες κομπανίες. Το ρεμπέτικο τραγούδι γίνεται αντικείμενο πανεπιστημιακής έρευνας και μελέτης και αποκαταστάται η αξία του ως είδος τραγουδιού. Ιδρύονται μουσεία, διοργανώνονται συνέδρια, καταπονούνται μεταπτυχιακές και διδακτορικές διατριβές και καταχωρίζεται πλέον ως έγκυρο μουσικό είδος σε αναγνωρισμένα διεθνή εγχειρίδια μουσικολογίας.

Στη συνέντευξη τύπου που δόθηκε από τον συνθέτη και καλλιτεχνικό διευθυντή, υπεύθυνου της παραγωγής, Δ. Μαραγκόπουλο, τονίστηκε η σημασία τέτοιου είδους παραστάσεων, οι οποίες «αξίζει να επαναλαμβάνονται», ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσουν οι περυσινές παραστάσεις σε cd και dvd.



Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Ο τσάμικος


Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουραύλι και το ζουρνά
Πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις ανδρειωμένοι.

Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής
Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα συ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλιτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.

Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς
Από την Ήπειρο στον Μοριά
κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του Χάρου αλώνια
Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός.

Στίχοι / Μουσική: N. Γκάτσος / Μ. Χατζιδάκις


Μ.Μ.: Το «Τσάμικο» ο Μάνος το έγραψε παρουσία μου, μέσα σε δέκα λεπτά. Πέρασα από το σπίτι του Γκάτσου, πήρα τους στίχους και μετά πήγα να πάρω τον Χατζιδάκι για να πάμε στο στούντιο. Τότε ήταν διευθυντής στο Τρίτο πρόγραμμα και αργούσε να ξυπνήσει το πρωί. Αφού είχαμε αναβάλλει την ηχογράφηση τρεις φορές γιατί κοιμόταν αργά. Στο δρόμο λοιπόν δεν μιλούσαμε καθόλου, ήταν αγουροξυπνημένος… Του είπα «θα μιλήσουμε στο στούντιο;»… «Ναι» μου απάντησε… Στην ηχογράφηση έπαιζε κιθάρα ο Νότης Μαυρουδής και μπουζούκι ο Θανάσης Πολυκανδριώτης. Όταν πήγαμε εκεί του είπα πως μου έδωσε ο κύριος Γκάτσος αυτούς τους στίχους, το «Τσάμικο». «Τι είναι αυτά…τσάμικο, τσάμικο…Καλά κάτσε με το Νότη να πιεις καφέ στο μπαρ» μου είπε και πήρε τον Πολυκανδριώτη μέσα…
Θ.Γ: Τον τίτλο «Τσάμικο» τον έδωσε ο Γκάτσος από πριν; Δηλαδή ουσιαστικά είχε δώσει και το ρυθμό του τραγουδιού;
Μ.Μ: Ναι έτσι ήταν ο τίτλος. Σ’ένα τέταρτο βγήκε με το «Τσάμικο» έτοιμο. Ο Νότης το έπαιξε και «τρελάθηκε». «Τι είναι αυτό, θα σπάσω την κιθάρα μου» είπε.


(Από τη συνέντευξη του Μανόλη Μητσιά στον Θανάση Γιώγλου στο περιοδικό «Μουσικόραμα»).


Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Χαμένος Παράδεισος

Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στα χειρόγραφα και τις παλιές εκδόσεις βιβλίων και αρκετές είναι οι φορές που έχω ευχηθεί να είχα αρκετά χρήματα, ώστε να μπορούσα να τα διαθέσω σε μια τέτοια συλλογή. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, οπότε έχω προσαρμοστεί στο αμέσως επόμενο εφικτό μου, που είναι να τα θαυμάζω στις προθήκες των μουσείων και στις μεγάλες βιβλιοθήκες όποτε μου δίνεται η ευκαιρία.

Πριν από λίγες μέρες κάτι αναπάντεχο συνέβη. Χρειάστηκε να παραβρεθώ σε μια κοινωνική υποχρέωση που θα γινόταν σε ένα μικρό ταβερνάκι στον Νέο Κόσμο. Είχα να παραδώσω εργασία μετά από λίγες μέρες και το να χάσω την Κυριακή μου ενώ ήμουν πελαγωμένη μέσα στην ύλη και τις προθεσμίες μου και με όλα τα υπόλοιπα να τρέχουν, ε, δεν ήταν και η ιδανικότερη συγκυρία, ήταν όμως κάτι που δεν μπορούσα να το αποφύγω, κι έτσι, πήγα.

Το ταβερνάκι βρισκόταν σε ένα στενό κάπου πίσω από την Βουλιαγμένης και το μόνο που προϊδέαζε για τον σκοπό της λειτουργίας του ήταν μια ξεχαρβαλωμένη πινακίδα πάνω από την πόρτα που έγραφε «ταβέρνα τάδε». Ωραία, σκέφτηκα, ό, τι χρειαζόταν για να δέσει το γλυκό… Μπήκα με μισή καρδιά, και χαλασμένη διάθεση, όπως όταν κάτι ξεκινάει από την αρχή στραβά και ξέρεις ότι θα συνεχίσει το ίδιο στραβά όπως ξεκίνησε. Απ’ έξω δεν φαινόταν απολύτως τίποτα, όταν όμως άνοιγες την πόρτα και έμπαινες στο εσωτερικό του, σε περίμενε μια έκπληξη: ένας άλλος κόσμος ξετυλιγόταν μπροστά σου, που καμία σχέση δεν είχε με το σήμερα. Κάθε σπιθαμή στους τοίχους, κάθε έπιπλο, όλα γεμάτα από κειμήλια ενός παρελθόντος όχι πολύ μακρινού, όμως απόλυτα αυθεντικού. Μπακίρια και τεράστια κεχριμπαρένια κομπολόγια, μπουφέδες και καθρέπτες με σκαλίσματα, παλιά γραμμόφωνα και ραδιόφωνα, πορτραίτα μέσα σε ξεθωριασμένες παμπάλαιες κορνίζες, προφανώς οι πρόγονοι του ιδιοκτήτη, σε μια άκρη ένα ξύλινο ψυγείο, από αυτά που έπαιρναν πάγο για να λειτουργήσουν, κάπου αλλού μια ραπτομηχανή χωρίς ποδαράκι, από αυτές τις επιτραπέζιες με τη μανιβέλα στο πλάι, δεν ήξερες τι να πρωτοκοιτάξεις.

Κάθε γωνιά του αποκάλυπτε και μία έκπληξη. Δεν κάθισα αμέσως στο τραπέζι, προτίμησα να σεργιανίσω αργά θαυμάζοντας αυτά τα αντικείμενα από κοντά κι ήταν σα να έβλεπα εκθέματα σε κάποιο ξεχασμένο ιστορικό μουσείο. Ώσπου η προσοχή μου έπεσε σε ένα απόμερο τραπεζάκι, μακριά από την κίνηση του μαγαζιού. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί και έμεινα έκπληκτη από αυτά που φιλοξενούσε. Πάνω στο τραπέζι χειρόγραφα του προηγούμενου αιώνα, δελτία και τεφτέρια που έμοιαζαν με εργατικά ημερολόγια παρουσίας και υλικών (μετρημένων σε οκάδες!), ένας τεράστιος τόμος των αρχών του 20ου αιώνα, σαν μια πολυεγκυκλοπαίδεια επί παντός επιστητού, γραμμένη στα αγγλικά και κάτω από όλα αυτά… ένας Milton του 1805!!! Το χιλιοταλαιπωρημένο δερματόδετο βιβλίο που έπιασα στα χέρια μου ήταν ένα αντίτυπο του Paradise Lost, το διάσημο έργο που τον καθιέρωσε ως δημιουργό!

Για όσους ίσως τον αγνοούν, ο John Milton, θεωρείται ας πούμε ο εθνικός ποιητής της Αγγλίας, κάτι αντίστοιχο με τον δικό μας Διονύσιο Σολωμό, ο ίδιος μάλιστα επιδίωξε να κατακτήσει αυτό τον τίτλο, σε μια εποχή που ένας τέτοιος τίτλος είχε σημασία. Παρά τις εξεζητημένες του σπουδές στο Κέιμπριτζ και την τέλεια κατάρτισή του στα λατινικά που θα του εξασφάλιζαν λαμπρή καριέρα στη νομική ή στην εκκλησία, εκείνος στράφηκε στην ποίηση, τον μόνο δρόμο που θα τον οδηγούσε στην αθανασία. Τον Χαμένο Παράδεισο τον ξεκίνησε όταν είχε χάσει την όρασή του και κανένας αντιπερισπασμός δεν μπορούσε πλέον να τον αποσπάσει από το έργο του. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία έπη στην Ευρώπη, με θέμα την πτώση του ανθρώπου, τη μάχη του καλού με το κακό, τον ορθό λόγο, την ελεύθερη βούληση, με το οποίο κατάφερε τελικά να εκπληρώσει την φιλοδοξία του, να μείνει αθάνατος μέσα από το έργο του.

Αυτό το βιβλίο, λοιπόν, βρισκόταν στα χέρια μου. Το κείμενο ήταν γραμμένο στα αγγλικά και στα γαλλικά και ανά σελίδες διακοσμούνταν με γκραβούρες εποχής. Ο χρόνος δεν το είχε λυπηθεί, οι σελίδες του ήταν γεμάτες κηλίδες, σκισμένο σε πολλές μεριές, κολλημένο σε άλλες, παρόλα αυτά, ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για ένα βιβλίο ανεκτίμητο.

Όταν ρώτησα γι’ αυτό τον ιδιοκτήτη, δεν είχε ιδέα ούτε για το ποιος ήταν ο Milton ούτε για την αξία του βιβλίου. «Το μόνο που εκτιμώ σ’ αυτά που βλέπεις γύρω σου είναι ο χρόνος που έχει περάσει από πάνω τους», μου είπε. «Δεν με ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Αυτό και το να βλέπω κάπου-κάπου το ενδιαφέρον κάποιου πελάτη, όπως καλή ώρα του λόγου σου, για αυτά που μαζεύω τόσα χρόνια και στολίζουν το μαγαζί μου. Ήρθε κάποια μέρα κάποιος και μου είπε ότι αυτό το βιβλίο αξίζει πολλά λεφτά. Ξέρεις τι του είπα; Και όλα τα λεφτά του κόσμου να μου δώσεις, δεν το δίνω. Δεν μπορώ να δώσω τίποτα από αυτά που βλέπεις εδώ μέσα, γιατί όλα αυτά είμαι εγώ… Και να φανταστείς ότι το βρήκα πεταμένο στα σκουπίδια! Η γυναίκα μου με κοροϊδεύει, αλλά εγώ δεν την ακούω. Αν δω κάτι να μου τραβήξει το μάτι, κάτι παλιό, θα το πάρω χωρίς ενδοιασμούς. Ακόμη κι από τα σκουπίδια. Το τι βρίσκει κανείς ψάχνοντας εκεί δεν λέγεται. Σκέτος παράδεισος. Πάμε και πληρώνουμε και γεμίζουμε γυαλιστερά και φανταχτερά φτιασίδια, όταν η αλήθεια δεν θέλει φτιασίδια. Η αλήθεια λάμπει από μόνη της κι η μεγαλύτερη αλήθεια που βλέπεις μέσα στο μαγαζί μου είναι η αλήθεια του χρόνου. Κι αυτό δεν συγκρίνεται με όλα τα φτιασίδια του κόσμου.»

Αυτά μου είπε ο μαγαζάτορας. Νομίζω ότι τα είχε πει όλα.

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

Απάτητη κορφή


Περίμενα, περίμενα καιρό
Κι όσο περίμενα, σ’ άγνωστη χώρα προχωρούσα
Σκαρφάλωνα σ’ απότομες πλαγιές
Πάνω σε πέτρες αιχμηρές ισορροπούσα.

Κι όσο να’ ρθεις σε εμένα καρτερούσα,
πάνω σε λήθης μονοπάτια περπατούσα.

Πληγές ανοίξαν απάνω στις υπάρχουσες πληγές
Κι άλλες πολλές απάνω στις καινούργιες ξανανοίξαν
Πληγή που μόνο με πληγή μπορούσε να βαστήξει
Τόσο, που ο πόνος δεν έφτανε πια να με αγγίξει.

Στάλες το αίμα στάλαξε και χάραξε σημάδι
σαν πεφταστέρι φώτισε το πνιγηρό σκοτάδι.

Δυνάμωσαν τα χέρια μου και βγάλανε φτερά
Και μακριά πετάξανε σε σκοτεινούς καιρούς
Με ορατούς τα έβαλαν κι αόρατους εχθρούς
Νύχια και δόντια και καρδιά κρατούσανε γερά.

Ήχους του χρόνου έμαθα καλά να πολεμώ
Πώς θα μπορούσα τώρα πια να σταματήσω;
Σ’ απάτητο σκαρφάλωνα απόκρημνο βουνό
Ό,τι δικό χαμένο μου να το ξανακερδίσω.

Όλα αυτά που νόμιζα πως είχα ξεχασμένα
σε μια στιγμή που τίποτα δεν έμεινε από μένα.

Συνέχισα αντίθετα στο νου να προχωρώ
Ώσπου κατάφερα να φτάσω ως το τέρμα
Χωρίς να ξέρω αν απ’ της μάχης τον αχό είχα σωθεί
Ούτε αν αλήθεια ήτανε ή του μυαλού μου ψέμα.

Τόσο φτάσαν τα μάτια μου να βλέπουν μακριά
κάθε σκιά, που φάνταζε φτιαγμένη από φωτιά.

Αιχμάλωτη μιας μάχης που αργούσε να τελειώσει
Κάποιας ζωής χρωστούμενα ζητούσε να πληρώσει.
Σ’ απάτητη σκαρφάλωσα την πιο ψηλή κορφή
Τίποτα δεν περίμενε εκεί.