Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008

Τα Καπρίτσια του Γκόγια



Ένας ακόμη θησαυρός ξεθάβεται από τις αποθήκες της Εθνικής Πινακοθήκης, που λόγω έλλειψης χώρου και υποδομών δεν έχει δει ως τώρα το φως της δημοσιότητας. 212 χαρακτικά του μεγάλου ισπανού ζωγράφου Φρανθίσκο Γκόγια θα εκτεθούν στα πλαίσια της επετείου των 180 χρόνων από τον θάνατό του (1746-1828) με την έκθεση «Γκόγια, χαράκτης της Εθνικής Πινακοθήκης. Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα», ευελπιστώντας στην τεράστια επιτυχία που είχε μια αντίστοιχη έκθεση, αλλά με έργα από πολλές συλλογές, που φιλοξένησε πρόσφατα το Petit Palais στο Παρίσι.


Ο Γκόγια είναι ένας ξεχωριστός ζωγράφος. Η ιδιοτυπία του έγκυται στο ότι δεν αντιμετώπισε ποτέ τη ζωγραφική με δέος, αντίθετα, την πήρε στα χέρια του όπως οι αγγειοπλάστες παίρνουν τον αδιαμόρφωτο πηλό, και της φέρθηκε αλύπητα, σκληρά και βίαια, την γελοιοποίησε, υπήρξαν φορές που η τρυφερότητά του δεν είχε προηγούμενο, και μετά την ξαναέριχνε ανελέητα στη λάσπη, ώσπου να φτάσει στο προσωπικό του ζητούμενο. Τα πινέλα και τα χρώματά του υπάκουαν πειθήνια ακολουθώντας τις εκρηκτικές του παρορμήσεις, που άλλοτε γίνονταν δηκτικές και υποχόνδριες, άλλοτε μισάνθρωπες, άλλοτε γεμάτες θαυμασμό για τα γυαλιστερά σατέν και τις ωραίες γυναίκες.

Σπάνια αντιμετώπισε την ανθρώπινη μορφή με συμπάθεια και τα μοντέλα του ποτέ δεν ήταν επαγγελματικά. Ήταν απείθαρχος, ακόμα κι όταν διορίστηκε ζωγράφος του βασιλικού οίκου του Καρόλου Δ’, το 1788. Δεν τον εντυπωσιάζουν ούτε τα αξιώματα ούτε η βασιλεία, ενώ πάντα έχει συνείδηση της αξίας του. Η ζωγραφική του υπηρετεί τον ωμό ρεαλισμό, καμία προσωπογραφία του της αφρόκρεμας της κοινωνίας δεν έχει σκοπό να κολακεύσει, γιατί δεν τον ενδιαφέρουν αυτοί που είναι μπροστά του, αντίθετα νιώθει ελεύθερος να επισημάνει τη γελοιότητα που του ποζάρει κάθε φορά. Δεν είναι πνευματώδης, απλώς διαπιστώνει με μια ματιά που μαστιγώνει. Ο Μπωντλαίρ χαρακτηρίζει τον κόσμο του χιμαιρικό, που αν προσέξουμε καλά, θα δούμε ότι είναι γεμάτος από κατοίκους κάποιας Αυλής των Θαυμάτων ή από τροφίμους κάποιου ασύλου.


Τιτλοφορεί ο ίδιος τις χαλκογραφίες του, τις οποίες έχει χαράξει με καλέμι και άμμο, Καπρίτσια. Σ’ αυτές μορφοποιεί συγκεντρώσεις μαγισσών, πολιτικούς υπαινιγμούς, δράματα ηθών και δε διστάζει να θίξει ακόμη και το γόητρο της ίδιας της Ιεράς Εξέτασης.
Πεθαίνει το 1828 και ο τοπικός τύπος αποσιωπά τελείως το γεγονός. Μετά από μια εικοσιπενταετία, θα ανασυρθεί από την αφάνεια από τους Μπωντλαίρ, Ντελακρουά και Μανέ, οι οποίοι θα τον αναγνωρίσουν ως πρόδρομό τους, αποκαλύπτοντας πως ήταν «η πηγή μιας φλόγας, μιας ευρύτητας και κυρίως μιας διορατικότητας, που έμειναν αξεπέραστες.»


Πρόκειται για μια μεγαλοφυΐα στην ιστορία της τέχνης, που μπόρεσε να δώσει ζωή σ’ έναν κόσμο ποιητικό, ανοικτό σε όλες τις διαστάσεις, ανθρώπινο και λυρικό. Δεν «φωτογραφίζει», αναπλάθει τον κόσμο που διαισθάνεται και μέσα στον οποίο ζει, ανυπόκριτα, υποκειμενικά και εντελώς διαισθητικά, σπάζοντας τους δεσμούς με την παράδοση. Με τον ρεαλισμό των αισθημάτων του και τις εκφραστικές του καινοτομίες άνοιξε τον δρόμο για τα μεγάλα καλλιτεχνικά ρεύματα του 19ου αιώνα.

Τα χαρακτικά αγοράστηκαν το διάστημα 1961-1965 από τον Μαρίνο Καλλιγά, διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης (1949-1971) και χωρίζονται σε τέσσερις σειρές.

Στα «Καπρίτσια»: 80 χαρακτικά που καταγγέλλουν -σύμφωνα με τον ίδιο το ζωγράφο- «τα ανθρώπινα δεινά και τις διαστροφές».
Στα «Δεινά του πολέμου»: 80 χαλκογραφίες στις οποίες ο Γκόγια εκφράζει την αγανάκτηση για τις βαναυσότητες που διέπραξαν τα στρατεύματα του Ναπολέοντα κατά την εισβολή τους στην Ισπανία.
Στις «Ταυρομαχίες»: 33 χαλκογραφίες που απεικονίζουν μοναδικά φάσεις από το εθνικό άθλημα της Ισπανίας.
Τέλος, στη σειρά «Τρέλα» («Disparates»): 18 έργα, από τις πλέον διάσημες σειρές που αποτέλεσε ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για τους ρομαντικούς, τους συμβολιστές, τους σουρεαλιστές έως τον Πικάσο.

Ο θησαυρός της Πινακοθήκης που «που θα ζήλευε κάθε μουσείο του κόσμου», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, θα διαρκέσει από 25 Ιουνίου έως 20 Οκτωβρίου.


(πηγές: Τζεβελέκου, οι μεγάλοι ζωγράφοι)

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

"Μήκος κύματος"




Δυο μεγάλα εικαστικά ονόματα θα φιλοξενηθούν φέτος στο νησί της Άνδρου, το οποίο έχει εξελιχθεί σε μόνιμο τόπο σημαντικών καλλιτεχνικών συναντήσεων. Εκτός από την έκθεση του Γιάννη Μόραλη στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, πατέρας της μεταφυσικής ζωγραφικής και ο δικός μας σουρεαλιστής Νίκος Εγγονόπουλος θα συναντηθούν για πρώτη φορά στο κυκλαδίτικο νησί για να αναδείξουν μέσα από μια εικαστική συμπαράθεση όσα τους χωρίζουν και τους ενώνουν.

Η έκθεση, που έχει τίτλο "Μήκος κύματος", διοργανώνεται στο πλαίσιο του θεσμού «Πλόες» του Ιδρύματος Πέτρου και Μαρίκας Κυδωνιέως της Άνδρου και συμπίπτει με την επέτειο των 120 χρόνων από τη γέννηση και 30 χρόνων από τον θάνατο του Ντε Κίρικο, καθώς και με την επέτειο των 70 χρόνων από την πρώτη έκθεση του Εγγονόπουλου, ενώ πρόσφατα ολοκληρώθηκαν οι εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.
Ο Ντε Κίρικο θεωρήθηκε ως ένας από τους μεγάλους «αιρετικούς» του 20ου αιώνα, αντιμετωπίζοντας την τέχνη σαν πεδίο ενός ατέρμονου στοχασμού με θέσεις και συγκρούσεις. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο πολυδιαβασμένους καλλιτέχνες του αιώνα, όσον αφορά τη γερμανική ποίηση και τη γερμανική φιλοσοφία. Παθιασμένος μελετητής του Νίτσε, του Βάινιγκερ και του Σοπενάουερ, του οποίου η απαισιόδοξη στάση στη ματαιότητα της ανθρώπινης φιλοδοξίας τον άγγιξε βαθιά, προσπάθησε να προσεγγίσει το αίνιγμα του μοιραίου, μέσα από μια μεταφυσική ενάργεια τοποθετημένη σε έναν φαινομενικά ασφυκτικό εσωτερικό χώρο, τον ιδιωτικό, εκεί που το άτομο, απελευθερωμένο από τα πρότυπα της κοινωνικής συμπεριφοράς υπερβαίνει το πραγματικό και αγγίζει το όνειρο.

Γεννημένος στον Βόλο στις 10 Ιουλίου 1888 από ιταλούς γονείς και μεγαλωμένος τα πρώτα χρόνια της ζωής σου στην Ελλάδα, δέχτηκε την επίδραση του μεσογειακού φωτός και του ελληνικού τοπίου. Τα αρχαία μνημεία και γλυπτά, οι ελληνικοί μύθοι, θα είναι η μόνιμη δεξαμενή άντλησης θεματικών μοτίβων στο μετέπειτα έργο του.
Το προσωπικό του στίγμα διαμορφώθηκε την περίοδο που στη Γαλλία μεσουρανούσε ο ριζοσπαστικός ιμπρεσιονισμός και στο Μόναχο ο εξπρεσιονισμός, ενώ παράλληλα ο Καντίνσκυ δημιουργούσε την πρώτη αφηρημένη τέχνη στον κόσμο. Εν τούτοις ο ίδιος δεν προσχώρησε σε κανένα από αυτά τα ρεύματα, ακολουθώντας το δικό του ιδιότυπο μεταφυσικό και βασανιστικό προσωπικό στυλ, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1914, στην ηλικία των 26 ετών, με φουτουριστικές και κυβιστικές επιρροές. Είναι η εποχή που οι ανθρώπινες φιγούρες αντικαθιστώνται από ανδρείκελα, προκειμένου να υπερτονιστεί η αίσθηση μυστηρίου και απομόνωσης, δημιουργώντας μια επιπλέον νότα παρωδίας στο έργο του, χάρη στο οποίο χαιρετίστηκε από τους σουρεαλιστές στο Παρίσι ως ο μεγαλύτερος πρόδρομος του σουρεαλισμού.
Σκέψεις του ίδιου του καλλιτέχνη:

«Για να μείνει ένα έργο αθάνατο πρέπει να ξεπεράσει τα όρια του ανθρώπινου κόσμου, χωρίς σημάδια κοινού νου ή λογικής. Με αυτό τον τρόπο θα πλησιάσει το όνειρο»

«Ήδη οράματα κατατρέχουν το νου μας, οράματα που φυτεύονται σε αιώνιες αξίες. Οι σκιές ρίχνουν το επεκτεινόμενο μαθηματικό αίνιγμα κατά μήκος της πλατείας. Πίσω από τον τοίχο άψυχοι πύργοι παρουσιάζονται, τυλιγμένοι από μικροσκοπικές πολύχρωμες σημαίες. Και παντού το άπειρο, παντού μυστήριο…»


Στα ίχνη του Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο θα βαδίσει και ο Νίκος Εγγονόπουλος, εκφράζοντας τη δική του άποψη του σουρεαλισμού, τον ελληνικό σουρεαλισμό. Γεννημένος τον Οκτώβρη του 1907 στην Αθήνα, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τους Κωνσταντίνο Παρθένη και Φώτη Κόντογλου. Ήταν συμμαθητής με τον Γιάννη Τσαρούχη. Συνέχισε τις σπουδές του σε Παρίσι, Βιένη, Μόναχο και Ιταλία, όπου και γνωρίστηκε και με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης Μόραλης, αλλά και ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο.

Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του '30 ενώ αποτέλεσε και έναν από τους κύριους εκφραστές του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Με τον όρο γενιά του ’30 περιγράφεται ένα σύνολο διανοούμενων και καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν τις θέσεις τους πάνω στο κεντρικό αίτημα της αναζήτησης της ελληνικότητας στην τέχνη και τη λογοτεχνία. Είναι αναμφίβολο πως ο καταλύτης ως προς αυτό το σημείο ήταν οι επιπτώσεις της Μικρασιατικής καταστροφής. Η αίσθηση της απομόνωσης που συνεπάγεται μια τέτοια ήττα γέννησε την ανάγκη μιας περιχαράκωσης σε σχέση με τα καθαυτό εθνικά χαρακτηριστικά του λαού.

Το κύριο καλλιτεχνικό χαρακτηριστικό που υιοθετήθηκε, βάσει ενός κειμένου του Περικλή Γιαννόπουλου το 1903, ήταν η ελληνική γραμμή και το ελληνικό χρώμα: «Λαός όστις να έγραψε την ελληνικήν γραφήν της γραμμής δεν υπήρξεν έως τώρα ουδείς. Και ουδείς άνθρωπος μη Έλλην. Δια τον Έλληνα, αυθωρεί διακρίνεται του βαρβάρου η χειρ, εις κάθε ξένον καλλιτέχνημα. Παραδέχομαι ότι είναι δυνατόν να υπάρξουν λαοί, οι οποίοι να ανέβουν στη Σελήνη. Αλλά να γράψουν την γραφήν αυτήν, μη όντες γέννημα και θρέμμα της γης αυτής εδώ, ποτέ μέχρι συντελείας των αιώνων… Η γραμμή είναι Ελληνίς.»

Οι Έλληνες καλλιτέχνες υιοθέτησαν την ελληνικότητα ως πολιτιστική αξία, απηχώντας την ανάγκη διαφοροποίησης τόσο από τους «πολιτιστικά νεόκοπους» δυτικοευρωπαίους εταίρους τους, όσο και από τους «απολίτιστους» Οθωμανούς. Το γεγονός βέβαια ότι οι καλλιτεχνικοί τουλάχιστον κύκλοι δεν μπορούσαν να αποκοπούν από τα ρεύματα των «πολιτιστικά νεόκοπων» ευρωπαίων, δείχνουν πως μάλλον οι σχέσεις εξάρτησης δεν ήταν και τόσο εύκολο να αναιρεθούν. Παρόλα αυτά, η ελληνική κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί την ρηξικέλευθη και δυσνόητη αφηρημένη εικαστική γλώσσα του Εγγονόπουλου, το έργο του οποίου δεχόταν σφοδρότατες αντιδράσεις και απορριπτόταν με λοιδωρία και χλευασμό. Ο παραστατικός χαρακτήρας του σουρεαλισμού συνηγορούσε στο να εκληφθούν οι εικαστικές παραπομπές στο ελληνικό παρελθόν ως παρωδία ελληνικότητας, σε μια περίοδο που οι συζητήσεις περί ελληνικότητας βρίσκονταν σε ημερήσια διάταξη.


Η έκθεση, που επιμελείται η Αθηνά Σχινά και θα περιλαμβάνει και έργα των Σαράντη Καραβούζη και Δημήτρη Γέρου, θα ξεκινήσει στις 19 Ιουλίου και θα διαρκέσει ως το τέλος Σεπτεμβρίου.

(πηγές: Ν. Μιχαλοπούλου, Ν. Δασκαλοθανάσης, το θαύμα της ζωγραφικής)

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

Βιβλιοπωλείον "η σοφία"


Στη γειτονιά που μεγάλωσα υπήρχε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Η βιτρίνα
του ήταν μόνιμα σκονισμένη, τα παντζούρια του φθαρμένα, τα βιβλία
ξεθωριασμένα από τον ήλιο. Η ταμπέλα ήταν ξύλινη κι είχε ζωγραφιστεί με το χέρι και κάθε φορά που φυσούσε, το Βιβλιοπωλείον «η σοφία» λικνιζόταν πάνω από την είσοδο.


Ιδιοκτήτης του ένας μοναχικός ξερακιανός γεροντάκος, που ο χρόνος είχε αφήσει επάνω του την ίδια πατίνα που είχε αφήσει και στα βιβλία του βιβλιοπωλείου του. Κυρ- Αναστάση τον ξέραμε όλοι. Ο κυρ-Αναστάσης είχε από χρόνια χάσει την οικογένειά του και τα βιβλία είχαν γίνει η παρηγοριά του. Κάθε πρωί άνοιγε το βιβλιοπωλείο, έφτιαχνε το καφεδάκι του και άρχιζε να χτυπάει τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Έγραφε και έγραφε με τις ώρες, και ο ήχος των πλήκτρων ταξίδευε στα στενά σοκάκια, έμπαινε μέσα από τα ανοικτά παράθυρα και ταξίδευε σαν μελωδία, σαν αερικό και σαν μαγεία.


Κάθε Τετάρτη απόγευμα, όταν όλα τα καταστήματα ήταν κλειστά, το βιβλιοπωλείο άνοιγε για να υποδεχτεί τα παιδιά της γειτονιάς, εμάς δηλαδή, μιας και η Τετάρτη ήταν η μέρα του παραμυθιού. Ήταν η μόνη μέρα της εβδομάδας που δεν είχε παιχνίδι στη γειτονιά. Μαζευόμασταν από νωρίς, καθόμασταν σε παράταξη στο πεζούλι δίπλα στην είσοδο και περιμέναμε τον κυρ-Αναστάση να ανοίξει το βιβλιοπωλείο του. Και όταν τον βλέπαμε να κατηφορίζει φορώντας το καφέ παλτό και τον μάλλινο σκούφο του, τρελαινόμασταν από χαρά, λες και μας είχες χαρίσει όλα τα παιχνίδια του κόσμου! Χαιρόταν κι ο κυρ-Αναστάσης και ξεκινούσε να εξιστορεί το παραμύθι του. Κι εμείς, μέναμε να ακούμε μαγεμένοι… Μέσα από τα βιβλία του ξεπηδούσαν δράκοι, ξωτικά, μάγισσες, γίγαντες και νάνοι, βοσκοπούλες και πριγκίπισσες, άσπρα άλογα, νεράιδες, που με τη φωνή του έπαιρναν όλα μορφή και ζωντάνευαν τρέφοντας την πεινασμένη μας φαντασία...


Ήταν Τετάρτη απόγευμα και ο ήλιος είχε από ώρα κρυφτεί πίσω από τα σκοτεινά σύννεφα που κεντούσαν τον ουρανό. Ο αέρας ήταν τσουχτερός, αλλά δεν μας πείραζε, μιας και ήταν η μέρα του παραμυθιού μας. Περιμέναμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς με ανυπομονησία να’ ρθει ο κυρ-Αναστάσης να ανοίξει το μαγαζί του. Περιμέναμε καρτερικά, αλλά εκείνος δε φαινόταν πουθενά. Δεν είχε περάσει Τετάρτη, που να μην ανοίξει το βιβλιοπωλείο για μας. Την επομένη, μάθαμε ότι δε ζούσε πια...


Τα χρόνια πέρασαν κι ο κυρ-Αναστάσης βρήκε μια θέση στο πίσω μέρος του υποσυνείδητου και δε μ’ ενόχλησε ξανά. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, πριν δύο χρόνια, έτυχε ο δρόμος μου να με βγάλει μπροστά από το παλιό βιβλιοπωλείο. Κάθισα στο πεζούλι, όπως και τότε, και κοίταξα το σοκάκι απ’ όπου κατηφόριζε, όπως και τότε, και σκεφτόμουν πως ίσως αν κοιτάξω πολύ, ίσως να τον έβλεπα να κατηφορίζει με το καφέ παλτό και τον μάλλινο σκούφο του, να ανοίγει το μαγαζί, να φτιάχνει το καφεδάκι του και μετά ν’ αρχίζει να χτυπά τα πλήκτρα της γραφομηχανής και ίσως-ίσως να τον άκουγα να αφηγείται τα παραμύθια του, αυτά που ανάσταιναν τους δράκους και τις μάγισσες και φώτιζαν την παιδική μας φαντασία...


Η πινακίδα είχε αλλάξει, αλλά η ονομασία ίδια: Βιβλιοπωλείον «η σοφία», τα φθαρμένα παντζούρια δεν υπήρχαν πια, οι τοίχοι ήταν φρεσκοβαμμένοι, τα ράφια έλαμπαν... κι όπως χάζευα απορροφημένη στη βιτρίνα... εκεί, ανάμεσα στα ολοκαίνουργια βιβλία με τα πλουμιστά εξώφυλλα και τις πολύχρωμες φωτογραφίες, είδα να ξεχωρίζει μια μικρή πινακίδα που έγραφε:
«Τις Τετάρτες διαβάζονται παραμύθια στα παιδιά»...
.-.

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

... και μετά, έπιασ' η βροχή...


Από ώρα φαινόταν πως για εκεί το πήγαινε. Ο ήλιος είχε κρυφτεί, τα σύννεφα άρχισαν να βαραίνουν, αστραπές ολοένα πιο πυκνές να χαρακώνουν και να σκίζουν το γκρίζο τ’ ουρανού… και μετά… έπιασε η βροχή... στάλες άρχισαν να στιγματίζουν τα τζάμια, στάλες που έγιναν ρωγμές κι αυλάκια, στάλες που άρχισαν να βρέχουν και σταματημό δεν είχαν... όλοι κρύφτηκαν στα στεγνά τους σπίτια, κλείστηκαν στα γραφεία, στα αυτοκίνητα, κάτω από τα στέγαστρα να αποφύγουν τη βροχή… και η βροχή μόνη της εκεί έξω, στον τρελό χορό της.. να δείχνει πόσο εύκολο είναι το ξέσπασμα, πόσο φυσικό και λυτρωτικό… εκεί που δεν το περιμένει κανείς, εκεί που άλλα προγράμματα λογαριάζει, να’ σου από το πουθενά μια μπόρα να ανακαλέσει τα πάντα. Βροχή, βροχή ασταμάτητη. Ρίξε βροχή, ρίξε! Πλημμύρισε τα πάντα, σάρωσέ τα! Γίνε μπόρα και γιορτή, γίνε κάθαρση! Βάλε τα προγράμματα στο συρτάρι, κλείσε τους άτολμους πίσω από τα τζάμια της στεγανής τους ζωής, και ξέπλυνε την πλάση!
Μη λογάς τίποτα, η φύση μαζί σου χορεύει!..