Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Αρχαιοελληνισμός & Βυζαντινή Τέχνη


Ένας από τους κυριότερους παράγοντες που καθόρισαν τον χαρακτήρα της βυζαντινής τέχνης, ήταν η χριστιανική θρησκεία. Ο δογματικός χαρακτήρας της νέας θρησκείας του βυζαντινού κράτους απαιτούσε την εικαστική στροφή προς την αφαιρετικότητα και προς τεχνοτροπικούς κανόνες ικανούς να αναδείξουν την υπερβατικότητα του θεολογικού σύμπαντος, που πρέσβευε.

Παρά τη χρήση της ως προπαγανδιστικό εργαλείο από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες και ως μέσον επιρροής από τη χριστιανική Εκκλησία, οι αισθητικές αξίες της αρχαιοελληνικής τέχνης και παράδοσης, όπως ο ανθρωποκεντρισμός, ο ανθρωποθεϊσμός και η φυσιοκρατία, άλλοτε περισσότερο ευδιάκριτες κι άλλοτε λιγότερο, παρέμεναν σταθερά παρούσες. Πολλές φορές μάλιστα, η επίδραση των κλασικών αξιών ήταν τόσο εμφανής, ώστε ο μόνος τρόπος διάκρισης ενός αρχαιοελληνικού από ένα βυζαντινό έργο να είναι η θεματολογία του. Ασκητές και άγιοι, που απεικονίζονται ως σκεπτόμενοι φιλόσοφοι, βουκολικά τοπία, που θυμίζουν αγαπημένες ελληνορωμαϊκές συνθέσεις, κίονες και αγγεία, που παραπέμπουν στον διάκοσμο κήπων της Πομπηίας, καταγάλανοι ουρανοί στη θέση του μεταφυσικού χρυσού φόντου, εκφραστικότητα στα πρόσωπα, κίνηση, ρυθμός, χάρη, αρμονία, προοπτική, όλα έχουν άμεσες αναφορές στις εικαστικές κατακτήσεις της αρχαιότητας.

Στη μακραίωνη πορεία της, η βυζαντινή τέχνη ισορρόπησε μεταξύ αφαιρετικότητας και νατουραλισμού, η τεχνοτροπική δύναμη των οποίων δεν ακύρωνε αλλά συμπλήρωνε και πολλές φορές διόρθωνε η μία την άλλη, με αποτέλεσμα να πρωτοπορήσει με τα καλλιτεχνικά της επιτεύγματα, να αποκτήσει ανθεκτικότητα στον χρόνο και να κερδίσει επάξια μία ξεχωριστή θέση στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης.



Η Ανάσταση του Χριστού, 1313-1320 μ.Χ.
Κωνσταντινούπολη, Μονή της Χώρας, παρεκκλήσιο (αψίδα ιερού).


Λεπτομέρεια τοιχογραφίας, με κεντρική μορφή τον αναστηθέντα Χριστό, να αρπάζει με θεϊκή ορμή τον Αδάμ και την Εύα από το χέρι, εγείροντάς τους από τις σαρκοφάγους τους. Χρυσά αστέρια στολίζουν, πίσω του, το ουράνιο φως της Θείας Χάριτος, κάνοντας ακόμη πιο εκτυφλωτικό το λευκό χρώμα του μανδύα που φορά. Στα πόδια του κείτεται ο Άδης, δεμένος χειροπόδαρα, να βολοδέρνει ανάμεσα σε σπασμένες πύλες και διαλυμένους μοχλούς και κλειδαριές, καταδικασμένος στο αιώνιο σκοτάδι. Στα δεξιά, η μορφή του Άβελ,[1] μπροστά από ομάδα προφητών, πατά νικηφόρα επάνω στη σαρκοφάγο της Εύας, ενώ μία δεύτερη ομάδα, βασιλέων και δικαίων, με ηγετική τη μορφή του Προδρόμου, στα αριστερά, παρακολουθεί εκστατικά το θαύμα της Ανάστασης.

Παρόλο που η επιλογή του θέματος εντάσσεται στην πάγια θεματολογία των εικονογραφικών κύκλων που κοσμούσαν τους βυζαντινούς ναούς, ο ζωγράφος έχει καταφέρει να συνδυάσει τη συντηρητικότητα με τον νεωτερισμό, σε ένα φιλόδοξο εικαστικό σύνολο, που εντυπωσιάζει με την ευγένεια του ρυθμού και την τολμηρότητα των χρωμάτων. Το ψυχρό γαλάζιο του ουρανού συγκρούεται χρωματικά με τις θερμές αποχρώσεις των μορφών και του τοπίου, αναδεικνύοντας τη λευκότητα του μανδύα που καλύπτει το σώμα του Χριστού, ο οποίος, τοποθετημένος στον κεντρικό άξονα της πολυπρόσωπης σύνθεσης, εντυπωσιάζει με τη δυναμική στάση και το αυστηρό του βλέμμα.


Όλες οι μορφές έχουν αποδοθεί φυσιοκρατικά, με ήπια πλαστικότητα και αρμονικές αναλογίες, σε ανάλαφρες στάσεις, που τους χαρίζουν αριστοκρατική ευπρέπεια και κλασικίζουσα χάρη. Η σοβαρότητα των προσώπων και η διαύγεια στην έκφραση δημιουργούν την ψευδαίσθηση της ψυχολογικής συμμετοχής τους στα δρώμενα,[2] εντείνοντας την αίσθηση του δράματος και τη συγκινησιακή φόρτιση. Οι συγκλίνοντες βράχοι υπαινίσσονται έναν τρισδιάστατο πραγματικό χώρο, ενώ η σκοτεινή προσωποποίηση του Άδη, που, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες επίγειες και υπέργειες μορφές, παραβαίνει κάθε φυσιοκρατικό κανόνα, επιτυγχάνει, με τη δαιμονοποίηση του Κάτω Κόσμου, τον απαραίτητο σωτηριολογικό συμβολισμό.

Η αναβίωση της κλασικής παράδοσης που χαρακτήρισε το ρεύμα της Παλαιολόγειας αναγέννησης στο οποίο εντάσσεται το έργο, αποτέλεσε για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία την κύκνεια αναλαμπή της, πριν την οριστική κατάλυση από τους Τούρκους. Προκειμένου να θωρακιστεί πνευματικά το εναπομείναν ελληνικό στοιχείο από τις εξωτερικές απειλές και την εσωτερική αβεβαιότητα, άνθρωποι της διανόησης και των τεχνών διαπιστώνουν πως η συσπείρωση, που επιβαλλόταν από τις ιστορικές συγκυρίες, δεν μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο με την άμεση αποκατάσταση της χαμένης λαμπρότητας ενός ένδοξου παρελθόντος, μέσα από τη συστηματική μελέτη και κατανόηση της αρχαίας σκέψης και την επιστροφή σε κλασικά πρότυπα.

Παρά το δυσοίωνο μέλλον που διαγραφόταν στον ορίζοντα, κάποιες μονές είχαν την τύχη να δεχτούν την οικονομική ενίσχυση σημαντικών ανθρώπων μιας εύρωστης αριστοκρατίας, όπως του Θεόδωρου Μετοχίτη, σημαντικότατου Βυζαντινού λογίου και συγγραφέα,[3] οι ουμανιστικές αντιλήψεις του οποίου διοχετεύθηκαν στον εικονιστικό διάκοσμο της Μονής της Χώρας. Τα δυσχερή οικονομικά της αυτοκρατορίας δεν επέτρεπαν πλέον την ευρεία χρήση ψηφιδωτών διακόσμων, ωστόσο, η επιλεκτική χρήση πολύτιμων και δαπανηρών υλικών, όπως ο λαζουρίτης και ο χρυσός, που χρησιμοποιήθηκαν στο έργο, μπορούσαν να επιτύχουν την επιζητούμενη για το θείο λαμπρότητα,[4] ικανοποιώντας, παράλληλα, την ανάγκη για χλιδή και πολυτέλεια, που τόσο αγαπούσαν οι Βυζαντινοί.[5]

Σε μια εποχή, που η Εκκλησία από μόνη της δεν μπορούσε να πείσει ως εγγυητής για την ανθρώπινη λύτρωση και σωτηρία,[6] η πληθωρική τέχνη του όψιμου Βυζαντίου επιτυγχάνει να αναδείξει τα χριστιανικά μηνύματα με τρόπο απλό και διδακτικό, μέσα από τον χρωματικό πλούτο και τη φυσιοκρατική πλαστικότητα των ευγενικών μορφών των αγίων, που ζωντάνευαν στο φως των κεριών και το άκουσμα της θείας Λειτουργίας, εισάγοντας ακόμη και τον πιο αμαθή, σε έναν κόσμο υπερβατικό, αλλά απόλυτα κατανοητό, διαποτισμένο από το ήθος και το πνεύμα της κλασικής Αρχαιότητας.



Ο Δαβίδ παίζει τη λύρα του με συντροφιά τη Μελωδία
φ. 1β, κώδ. gr. 139 (Ψαλτήριο), πρώτο μισό 10ου αι. μ.Χ. Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη

Η σύζευξη μεταξύ Εκκλησίας και τέχνης ξεκίνησε μετά την επικράτηση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του βυζαντινού κράτους. Η ανάγκη να διοχετευθούν συγκεκριμένα πρότυπα και μηνύματα σε ένα πολυποίκιλο συνοθύλλευμα λαών και πολιτισμών, που ζούσαν στον απόηχο των ελληνιστικών βασιλείων, βρήκε έκφραση στα δοκιμασμένα και ευρέως αποδεκτά μοτίβα της Αρχαιότητας, που μπορούσαν, μέσα από συμβολισμούς και αλληγορίες, να ανταποκριθούν στον μεταφυσικό χαρακτήρα της νέας θρησκείας. Υπό αυτές τις συνθήκες, ξεκινά μία αέναη διαλογική σχέση ανάμεσα στη αφαιρετική βυζαντινή τέχνη και την φυσιοκρατική αρχαιοελληνική παράδοση, αφού μπορούσε να περιγράψει με τους κανόνες του αισθητού, το υπεραισθητό, περνώντας στις συνειδήσεις των χριστιανών βυζαντινών πολύπλοκα θεολογικά μηνύματα, με τον πλέον εύληπτο τρόπο.

Μετά το σύντομο διάλειμμα της Εικονομαχίας, η βυζαντινή τέχνη εισάγεται σε μια νέα φάση ανάπτυξης, όπου η ελληνική παράδοση βρίσκει έκφραση μέσα από το ρεύμα της Μακεδονικής αναγέννησης. Σε μία περίοδο που η αυτοκρατορία ξεχείλιζε από σιγουριά και αυτοπεποίθηση, εξαιτίας της ανάκτησης πολλών χαμένων εδαφών και της οικονομικής της ευμάρειας, το αρχαιοελληνικό στοιχείο συνδέεται με τους κύκλους της διανόησης, οι οποίοι μελετούν συστηματικά κάθε τι το ελληνικό, αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για την κλασική αρχαιότητα. Τα εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης, που δέχονται τις χορηγίες κορυφαίων ουμανιστών, παράγουν έργα υψίστης καλλιτεχνικής αξίας ενταγμένα σε αυτό το πνεύμα. Η ευθύνη για την ανάκαμψη της αυτοκρατορίας αποδίδεται στην υπεροχή της αρχαιοελληνικής παράδοσης έναντι αλλοθρήσκων και ομοθρήσκων, και η διαφύλαξή της από τους Βυζαντινούς της μέσης περιόδου, γίνεται αδιαφιλονίκητη προτεραιότητα.

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Δυτικούς, το 1204, αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για την αυτοκρατορία, η οποία μπαίνει σε μία σκοτεινή περίοδο ανασφάλειας. Το αμιγώς ελληνικό στοιχείο των ελάχιστων κέντρων που έχουν απομείνει, θα επαναφέρει στο προσκήνιο την αρχαία ελληνική κληρονομιά, σε μία ύστατη προσπάθεια συνοχής και επιβίωσης. Στη νέα πνευματική και καλλιτεχνική αναγέννηση των Παλαιολόγων, θα βρει έκφραση όλο το πάθος και η αγωνία ενός λαού, που περίμενε καρτερικά το τέλος. Για χίλια και πλέον χρόνια, η βυζαντινή τέχνη έγινε ο θεματοφύλακας των κλασικών αξιών, για να ξαναγεννηθούν, μετά την Άλωση, στη Δύση, μέσα από το ουμανιστικό κίνημα της Αναγέννησης, χάρη στους λογίους και καλλιτέχνες της Βασιλεύουσας.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ




- Beck, H.-G., Η Βυζαντινή Χιλιετία, Αθήνα 2005.


- Λόουντεν, Τζ., Πρώιμη Χριστιανική και Βυζαντινή τέχνη, Αθήνα 2003.


- Ράνσιμαν, Στ., Βυζαντινός Πολιτισμός, Αθήνα 1969.


- Αλμπάνη, Τζ., Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής

Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας – Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Τέχνη, τόμος
Β’, Πάτρα 1999.

- Αχειμάστου – Ποταμιάνου, Μ., Ελληνική Τέχνη – Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Αθήνα 2006.


- Γαλάβαρης, Γ., Ελληνική Τέχνη – Ζωγραφική Βυζαντινών Χειρογράφων, Αθήνα 2006.


- Γλύκατζη – Αρβελέρ, Ε., Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθήνα 2007.


[1] Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., Ελληνική Τέχνη-Βυζαντινές Τοιχογραφίες, Αθήνα 2006, σ.243.

[2] Αλμπάνη, Τζ., ό.π., σ. 30.
[3] Αλμπάνη, Τζ., ό.π., σ. 131.
[4] Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Μ., ό.π., σ. 17.
[5] Γλύκατζη-Αρβελέρ, Ε., ό.π., σ.148.
[6] Beck, H.G., ό.π., σ.421.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Καλή Ανάσταση!



"... Ω, γλυκύ μου έαρ,



γλυκύτατον μου τέκνον,



πού έδυ σου το κάλλος..."




Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών,



της νηστείας,



της σιωπής,



της περισυλλογής




ο Γολγοθάς μέσα μας



που οδηγεί στην προσωπική Ανάσταση



τη λύτρωση



την κάθαρση...




ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ



με υγεία, προσωπική ευημερία



κι ευτυχία

ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

Η Αθήνα αποκτά το δικό της "Λούβρο"!


Το Συμβούλιο Μουσείων του ΥΠΠΟ, τρέχοντας να προλάβει το Δ' Κοινοτικό Πλαίσιο Υποστήριξης, έδωσε το πράσινο φως κι ένα αίτημα δεκαετιών παίρνει το δρόμο προς την υλοποίησή του. Η υπόγεια επέκταση 24.000 τ.μ. του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών κάτω από τον κήπο του επί της οδού Πατησίων είναι η χρυσή ευκαιρία για το μεγαλύτερο μουσείο της Ελλάδας να υιοθετήσει τον νέο ρόλο που καλούνται να παίξουν όλα τα σύγχρονα μουσεία του κόσμου κι από εκθεσιοκεντρικό να μεταμορφωθεί σε ένα υπερσύγχρονο ανθρωποκεντρικό μουσείο, όπου ο επισκέπτης θα βρίσκεται στο επίκεντρο των δραστηριοτήτων, της γνώσης και της επιμορφωτικής ψυχαγωγίας που έχει να προσφέρει.

Σύμφωνα με το οριστικό σχέδιο, που θα ακολουθήσει το πρότυπο του Μουσείου του Λούβρου στο Παρίσι, η υπόγεια επέκταση θα αποτελείται από δύο επίπεδα. Το πρώτο θα περιλαμβάνει χώρους για εκθέσεις και λοιπές υπηρεσίες, ενώ το δεύτερο θα χρησιμοποιηθεί ως πάρκινγκ. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η δημιουργία αμφιθεάτρου χωρητικότητας 500 θέσεων με δυνατότητα αυξομείωσης του χώρου του, χώρων εκπαιδευτικών προγραμμάτων, χώρων έκθεσης αφής και έκθεσης με παλαιές προθήκες, αντικείμενα και αρχειακό υλικό του μουσείου, ένα μουσείο δηλαδή μέσα στο μουσείο. Εκεί επίσης προβλέπεται να μεταφερθούν τα εργαστήρια, το χημείο, η αίθουσα ελέγχου, ένα επιπλέον πωλητήριο αντιγράφων, ένα βιβλιοπωλείο κι ένα καφέ-εστιατόριο. Το κυριότερο όμως είναι ότι η προϊστορική συλλογή, η οποία τώρα εκτίθεται διασπασμένη σε μόλις 600 τ.μ., θα μπορεί πλέον φιλοξενηθεί σε έναν ενιαίο χώρο. Αυτή τη στιγμή 178.000 αρχαία αντικείμενα φυλάσονται σε αποθήκες έκτασης 3.900 τ.μ., στις οποίες με την επέκταση θα προστεθούν επιπλέον 2.000 τ.μ.


Οι αρχαιολογικοί θησαυροί που φυλάσσονται από όλες τις περιοχές της Ελλάδας, χρονολογημένοι από την πρώιμη προϊστορική ως και την ύστερη ελληνιστική περίοδο, είχαν αρχίσει από καιρό να ασφυκτιούν στα στενά όρια του Μουσείου, ο αριθμός των επισκεπτών χρόνο με τον χρόνο αυξάνεται (550.000 το 2007), με αποτέλεσμα η πραγματοποίηση της επέκτασής του να είναι ζήτημα χρόνου.


Ο προϋπολογισμός αυτού του λίφτινγκ, που θα μεταμορφώσει το υπεραιωνόβιο νεοκλασικό κτήριο των τελών του 19ου αιώνα, σχεδιασμένο από τον L. Lange και διαμορφωμένο στην τελική του μορφή από τον Ernst Ziller, σε ένα σύγχρονο μουσείο του 21ου αιώνα, ισάξιο των υπολοίπων μεγάλων μουσείων του κόσμου, ανέρχεται αισίως στα 50.000.000 ευρώ και θα ολοκληρωθεί με την αναβάθμιση του κήπου και μια νέα εντυπωσιακή είσοδο που θα ενώνει το παλιό με το καινούργιο κτήριο, για την οποία θα γνωρίζουμε περισσότερα μετά τον διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό που θα αναδείξει τον αρχιτέκτονα εκείνο που θα σκεφτεί την καλύτερη (πιο συμφέρουσα;) λύση για τις νέες κτηριακές απαιτήσεις. Το αν θα μιμηθεί τη γυάλινη πυραμίδα που δεσπόζει στον υπαίθριο χώρο του Λούβρου, μένει να απαντηθεί ωσονούπω.


(Πηγή: in gr, Π. Παναγιωτάκος, Γ. Σύκκα)

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Ποιητικές απόπειρες... 2






ταξίδι μου αλαργινό

μόνο μια σκέψη μακρυά


μικρό παιχνίδι παιδικό


τρελή ανείπωτη χαρά



ταξίδια που' χασα πολλά


δεν έμαθα πώς να πετώ


κι αν έχασα τον ουρανό


εγώ είχα κόψει τα φτερά...



Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Ηλεκτρονική πρόσβαση στις βιβλιοθήκες των ελληνικών Πανεπιστημίων


Το διαδίκτυο τρύπωσε στις βιβλιοθήκες και των ελληνικών Πανεπιστημίων, που προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα των καιρών! Τα ακαδημαϊκά ιδρύματα της Ελλάδας, το ένα μετά το άλλο, κάνουν την έκπληξη, υιοθετώντας τις επιταγές του "κινήματος ανοικτής πρόσβασης", το οποίο έχει ξεκινήσει εδώ και τέσσερα χρόνια και πρεσβεύει ότι πρέπει να δίνεται από τους συγγραφείς η άδεια ελεύθερης δημοσίευσης των αποτελεσμάτων των ερευνών τους για το ευρύ κοινό, προκειμένου η επιστημονική γνώση να βγει πιο έξω από τους χοντρούς τοίχους των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών.

Κατευθυντήρια γραμμή δόθηκε από το Πανεπιστήμιο Cornell, το οποίο έδωσε την εναλλακτική δυνατότητα στους ερευνητές να καταθέσουν στην ηλεκτρονική του διεύθυνση (arxiv.org) τις επιστημονικές τους εργασίες, αντί των επιστημονικών περιοδικών ιδιωτικών εκδοτικών οίκων, οι συνδρομές των οποίων είναι ένας σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας μη απόκτησής τους από τις βιβλιοθήκες των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα οι ερευνητές των πανεπιστημίων να μην έχουν πρόσβαση στις έρευνες των συναδέλφων τους.


Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τα Πανεπιστήμια Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Πάτρας, Κρήτης, κάποιες σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχουν ήδη συγκεντρώσει στα καταθετήρια των βιβλιοθηκών τους κάθε μορφής περιεχόμενο που παράγεται στα δημόσια πανεπιστήμια. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας μετρά ήδη 9.000 εγγεγραμμένους χρήστες, οι οποίοι μπορούν να παρακολουθήσουν 750 μαθήματα και να «σερφάρουν» σε εργασίες, σημειώσεις, βιβλιογραφία, κλπ. Πάνω από 100.000 μεταπτυχιακές διπλωματικές εργασίες και διπλωματικές εργασίες έχουν πάρει ηλεκτρονική μορφή και είναι προσβάσιμες, ενώ παράλληλα έχουν δημιουργηθεί συστήματα τηλε-εκπαίδευσης (Eclass.aueb.gr, eclass.uth.gr και compus.uom.gr) για όσους Έλληνες πολίτες επιθυμούν την ελεύθερη πρόσβαση στην επιστημονική γνώση. Ήδη έχει ξεκινήσει η πρώτη ελληνική διαδικτυακή πύλη σε θέματα ελεύθερης πρόσβασης στην επιστήμη και γνώση από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης με πληροφοριακό υλικό (www.openaccess.gr) και μέσα στο 2008 θα παρουσιαστούν εκεί τα πρώτα ελληνικά επιστημονικά περιοδικά, που θα αφορούν στους τομείς της Βιολογίας, της Χημείας, των επιστημών υγείας και των Ανθρωπιστικών σπουδών.


Ανοικτή πρόσβαση στη γνώση, λοιπόν, και απρόσκοπτη διεύρυνση του δημόσιου γνωστικού χώρου, όπως αποκαλείται. Μια ιδέα που ήρθε από το εξωτερικό με καθυστέρηση τεσσάρων ετών. Τα προβλήματα που πρέπει να υπερπηδηθούν είναι πολλά και ιδιαίτερα. Ένα από αυτά είναι η νοοτροπία μας, αφού ενώ οι επιστήμονες που έρχονται από το εξωτερικό με ευκολία παραχωρούν τις εργασίες τους για ηλεκτρονική αρχειοθέτηση, οι δικοί μας επιστήμονες προτιμούν να παραχωρούν τα δικαιώματα των έργων τους αποκλειστικά σε ιδιωτικούς εκδοτικούς οίκους, κάνοντας την δυνατότητα της δημόσιας διάθεσής τους σχεδόν αδύνατη. Η αδυναμία προστασίας των εργασιών από την αντιγραφή παραμένει πρόβλημα άλυτο, αφού αντίθετα από τα πανεπιστήμια του εξωτερικού, στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν υπάρχει λογισμικό που να ελέγχει τέτοιας φύσεως ζητήματα. Ευρύτερο πρόβλημα, η ελλιπής πληροφοριακή παιδεία που θα επέτρεπε στους μαθητές-φοιτητές να παραπέμπουν σωστά στις πηγές, ώστε να μην εκλαμβάνεται ως λογοκλοπή. Συχνά, επίσης, ο κακός σχεδιασμός των ιστοσελίδων που παρέχουν «ανοικτές» επιστημονικές μελέτες ή η πολυπλοκότητα των συστημάτων των πανεπιστημίων είναι σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας για τη μη σωστή πλοήγηση σε αυτές, ενώ η χρηματοδότηση αυτής της αξιόλογης προσπάθειας από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα εξακολουθεί να παραμένει ο πιο σημαντικός απ’ όλους.


Πρόκειται για μια προσπάθεια που, παρά τα προβλήματα που ακόμη αναζητούν τη λύση τους, αποτελεί ένα επαναστατικό βήμα της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας, που φέρνει την επιστημονική γνώση κυριολεκτικά μέσα στα σπίτια μας και μόνο γι' αυτό της αξίζει η ευρύτερη κοινωνική αποδοχή και επικρότηση.

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2008

Ποιο αυτονόητο...;


Κάποτε το θεωρούσαμε αυτονόητο... ύστερα αρχίσαμε να μη το πολυλέμε... ακούγαμε "Μακεδονία" από την Ευρώπη, "Μακεδονία" από την Αμερική, νομίζαμε ότι εννοούσαν εμάς... Δεν εννοούσαν όμως εμάς... κι όταν το καταλάβαμε αρχίσαμε να μιλάμε γι' αυτό ακόμη λιγότερο... όσο λιγότερο το συζητάγαμε, τόσο λιγότερο μας πονούσε... ώσπου σταμάτησε να πονάει και νομίσαμε ότι πάθαμε ανοσία... κι εκεί που το θεωρούσαμε αυτονόητο, αρχίσαμε να κωφεύουμε... αρχίσαμε να επιχειρηματολογούμε για τα ανιστόρητα... κι έφτασε το αυτονόητο για μας να γίνει αυτονόητο γι' αυτούς... και τους χαρίσαμε το όνομα και το πήρανε... και μαζί μ' αυτό και τον ήλιο της Βεργίνας... και τον Μεγαλέξανδρο... την "υπόδουλη" μακεδονική μειονότητα... τη γλώσσα... γιατί αυτά όλα πάνε μαζί... πακέτο... Όμως εμείς είχαμε φύγει από κει... δικά τους πλέον, το είπαν, το πιστέψαμε... να βρούμε και τον προσδιορισμό που θα το συνοδεύει και τελειώσαμε... ξεμπερδέψαμε... μπελάς που πρέπει θα τακτοποιηθεί για να συνεχίσουμε από κει που είχαμε μείνει... με άθικτη την ησυχία μας, βιασμένη την ιστορία μας και εξαφανισμένη την ταυτότητά μας... αλλά ποιος νοιάζεται...