Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

Οι παράγοντες που οδήγησαν στην επανάσταση του 1821

Ο 18ος είναι για την Ευρώπη ένας αιώνας ορόσημο, με επαναστατικά ρεύματα να μεταβάλλουν θεσμούς, αντιλήψεις και ιδέες, ανοίγοντας τον δρόμο προς τη σύγχρονη ιστορία της. Το εμπόριο γίνεται η κυρίαρχη οικονομική δύναμη και η ανθρώπινη διανόηση φτάνει σε πρωτόγνωρες πνευματικές κατακτήσεις, δημιουργώντας έναν νέο κόσμο, που οδεύει προς την βιομηχανική επανάσταση και την πολιτισμική αναγέννηση. Με τη δημοσίευση της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, η αντίληψη περί κοινωνικής ιεραρχίας αλλάζει και το έθνος ορίζεται ως μοναδική πηγή εξουσίας, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στην εδραιωμένη απολυταρχία και συμπαρασύροντας όλα τα έθνη που ονειρεύονται ένα ανεξάρτητο μέλλον[1]. Η Γαλλική Επανάσταση αφυπνίζει τον εθνικισμό και γίνεται σημείο αναφοράς για όλους τους υπόδουλους λαούς της Ευρώπης, που επιθυμούν την εθνική τους αποκατάσταση.

Σε μία εποχή όπου η Δύση βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, στην Ανατολή οι ρυθμοί είναι διαφορετικοί. Ατάραχη μπροστά στις διεθνείς εξελίξεις, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που πια έχει κλείσει τον κύκλο των κατακτήσεών της, βιώνει μία περίοδο παρακμής και αποσύνθεσης. Η οικονομική κρίση στην οποία υπέπεσε λόγω των πολυδάπανων πολέμων εναντίον Περσών και Ευρωπαίων και των απανωτών νομισματικών υποτιμήσεων επιτάχυνε την εσωτερική αποδιοργάνωση σε κεντρική εξουσία, διοίκηση, στρατό, οικονομία και κοινωνία[2]. Με το συνεκτικό ιδανικό του ιερού πολέμου να έχει εκλείψει, με σουλτάνους παραδομένους σε μια πολυτελή και πολυδάπανη ζωή, και με σοβαρά προβλήματα που δεν χρίζουν ουσιαστικής αντιμετώπισης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραμένει πεισματικά ένα μεσαιωνικό κράτος και καθηλώνεται σε μία αναχρονιστική στασιμότητα, που θα είναι τελικά και η καταδίκη της.
Στο μεταίχμιο των δύο αυτών κόσμων ο υπόδουλος ελληνισμός προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την τρέχουσα διεθνή κατάσταση και να χρησιμοποιήσει τις ανοιχτές ευκαιρίες προς όφελός του. Με μεθοδικότητα και ευφυΐα επιχειρεί να απαγκιστρωθεί από τον κατακτητή, συσπειρώνει το ελληνικό στοιχείο γύρω από την εκκλησία, τους Φαναριώτες, τους άρχοντες της υπαίθρου, τους λόγιους της διασποράς, αποκτά υπολογίσιμο στρατό και στόλο, συγκεντρώνοντας έτσι δυνάμεις υλικές και πνευματικές για τον ιερό σκοπό. Με το τέλος του 18ου αιώνα η εθνική ιδέα φτάνει στην πλήρη ωριμότητά της, εισάγοντας τον ελληνισμό σε μία επαναστατική προοπτική, όπου έχοντας συνειδητοποιήσει την εθνική του ταυτότητα, τολμά να διεκδικήσει τη θέση του ως ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος στον χάρτη της Ευρώπης.
Σε όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς του, το ελληνικό στοιχείο επιχείρησε εξεγέρσεις, που όμως ήταν τοπικού χαρακτήρα και κατέληγαν σε αποτυχία. Από νωρίς έστρεψε τις ελπίδες του για απελευθέρωση στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι τόσο το ομόθρησκο όσο και η στροφή της προς την ελληνική αρχαιότητα θα αρκούσαν για να τους βοηθήσουν στη εκτόπιση των αλλόθρησκων βαρβάρων. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά οικονομικά πλαίσια είχαν ήδη μεταβληθεί έτσι, ώστε ο ελλαδικός χώρος να αποτελεί μία υποψήφια προς αποικιοκράτηση αγορά, όταν θα απομακρυνόταν από την κατοχή της Υψηλής Πύλης[3]. Οι Ευρωπαίοι δεν επιθυμούσαν την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου κράτους στην ανατολική περιφέρεια μακριά από τον έλεγχό της, και φυσικά δεν γινόταν ούτε λόγος για ενίσχυση του Αγώνα. Γρήγορα οι Έλληνες απανταχού της Ευρώπης συνειδητοποίησαν ότι κάθε βοήθεια για απελευθέρωση θα ερχόταν μόνο από τους ίδιους και με καθολική εξέγερση.

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, οι χριστιανοί ορθόδοξοι αποτέλεσαν μία ξεχωριστή κοινότητα με νομική υπόσταση, που κατοχύρωνε την ύπαρξη της Εκκλησίας και των ορθόδοξων ραγιάδων μέσα στο οθωμανικό κράτος[4]. Το μιλέτι των χριστιανών ήταν σε σαφώς καλύτερη μοίρα από τα υπόλοιπα, όπως των Αρμενίων και των Εβραίων, λόγω της συγκροτημένης εκκλησίας της, η οποία διατηρούσε τα βυζαντινά της προνόμια και παρέμεινε μέχρι και την Επανάσταση η κατευθυντήρια δύναμη του ελληνισμού, αποτρέποντας τον εξισλαμισμό και ρυθμίζοντας την πνευματική ζωή του τόπου[5]. Έχοντας την εύνοια του σουλτάνου, εργάστηκε για τη προστασία του χριστιανικού ποιμνίου από τις δοκιμασίες και τους εξευτελισμούς, και υπερασπίστηκε την εθνική ιδέα, που ως αίτημα ταυτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά με την θρησκευτική ελευθερία. Ωστόσο, εκπροσωπώντας την παραδοσιακή ηγεσία του ελληνισμού, θεωρούσε αναγκαία την ειρηνική συνύπαρξη του Γένους με τον κατακτητή, από φόβο ότι ακόμη και μία τοπική εξέγερση θα εξέθετε όλους τους ραγιάδες στην εκδικητική μανία των Τούρκων, με κατάληξη τον αφανισμό τους[6].




Η αδιαλλαξία του κατακτητή προς την υιοθέτηση νέων μορφών οικονομικής δραστηριότητας και η προσπάθεια των σουλτάνων να κρατήσουν τις φιλοδοξίες των ομόθρησκων μακριά από τον σουλτανικό θρόνο, έδωσε την ευκαιρία σε μία νέα κοινωνική τάξη να σχηματοποιηθεί και να επιβληθεί στο διαμετακομιστικό εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Η ελληνική αυτή αριστοκρατία, γόνοι αρχικά βυζαντινών οικογενειών, συσπειρώνεται γύρω από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, που από το 1601 έχει την έδρα του στο Φανάρι. Σταδιακά οι Φαναριώτες καταφέρνουν να αποκτήσουν οικονομική δύναμη και κοινωνική αίγλη. Αγοράζουν τη μίσθωση των κρατικών φόρων, προμηθεύουν την αυτοκρατορική αυλή, συμμετέχουν οικονομικά και πνευματικά στις πλούσιες παραδουνάβιες χώρες[7]. Μαζί με την οικονομική ευμάρεια, η τάξη αυτή, μπορούσε να σπουδάσει και να μάθει ξένες γλώσσες, απαραίτητο προσόν για μία θέση στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Από το τέλος του 17ου αιώνα είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το κύρος της Εκκλησίας, προκειμένου να κατοχυρώσει την πολιτική και κοινωνική της υπεροχή έναντι των υπόδουλων Ελλήνων[8]. Το γεγονός αυτό, μαζί με τη μείωση του ενδιαφέροντος των σουλτάνων για τις κρατικές υποθέσεις, εξασφάλισαν νευραλγικές για την προετοιμασία του Αγώνα θέσεις, όπως αυτές του μεγάλου διερμηνέα (δραγουμάνου) της Υψηλής Πύλης, καθώς και του δραγουμάνου του Στόλου. Οι δραγουμάνοι, ενώ αρχικά παρίσταντο στις συνεδριάσεις ως ακροατές, σταδιακά συμμετείχαν ενεργά στις συζητήσεις, και έφτασαν να εκπροσωπούν σε ταξίδια τους ως και τον ίδιο τον σουλτάνο, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το πεδίο για διπλωματικούς ελιγμούς προς όφελος του ελληνισμού. Οι ολοένα αυξανόμενες εξουσίες και τα συχνά ταξίδια στην Ευρώπη τους έδωσαν έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, μετατρέποντάς τους σε αριστοκρατία του χρήματος, αλλά και σε πολιτική εκπροσώπηση του ελληνισμού[9]. Με τη συμβολή τους στη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας μετατρέπουν τη λανθάνουσα επιθυμία για εθνική απελευθέρωση σε ιερό σκοπό. Με την ψευδαίσθηση ότι η Αόρατη Δύναμη θα ήταν στο πλευρό του ελληνισμού κατά την επανάσταση, αφήνοντας αιχμές ότι επρόκειτο για τη μητέρα Ρωσία, προσπάθησαν να αφυπνίσουν την εθνική συνείδηση των ραγιάδων και να συμβάλουν ουσιαστικά στην οργανωτική προετοιμασία του Αγώνα, παρόλο που τα οράματά τους αποδείχτηκαν μη πραγματοποιήσιμα με τα δεδομένα της στιγμής[10].

Σύμφωνα με την οθωμανική αντίληψη, οι κοινωνικές τάξεις είναι δύο: στην πρώτη ανήκουν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, δηλαδή ο σουλτάνος και οι αξιωματούχοι του, και στη δεύτερη οι παραγωγοί, δηλαδή οι υπόδουλοι χριστιανοί ραγιάδες, συντηρώντας έτσι ένα φεουδαλικό σύστημα, που αδυνατεί να συμβαδίσει με τα κεφαλαιοκρατικά χαρακτηριστικά που έχουν αποκτήσει οι παραγωγικές σχέσεις[11]. Αυτό παρασύρει και την υπόδουλη κοινωνία σε μία αντίστοιχη κεφαλαιοκρατική διαίρεση, η οποία αρχίζει να ξεφεύγει από τον οθωμανικό έλεγχο και να έρχεται σε σύγκρουση μαζί του, λόγω της οικονομικής καταπίεσης που υφίσταται[12]. Το σύστημα της περιφερειακής διοίκησης που τέθηκε αναγκαστικά σε εφαρμογή άφησε χώρο στην τοπική αυτοδιοίκηση να αναπτυχθεί, ενδυναμώνοντας τη θέση των προκρίτων, οι οποίοι ως αντιπρόσωποι των υπηκόων, συμμετέχουν μαζί με τους υπαλλήλους της κεντρικής διοίκησης στην κατανομή και είσπραξη των φόρων, και στη διευθέτηση των τοπικών υποθέσεων ως μεσάζοντες. Με την παραχώρηση διοικητικών ελευθεριών, που βέβαια ποτέ δεν ξεπερνούσαν λόγω θρησκείας εκείνες των μουσουλμάνων, οι πρόκριτοι διαμόρφωσαν μία ελληνική διοικητική ιεραρχία, που λειτουργούσε παράλληλα με την οθωμανική, εκτιμήθηκε από τον σουλτάνο συχνά περισσότερο από την αντίστοιχη τουρκική, και καλλιέργησε σε τοπική κλίμακα την πολιτική συνείδηση του Γένους[13].


Το τεράστιο έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό οδήγησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μία δημοσιονομική πολιτική εξεύρεσης χρημάτων, που αποδιοργάνωσε τη διοίκηση του κράτους. Το στρατιωτικό τιμαριωτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από μία νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, τα τσιφλίκια, τα οποία γίνονται η κύρια αγροτική μονάδα, που ευνοεί τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις σε βάρος των μικροκαλλιεργητών[14]. Στο τέλος του 18ου με αρχές 19ου αιώνα οι μικρομεσαίοι γαιοκτήμονες εξαφανίζονται από την κοινωνική δομή του ελλαδικού χώρου και μεταβάλλονται άλλοι σε αγροτικούς εργάτες, άλλοι σε εμπόρους και οι πιο δύσμοιροι σε κολίγους, αυξάνοντας την απόσταση των κοινωνικών αντιθέσεων[15]. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες μετατρέπονται σε γαιοκτήμονες – εμπόρους και συνειδητοποιούν τις μεγάλες τους οικονομικές δυνατότητες, που τους φέρνουν αντιμέτωπους με τους Τούρκους γαιοκτήμονες, γιατί ενώ διαθέτουν την ίδια οικονομική δύναμη, οι πρώτοι δεν μπορούν να ανήκουν στην τάξη των ισχυρών. Οι επιπτώσεις στην κοινωνική δομή ήταν σοβαρές, αφού όξυνε τις οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις και αντιφάσεις. Οι τσιφλικάδες εξασφάλιζαν την αύξηση της παραγωγής με την εκμετάλλευση ακαλλιέργητων χώρων, οι οποίοι αποκτιόνταν κληρονομικά, με αγορά ή με καταπάτηση[16]. Η σχέση τσιφλικά και ραγιά γίνεται τώρα ιδιωτική. Οι ήδη βεβαρημένοι θεσμικά χριστιανοί ραγιάδες δέχονται επιπρόσθετες πιέσεις, καθώς οι νέοι φόροι που καλούνται να πληρώσουν δεν είναι πια σε είδος αλλά σε χρήμα, οι οποίοι για να φτάσουν μέχρι τον σουλτάνο πρέπει να περάσουν από πολλούς μεσάζοντες, που τώρα παίζουν το ρόλο του εργοδότη και εξουσιαστή τους, διογκώνοντας τους ήδη δυσβάστακτους φόρους[17]. Οι άνθρωποι της υπαίθρου μαστίζονται από την εκμετάλλευση, τη μικρή συγκομιδή, τους επαχθείς φόρους, αλλά και την εξάπλωση των ληστειών. Ο οικονομικός μαρασμός και η ανασφάλεια τους αναγκάζουν να βρουν νέες βιοποριστικές λύσεις, όπως το εμπόριο, η βιοτεχνία, η ναυτιλία, σε πιο ασφαλείς τόπους διαμονής, στις πόλεις ή στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός χωριών να ερημώσει. Με το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «η μεγάλη φυγή», χειροτερεύει η ήδη άθλια κατάσταση όσων έμειναν πίσω, αφού επωμίζονταν υποχρεωτικά και τα χρέη των μεταναστών[18]. Παρόλα αυτά, η κατάσταση των αγροτών του ελλαδικού χώρου δεν είναι αθλιότερη από εκείνη των ευρωπαίων αγροτών. Με την παρουσία τους στις αλλαγές που σημειώνονται στις διαδικασίες παραγωγής, συνειδητοποιούν τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν, αλλά και την αξία του ρόλου τους στην εγχώρια οικονομία[19].


Πολλοί από αυτούς που έμειναν, καταφεύγουν στα βουνά, εκεί που δύσκολα μπορεί να φτάσει ο έλεγχος του κατακτητή, σχηματίζοντας οργανωμένες αντάρτικες ομάδες, τους «νταϊφάδες». Χλευαστικά οι Τούρκοι τους ονομάζουν κλέφτες. Γίνονται ο ανυπότακτος στρατός του υποδουλωμένου έθνους, που χρησιμοποιείται συχνά από τους προεστούς, για να επιβάλουν την εξουσία τους, παρά τις αντιφατικές σχέσεις που είχαν. Τους χρησιμοποιεί ακόμη και η Ρωσία σε περιόδους όπως οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι (1768-1774, 1788-1792), κατά τους οποίους επιχειρώντας να ηγηθεί μίας «Βαλκανικής Αυτοκρατορίας», επικαλέστηκε τα «ιστορικά δικαιώματα» των Ελλήνων στην παλιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία και αναβάθμισε ποιοτικά τις τοπικές εξεγέρσεις, κλονίζοντας την ήδη βεβαρημένη συνοχή των Οθωμανών[20]. Οι τελευταίοι, στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τον χαμένο έλεγχο, αναγκάζονται να τους δελεάσουν με προνόμια, μετονομάζοντάς τους σε αρματολούς. Με αντάλλαγμα μία σχετική ανεξαρτησία και πολλά χρήματα, γίνονται οι φύλακες των εδαφών της αυτοκρατορίας, αλλά συγχρόνως θα αποτελέσουν και σημαντικό φυτώριο πολεμιστών για τον επερχόμενο ξεσηκωμό[21]. Σε αυτούς οφείλεται εν μέρει η βαθμιαία εθνική αφύπνιση, μιας και ενσάρκωναν την ένοπλη δύναμη που αντιστέκεται στον κατακτητή, ο οποίος παράλληλα με τους ανυπότακτους ραγιάδες, καλείται να αντιμετωπίσει και τους δυσαρεστημένους Γενίτσαρους, αλλά και τους ημιανεξάρτητους πασάδες, που έχουν αποκτήσει επικίνδυνες φυγόκεντρες τάσεις.


Με την αποδημία των καταπιεσμένων Ελλήνων δημιουργούνται νέες ελληνικές παροικίες με έντονες εμπορικές δραστηριότητες σε σημαντικά κέντρα της Ευρώπης, που όμως διαφοροποιούνται από εκείνες προηγούμενων εποχών, αφού τώρα αφήνουν πίσω τους το παθητικό και μπαίνουν στο ενεργητικό εμπόριο, απολαμβάνοντας πολλές φορές τα προνόμια των δυτικών υπηκόων[22]. Ο διάσπαρτος σε όλη τη χερσόνησο ελληνικός πληθυσμός αποτελεί κατά τον 18ο αιώνα ένα είδος διαβαλκανικής αστικής τάξης, με έντονες εμπορικές δραστηριότητες, που με τον καιρό την κατέστησαν ανεξάρτητη και την διαφοροποίησαν εθνικά, αλλά και κοινωνικά από τις υπόλοιπες εθνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την ανάπτυξη των παροικιών, οι Έλληνες μαθαίνουν να σκέφτονται ευρωπαϊκά, συναισθάνονται την αυτοδυναμία τους, και διαπιστώνουν ότι οι νέες παραγωγικές σχέσεις που άνθιζαν στην Ευρώπη ήταν αδύνατο να ευδοκιμήσουν κάτω από το οθωμανικό καθεστώς. Μέσα από αυτή την οικονομική και ιδεολογική αφύπνιση, αναπτύσσεται η αίσθηση της ελληνικότητας και η διάθεση απόσπασης από την οθωμανική πραγματικότητα.


Η ακμάζουσα εμπορική δραστηριότητα του 18ου αιώνα προκαλεί την παράλληλη ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας, η οποία περνάει από την τοπική ακτοπλοΐα στη μεσογειακή ναυσιπλοΐα. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), όπου η Ρωσία χρειάζεται μία ναυτική επικοινωνία με τη Δύση, το εμπορικό ναυτικό των Ελλήνων ευνοείται ιδιαίτερα και φτάνει μετά την εξαφάνιση του γαλλικού εμπορίου, λόγω των Ναπολεόντειων Πολέμων και του αγγλικού ναυτικού αποκλεισμού, να γίνει ο κυρίαρχος της Μεσογείου, με 600 ελληνικά πλοία χωρητικότητας 150.000 τόνων[23]. Οι ναυτικοί είναι οι εκπρόσωποι του ελληνισμού σε όλη τη Μεσόγειο και η επαφή με τον έξω κόσμο τους κάνει άμεσους αποδέκτες ιδεών και ρευμάτων. Η οικονομική τους ευμάρεια και ο θαυμασμός που εισέπρατταν από τους Ευρωπαίους ανύψωσε την εθνική τους συνείδηση και υπερηφάνεια, κάνοντας το αναχρονιστικό οθωμανικό καθεστώς πιο δυσβάστακτο και την ανάγκη να απαλλαχθούν από αυτό ακόμη πιο επιτακτική.


Για τους υπόδουλους Έλληνες του 18ου αιώνα, η Ευρώπη εκπροσωπούσε όλα όσα είχαν και έχασαν: ήταν ελεύθερη, πολιτισμένη, φωτισμένη, σοφή. Ήδη από την Αναγέννηση η Ευρώπη εμπνέεται από τα συγγράμματα και τα έργα τέχνης των αρχαίων Ελλήνων, χωρίς όμως να τα συνδέει με τον σύγχρονο τόπο προέλευσης όλου αυτού του πνευματικού πλούτου. Αυτό άρχισε να συμβαίνει κατά τον 17ο αιώνα, όταν περιηγητές από όλη την Ευρώπη επισκέπτονται τον ελλαδικό χώρο για να ανακαλύψουν και να μελετήσουν από κοντά τα μνημεία του αρχαίου κόσμου. Σύντομα όλη η Δύση δοξάζει την αίγλη της αρχαιότητας μέσα από κάθε πτυχή της ζωής της, στις δημόσιες εορτές, στον ρουχισμό, την αρχιτεκτονική, την αντικατάσταση ονομάτων με ελληνικά ή λατινικά[24]. Η μόδα αυτή δεν αργεί να έρθει και στον ελλαδικό χώρο. Τα καράβια δεν έχουν πια μόνο ονόματα αγίων, αλλά και ηρώων του αρχαίου κόσμου. Τα οικογενειακά ονόματα παίρνουν όψη αρχαία και τα παιδιά βαπτίζονται με αρχαιοελληνικά ονόματα. Στην προσπάθειά τους να μιμηθούν τη φωτισμένη Ευρώπη, αρχίζουν και οι ίδιοι να μελετούν, να ταξιδεύουν, να συλλέγουν και να συνειδητοποιούν ότι η συνέχεια του έθνους σταματάει απότομα με την Οθωμανική κυριαρχία. Ο καταπιεσμένος ελληνισμός αντιλαμβάνεται το ηθικό του χρέος να ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξαν οι πρόγονοί του, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες του Αλή πασά, ότι οι Έλληνες «κάτι μαγειρεύουν»[25]. Το φαινόμενο είναι διελληνικό και επιδοκιμάζεται από τους Έλληνες Διαφωτιστές, με κύριους εκπροσώπους τον Ρήγα Βελεστινλή και τον Αδαμάντιο Κοραή, ενώ καταδικάζεται από τον οικουμενικό Πατριάρχη. Η φύση των εθνικών αιτημάτων, καθώς και το γεγονός ότι διοικητικά η εκκλησία είναι ταυτισμένη με την Υψηλή Πύλη, δεν της επιτρέπουν να αποτελέσει τον κύριο συνεκτικό δεσμό, ρόλο που θα παίξει η αρχαιότητα.


Παράλληλα με τη λογιοσύνη της διασποράς, που δεν σταματά να προωθεί τη συνοχή της παιδείας δια μέσου των αιώνων, παρατηρείται μία ανύψωση των λαϊκών παραδόσεων, στις οποίες ζούσε ακόμα η ελληνική ιδέα[26]. Ο διπλός αυτός προσανατολισμός θα οδηγήσει στην αναζήτηση μίας ενιαίας γλώσσας. Η ύπαρξη πολλών διαλέκτων ήταν ένα σημαντικό εμπόδιο για την εθνική ενότητα, το οποίο για να ξεπεραστεί έπρεπε να ξεκαθαριστεί η γλωσσική ταυτότητα του έθνους. Επιπλέον, σύμφωνα με τους Έλληνες Διαφωτιστές, ο δρόμος προς την απελευθέρωση περνούσε μέσα από τη μόρφωση, και για να φτάσει στο λαό ήταν επιτακτική η χρήση μίας γλώσσας κοινής, απαλλαγμένης από τα αρχαϊκά στοιχεία και ικανής να εκφράσει κάθε γνώση και συναίσθημα[27]. Η ανάγκη να ευθυγραμμιστεί ο νέος ελληνισμός προς τη δυτική πραγματικότητα θα κυριαρχήσει και θα υιοθετηθεί από τους Διδασκάλους του Γένους, που δε σταματούν μέσα από τις φιλολογικές και πολιτικές τους δραστηριότητες, να εγείρουν τα φιλελληνικά αισθήματα της Ευρώπης και να προσπαθούν να μεταλαμπαδεύσουν τα φώτα της στον υπόδουλο ελληνισμό. Οι νέες ευρωπαϊκές θεωρίες αρχίζουν να μεταφράζονται στα ελληνικά, ενώ μειώνονται οι εκδόσεις με θεολογικό περιεχόμενο. Παράλληλα, δημιουργούνται σχολεία (Ιάσιο, Βουκουρέστι) και τυπογραφεία, όπου εκδίδονται ελληνικά βιβλία, που ωθούν την ελευθερία της έρευνας. Ο προσανατολισμός σε εφαρμοσμένες επιστήμες, μαθηματικά, φυσική, χημεία, η ανάδειξη της γεωγραφίας, δείχνουν την τάση για ανανέωση της θεωρητικής σκέψης, που τώρα έρχεται πιο κοντά στον ορθολογισμό[28]. Το θέατρο γίνεται το μεγάλο σχολείο του λαού, ο οποίος βγαίνει από την απομόνωση και δημιουργεί αντιστάσεις βιώνοντας συλλογικά δυνατά συναισθήματα και υψηλά εθνικά φρονήματα[29]. Ο όρος Έλλην αντικαθιστά τον όρο Ραγιάς και αποκτά ξανά το χαμένο του πολιτισμικό, αλλά και εθνολογικό περιεχόμενο, υπογραμμίζοντας τη στροφή που γίνεται προς αναζήτηση της αδιάκοπης συνέχειας του ελληνισμού, ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει τα πάτρια ελληνικά ήθη και την ελληνική γλώσσα και που τώρα καλείται να αναστήσει ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που θα συνεχίσει να δοξάζει τον ελληνικό πολιτισμό[30].


Παρά το καθεστώς δουλείας, ο ελληνισμός σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα παλεύει να βρει τρόπους αντίστασης. Μέσα από την σταδιακή ανάπτυξη των κοινωνικών στρωμάτων, ανάμεσα στους Φαναριώτες και τους γαιοκτήμονες, τους εμπόρους, τους ναυτικούς και τους διανοούμενους της Βιέννης, ανάμεσα στους οπλαρχηγούς και τους απλούς χωρικούς, γεννιέται το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας. Όταν στις αρχές του 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία βαδίζει προς το τέλος της, ο ελληνικός πληθυσμός φτάνει στα τρία εκατομμύρια. Οι τραπεζίτες του εξωτερικού και οι καραβοκύρηδες του Αιγαίου έχουν συγκεντρώσει αρκετό πλούτο για τις επικείμενες ανάγκες του Αγώνα. Οι ένοπλοι αρματολοί και κλέφτες έχουν εξελιχθεί σε υπολογίσιμη δύναμη, όπως και ο στόλος των νησιών, με ναυτικούς, που αντίθετα με τους Οθωμανούς, και παράδοση διαθέτουν και εμπειρία. Η Φιλική Εταιρεία έχει αναπτερώσει το ηθικό και η ξενιτεμένη διανόηση έχει αναστήσει το ξεχασμένο παρελθόν. Όλες οι προϋποθέσεις είναι εκεί και η καθολική εξέγερση είναι πλέον ζήτημα χρόνου.


Ωστόσο, το Συνέδριο του Λάιμπαχ στις 26/1/1821, όπου συμμετείχαν όλα τα μέλη της Ιερής Συμμαχίας (Αγγλία, Γαλλία, Πρωσία, Ρωσία, Αυστρία), επικυρώνει την αποστροφή για οποιαδήποτε μεταβολή στο διεθνές στερέωμα, κάνοντας κάθε ιδέα για επανάσταση να φαντάζει ως παράνοια. Με την «Αρχή της νομιμότητας» σε πλήρη ισχύ, που σήμαινε καταδίκη για όλα τα επαναστατικά κινήματα, η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης θα προκαλούσε την γενική κατακραυγή των Μεγάλων Δυνάμεων[31]. Έχοντας ενάντιους τους ισχυρούς της γης, ο ελληνισμός τολμά να σηκώσει το λάβαρο της Επανάστασης, πάνω στο οποίο θα ορκιστεί για Ελευθερία ή Θάνατο, υπενθυμίζοντας την παρουσία του στην οικουμένη και φουντώνοντας το φιλελληνικό ρεύμα σε Ευρώπη και Αμερική. Σε όλη τη διάρκεια της υποταγής του, ο Ελληνισμός, όχι μόνο δεν αφομοιώθηκε από το μουσουλμανικό στοιχείο, αλλά κατόρθωσε να ξαναβρεί το χαμένο στη λησμονιά παρελθόν του, να διαφυλάξει και να ενισχύσει με όλες τις δυτικές και ανατολικές επιρροές το παρόν του, και να διασφαλίσει την πολυπόθητη πορεία προς το ανεξάρτητο μέλλον του, γράφοντας με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 την πρώτη σελίδα στο βιβλίο της Νεότερης Ιστορίας των Ελλήνων.-




Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α :




- Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα, 1999

- Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, τόμος Γ’, Ε.Α.Π., Πάτρα, 1999
- Αναστ. Λιάσκος, Αγώνες και άρματα, Ιστορικό-Εθνικό Μουσείο Α. Λιάσκου, εκδ. ΕΜ-ΕΣ ΠΡΕΣΣ Α.Ε., Αθήνα, 2005
- Βασίλης Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην Ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα, 1988
- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΑ, Εκδοτική Αθηνών, 1974


[1] Γ. Μαργαρίτης, «Η Ευρώπη των επαναστάσεων» στο Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία,

Ε.Α.Π., τόμος Γ, σελ. 32
[2] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, 1974, τ. ΙΑ, σελ. 100
[3] Βασίλης Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην Ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), εκδ.
ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα 1988, σελ. 27
[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 123
[5] Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα, 1999, σελ. 49
[6] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 126
[7] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 45
[8] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 117
[9] Γ. Μαργαρίτης, «Ο οθωμανικός χώρος και η συγκρότηση του νέου ελληνισμού», ό.π., σελ. 32
[10] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 60
[11] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 46
[12] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 47
[13] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 46
[14] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 114
[15] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 164
[16] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 149
[17] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 46
[18] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 100
[19] Βασίλης Κρεμμυδάς, ό.π., σελ. 161
[20] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 59
[21] Αναστ. Λιάσκος, Αγώνες και άρματα, Ιστορικό-Εθνικό Μουσείο Α. Λιάσκου, εκδ. ΕΜ-ΕΣ, Αθήνα,
2005, σελ. 8
[22] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 52
[23] Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 54
[24] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 340
[25] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 341
[26] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 21
[27] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 56
[28] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 56
[29] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ό.π., σελ. 345
[30] Ν. Σβορώνος, ό.π., σελ. 21
[31] Αναστ. Λιάσκος, ό.π., σελ. 9

Δεν υπάρχουν σχόλια: